2 Οκτωβρίου 2022

Συνέβη 23 Αυγούστου στην Ελλάδα και τον κόσμο

23 Αυγούστου 2022

Είναι η 235η ημέρα του έτους κατά το Γρηγοριανό ημερολόγιο.
Υπολείπονται 130 ημέρες για τη λήξη του
και 1 ΜΕΡA ΚΑΙ ΣΗΜΕΡΑ, για την έναρξη του LAKE PARTY στην ΤΡΙΧΩΝΙΔΑ.

🌅  Ανατολή ήλιου: 06:47 – Δύση ήλιου: 20:08 – Διάρκεια ημέρας: 13 ώρες 21 λεπτά
🌘  Σελήνη 25.9 ημερών
Παγκόσμια Ημέρα για την Υπενθύμιση του Δουλεμπορίου και της Κατάργησής του
Χρόνια πολλά στον: Ειρηναίο.

 

Γεγονότα

 

1893 – Ο Σπυρίδων Περεσιάδης ολοκληρώνει το θεατρικό έργο «Γκόλφω». Ο Σπύρος Περεσιάδης (ή Σπυρίδων Περεσιάδης, Μεσορρούγι Αχαΐας, 1854 – Αθήνα, 1918) ήταν Έλληνας συγγραφέας. Γεννήθηκε το Μεσορρούγι όπου πέρασε τα πρώτα παιδικά του χρόνια. Φοίτησε στο δημοτικό σχολείο του χωριού του και μετά στο Ελληνικό σχολείο Ακράτας. Υπηρέτησε αργότερα ως γραμματέας του Δήμου Νωνάκριδος και ως γραμματοδιδάσκαλος στο Δημοτικό σχολείο της γειτονικής Περιστέρας. Στα παιδικά του χρόνια δέχτηκε το πρώτο χτύπημα της μοίρας: σ’ ένα παιδικό παιχνίδι ένα μυτερό ξύλο τον τραυμάτισε στο μάτι με αποτέλεσμα την μερική απώλεια όρασης στο ένα μάτι. Πολύ αργότερα, το 1879, σε μια ερασιτεχνική παράσταση στην Ακράτα, όπου μετείχε και ο ίδιος, ένα θραύσμα καψυλίου, από εκπυρσοκρότηση όπλου που χρησιμοποιήθηκε για τις ανάγκες μιας δραματικής σκηνής, σφηνώθηκε στο γερό του μάτι και ολοκλήρωσε την τραγωδία. Φαίνεται πως πέτυχε μετάθεση στην Αθήνα, όπου υποβλήθηκε σε συστηματική θεραπεία, αλλά ούτε η επιστήμη της πρωτεύουσας κατάφερε να αναστείλει την εξέλιξη του τραυματικού καταρράκτη, που θα επιφέρει με βραδύ ρυθμό την ολική τύφλωση. Μετά το θάνατο της μητέρας του το 1887, εγκαταστάθηκε στην Ακράτα για μια δεκαετία, η οποία αποτελεί τα χρόνια της συγγραφής των κορυφαίων θεατρικών του έργων. Το 1897 μετακόμισε στην Αθήνα ως το τέλος της ζωής του το 1918.
Η Γκόλφω είναι η πρώτη γνωστή μεγάλου μήκους -βωβή- ταινία του ελληνικού κινηματογράφου.
Πρόκειται για διασκευή του βουκολικού δραματικού ειδυλλίου σε πέντε πράξεις του Σπύρου Περεσιάδη. Γράφτηκε και πρωτοπαρουσιάστηκε θεατρικά στην Ακράτα, τον τόπο διαμονής του συγγραφέα, το 1893. Πολύ σύντομα όμως παρουσιάστηκε στις αθηναϊκές σκηνές, στην υπόλοιπη ελληνική επαρχία αλλά και σε πόλεις του εξωτερικού με έντονο ελληνικό στοιχείο (Σμύρνη, Οδησσό, Παρίσι). Η απήχηση που γνώρισε το έργο ήταν τόσο μεγάλη, ώστε οι μικροί θίασοι να το θεωρούν «σωσίβιο των θιάσων», το έργο δηλαδή που πάντα θα εξασφάλιζε θεατές. Για αυτόν τον λόγο άλλωστε μεταφέρθηκε λίγα χρόνια μετά, το 1914 και στον κινηματογράφο.
Στην ταινία αυτή συμμετείχαν οι ηθοποιοί από το θέατρο: Βιργινία Διαμάντη (πρωταγωνίστρια), Ολυμπία Δαμάσκου, Διονύσης Βεντέρης, Γεώργιος Πλούτης, Ζάχος Θάνος, Θόδωρος Λιτός, Παντελής Λαζαρίδης και Χρυσάνθη Χατζηχρήστου. Την προσαρμογή του σεναρίου έκανε ο Σπύρος Περεσιάδης, σκηνοθέτης ήταν ο Κωνσταντίνος Μπαχατώρης, ενώ διευθυντής φωτογραφίας ήταν ο Ιταλός Φιλίπο Μαρτέλι. Η παραγωγή της ταινίας κόστισε γύρω στις 100.000 δραχμές, ποσό αστρονομικό για τα δεδομένα της εποχής.

 

1910 – Σε πανηγυρική συγκέντρωση ανακοινώνεται η ίδρυση του νέου κόμματος του Ελευθέριου Βενιζέλου, με το όνομα «Κόμμα των Φιλελευθέρων». Ιδρύθηκε από τον Ελευθέριο Βενιζέλο μετά την εκλογή του ως βουλευτή στις 22 Αυγούστου του 1910. Τον Οκτώβριο του 1910 σχημάτισε κυβέρνηση και προκήρυξε εκλογές Αναθεωρητικής Βουλής για τις 28 Νοεμβρίου του 1910. Από τις εκλογές απείχαν όλα τα κόμματα και έτσι κυριάρχησε το Κόμμα Φιλελευθέρων. Η Βουλή αυτή ψήφισε νέο Σύνταγμα (1911) και το Μάρτιο του 1912 έγιναν νέες εκλογές με γενική συμμετοχή όλων των κομμάτων, στις οποίες οι Φιλελεύθεροι νίκησαν και πάλι.
Το Φεβρουάριο του 1915, μετά τη διαφωνία Βενιζέλου-Κωνσταντίνου σχετικά με τη συμμετοχή της Ελλάδας στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, ο Βενιζέλος παραιτήθηκε και προκηρύχθηκαν εκλογές για το Μάιο της ίδιας χρονιάς, όπου πάλι νίκησε το κόμμα των Φιλελευθέρων, με ποσοστό 48,9%. Μετά τη δεύτερη παραίτηση του Βενιζέλου, το κόμμα σε ένδειξη διαμαρτυρίας, δε συμμετείχε στις εκλογές του Δεκεμβρίου 1915.
Μετά το κίνημα της Εθνικής Άμυνας και την παραίτηση του βασιλέα Κωνσταντίνου, ο Βενιζέλος σχημάτισε κυβέρνηση. Στις εκλογές της 1ης Νοεμβρίου 1920, το Κόμμα των Φιλελευθέρων νικήθηκε, λαμβάνοντας, λόγω του περίπλοκου εκλογικού συστήματος, λιγότερες έδρες στη Βουλή, παρόλο που είχε περισσότερες ψήφους από το Λαϊκό Κόμμα του Δημητρίου Γούναρη (50,23% έναντι 49,29%), και ο Βενιζέλος εγκατέλειψε την Ελλάδα και εγκαταστάθηκε στη Γαλλία.

 

1927 – Εκτελούνται στη Βοστόνη οι αναρχικοί Νίκολας Σάκο και Μπαρτολομέο Βαντσέτι, επειδή κρίθηκαν ένοχοι φόνου, τον οποίο ουδέποτε παραδέχτηκαν. Η ιστορία τους ενέπνευσε πολλούς καλλιτέχνες. Οι Νικόλα Σάκο (Nicola Sacco) (1891 – 1927) και Μπαρτολομέο Βαντσέτι (Bartolomeo Vanzetti) (1888 – 1927) ήταν Αμερικανοί αναρχικοί ιταλικής καταγωγής, που καταδικάστηκαν σε θάνατο κατηγορούμενοι για τους φόνους δυο ανθρώπων κατά τη διάρκεια μιας ληστείας, το 1920.
Η περίπτωσή τους από τότε, γνώρισε ένα τεράστιο παγκόσμιο κύμα συμπαράστασης αφού ήταν εμφανές ότι υπήρξαν θύματα κακοδικίας και ότι τους επεβλήθη η θανατική ποινή εξαιτίας της πολιτικής ιδεολογίας τους αν και ήταν αθώοι του εγκλήματος για το οποίο κατηγορούνταν.
Στις 15 Απριλίου του 1920, δυο υπάλληλοι χρηματαποστολής πυροβολήθηκαν και σκοτώθηκαν στην οδό Περλ (Pearl Street) στο Νότιο Μπρέιντρι (South Braintree) της Μασαχουσέτης, με σκοπό την κλοπή των δυο ξύλινων χρηματοκιβωτίων που κρατούσαν, τα οποία περιείχαν 15.776,51 δολλάρια. Αυτά είναι τα μόνα αδιαμφισβήτητα περιστατικά που έλαβαν χώρα και που αποδείχτηκαν πέραν πάσης αμφιβολίας.
Στις 11 Σεπτεμβρίου του 1920 παραπέμφθηκαν σε δίκη, οι γνωστοί στην Αστυνομία αναρχικοί, Νίκολα Σάκκο και ο Μπαρτολομέο Βαντσέτι, στους οποίους και αποδόθηκαν οι κατηγορίες για ανθρωποκτονία από πρόθεση εναντίον των δυο υπαλλήλων.
Η εκδίκαση της υπόθεσης «Κοινοπολιτεία εναντίον των Νικόλα Σάκο και Μπαρτολομέο Βαντσέτι» («Commonwealth v. Nicola Sacco and Bartolomeo Vanzetti») έλαβε χώρα στο ορκωτό Δικαστήριο του Ντένταμ (Dedham) της Μασαχουσέτης, το οποίο στις 14 Ιουλίου του 1921 και μετά από ομοφωνία των ενόρκων κήρυξε τους κατηγορουμένους ενόχους ανθρωποκτονίας πρώτου βαθμού και τους καταδίκασε σε θάνατο.
Κατά την διάρκεια των επόμενων χρόνων θα υποβληθούν πληθώρα προσφυγών και αιτήσεων επανεξέτασης της δικαστικής διαδικασίας αφού όπως υποστήριζαν οι συνήγοροι των κατηγορουμένων διαπράχτηκε κακοδικία. Ωστόσο κανένα αίτημα δεν έγινε αποδεκτό, ούτε καν και η έσχατη αίτηση προς τον Κυβερνήτη της Μασαχουσέτης Άλβαν Τ. Φούλερ (Alvan T. Fuller) , για μείωση έστω της ποινής έγινε αποδεκτή. Ο Κυβερνήτης διόρισε ειδική τριμελής Επιτροπή Επανεξέτασης, τον Ιούνιο του 1927 που αποτελείτο από δυο Πρυτάνεις μεγάλων Πανεπιστημίων και έναν τέως Δικαστή, η οποία εξέτασε τη δικογραφία και αποφάνθηκε ότι η δίκη ήταν δίκαιη και οι κατηγορούμενοι ήταν ένοχοι «πέραν εύλογων αμφιβολιών». Στις 23 Αυγούστου του 1927, στις 12:00 τα μεσάνυχτα οι κρατούμενοι στη φυλακή Τσαρλστάουν της Βοστώνης, καταδικασθέντες Νικόλα Σάκο και Μπαρτολομέο Βαντσέτι, οδηγήθηκαν στην ηλεκτρική καρέκλα όπου και εκτελέστηκαν.
Τον Ιούλιο του 1977 ο τότε Κυβερνήτης της Μασσαχουσέτης, Μάικ Δουκάκης, – έπειτα από ενδελεχή ανάγνωση των αρχείων της δίκης από την νομική ομάδα της Πολιτείας -αποκατέστησε την αλήθεια αναγνωρίζοντας την δικαστική πλάνη και επιβεβαιώνοντας την αθωότητα των κατηγορουμένων. Μάλιστα, ονόμασε την 23η Αυγούστου 1977 «Ημέρα μνήμης των Νικόλα Σάκο και Μπαρτολομέο Βαντσέτι».
Η «Υπόθεση Σάκο και Βαντσέτι» όπως έμεινε στην ιστορία, προκάλεσε το έντονο ενδιαφέρον της κοινής γνώμης παγκοσμίως, όλα αυτά τα χρόνια που διήρκεσε, αλλά και τα κατοπινά, μέχρι ακόμα και σήμερα, αφού έχουν αποδοθεί στο αμερικανικό κράτος, πλείστες όσες κατηγορίες. Ενδεικτική είναι η γνώμη του ιστορικού Χάουαρντ Ζιν : «Πιστεύω ότι η σημασία της υπόθεσης των Σάκο και Βαντσέτι βρίσκεται στο γεγονός ότι διεξήχθη αμέσως μετά το τέλος του Α’ Παγκόσμιου Πολέμου, όταν ακόμα η χώρα ζούσε σε μια ατμόσφαιρα που δημιούργησε ο πόλεμος. Ήταν μια ατμόσφαιρα στην οποία υπήρχε μια κυβέρνηση που κυνηγούσε ριζοσπάστες… Στην πραγματικότητα, η δίκη έγινε αμέσως μετά την Εθνική Ημέρα Μνήμης. Η μέρα εκείνη αποτελούσε μια περίσταση για την επίδειξη πατριωτικού ζήλου και στη συγκεκριμένη περίπτωση, μιας συγκεκριμένης κουλτούρας που υπήρχε κατά τη διάρκεια του πολέμου. Οπότε το σημαντικό πράγμα στην υπόθεσή τους δεν ήταν στ’ αλήθεια το ζήτημα της αθωότητας ή της ενοχής τους – κάτι που σίγουρα δεν επιλύθηκε με τη δίκη τους και δεν ξέρω αν θα επιλυθεί ποτέ• το σημαντικότερο ήταν ότι αποκάλυψε τη φύση του δικαστικού συστήματος των ΗΠΑ, ένα σύστημα δικαιοσύνης που πάντα υπήρξε άδικο για τους ξένους, άδικο για τους φτωχούς, άδικο για τους ριζοσπάστες και το οποίο γίνεται ιδιαίτερα σκληρό σε περιόδους πολέμου, σε περιόδους μιας στρατοκρατούμενης ατμόσφαιρας».

 

1939 – Η ναζιστική Γερμανία και η Σοβιετική Ένωση υπογράφουν σύμφωνο μη επίθεσης, γνωστό ως «Σύμφωνο Μολότοφ – Ρίμπεντροπ». Σε μία μυστική προσθήκη στο κείμενο της συμφωνίας, η Πολωνία διαμοιράζεται ανάμεσα στα δύο κράτη. Ο όρος Γερμανοσοβιετικό Σύμφωνο μη Επίθεσης ή Σύμφωνο Μολότωφ – Ρίμπεντροπ (επίσημα: Γερμανοσοβιετική Συνθήκη) χαρακτηρίζει το σύμφωνο μη επίθεσης που υπέγραψαν στις 23 Αυγούστου 1939 στη Μόσχα ο Υπουργός Εξωτερικών της ναζιστικής Γερμανίας Γιοάχιμ φον Ρίμπεντροπ (Joachim von Ribbentrop) και ο Υπουργός Εξωτερικών της Σοβιετικής Ένωσης, Βιατσεσλάβ Μιχάηλοβιτς Μόλοτοφ (Вячесла́в Миха́йлович Мо́лотов). Την συνθήκη αυτή επικύρωσε το Ανώτατο Σοβιέτ, οκτώ ημέρες μετά, στις 31 Αυγούστου.
Σύμφωνα, ωστόσο, με τον σοβιετικό ιστορικό (ειδικευμένο σε ζητήματα διεθνών σχέσεων) Σ. Χουντιάκοφ η κυβέρνηση της ΕΣΣΔ βρέθηκε σε δύσκολη θέση, που την απειλούσε με διεθνή απομόνωση, καθώς την άνοιξη του 1939 ιθύνοντες κύκλοι της Αγγλίας και της Γαλλίας ματαίωσαν τις διεξαγόμενες στη Μόσχα άγγλο-γάλλο-σοβιετικές διαπραγματεύσεις για την υπογραφή συμφώνου αλληλοβοηθείας κατά της φασιστικής επίθεσης. Είχαν προηγηθεί, σύμφωνα πάντα με τον ίδιο ιστορικό, εκκλήσεις των σοβιετικών για συνασπισμό εναντίον της γερμανικής επεκτατικότητας, που όμως δεν εισακούσθηκαν από τις δυτικές δημοκρατίες, από το Μάρτιο του 1938. Κάτω από αυτές τις περιστάσεις, η ΕΣΣΔ δέχθηκε τη γερμανική πρόταση για βελτίωση των γερμανο-σοβιετικών οικονομικών σχέσεων και για υπογραφή συμφώνου μη επίθεσης μεταξύ των δυο χωρών και προχώρησε στην αποδοχή της.
Από την πλευρά της ναζιστικής Γερμανίας, ο Χίτλερ, ενώ σχεδίαζε επίθεση κατά της Πολωνίας, ήθελε να αποφύγει με κάθε τρόπο τον πόλεμο των δυο μετώπων, όπως υπήρξε για την Γερμανία ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος του 1914.
Υπό αυτές τι συνθήκες, υπεγράφη στις 23 Αυγούστου του 1939 το Σύμφωνο μη Επίθεσης μεταξύ της Σοβιετικής Ένωσης και της ναζιστικής Γερμανίας. Κατόπιν αυτού, οι ναζί μπορούσαν να ασχοληθούν με την Πολωνία δίχως τον κίνδυνο να τους εμποδίσει η Σοβιετική Ένωση, ενώ η ΕΣΣΔ, η οποία γνώριζε καλά την επιθυμία του Χίτλερ να αποκτήσει «ζωτικό χώρο» για τους Γερμανούς στην ανατολική Ευρώπη για επίθεση στη Σοβιετική Ένωση, κέρδισε χρόνο για να προετοιμάσει τον Κόκκινο Στρατό, την οικονομία της Σοβιετικής Ένωσης καθώς επίσης να κάνει τις απαραίτητες μετεγκαταστάσεις πληθυσμού προς τα ενδότερα της χώρας και για την προστασία τους και για την προστασία των συνόρων από κοινότητες με επικινδυνότητα σύναψης συμμαχίας με τον εχθρό, ώστε να μπορεί να αντισταθεί σε πιθανή επίθεση των ναζιστικών δυνάμεων. Σύμφωνα με τον Ρεϊμόν Καρτιέ, ο μεν Στάλιν υπέγραψε το Σύμφωνο με στόχο να κερδίσει χρόνο και ο Χίτλερ με την εκ των προτέρων απόφαση “να το ξεσχίσει”.

 

1942 – Αρχίζει η πολιορκία του Στάλινγκραντ από τους Γερμανούς. Με τον όρο Μάχη του Στάλινγκραντ[Σημ. 1] (ρωσ: Сталинградская битва, γερ: Schlacht von Stalingrad) εννοούμε τις στρατιωτικές επιχειρήσεις της Βέρμαχτ και του Κόκκινου Στρατού στην περιοχή του Στάλινγκραντ, από τις 17 Ιουλίου 1942 μέχρι τις 2 Φεβρουαρίου 1943. Αρχικά, ο Αδόλφος Χίτλερ διέταξε τις δυνάμεις που είχε στη Νότια Ρωσία (Ομάδα Στρατιών «Νότος») να επιτεθούν στον Καύκασο, με σκοπό να καταλάβουν τις πετρελαιοπηγές της περιοχής, οι οποίες θα επέτρεπαν στους Γερμανούς να συνεχίσουν τον πόλεμο. Ωστόσο αποφάσισε να χωρίσει την Ομάδα Στρατιών «Νότος» στα δύο: Ομάδα Στρατιών «Α» και Ομάδα Στρατιών «Β».
Σύμφωνα με το σχέδιο της Επιχείρησης «Κυανό» (ή «Μπλε»), η Ομάδα Στρατιών «Α», υπό τις διαταγές του Στρατάρχη Βίλχελμ Λιστ, ανέλαβε την επιχείρηση στον Καύκασο, ενώ η Ομάδα Στρατιών «Β», υπό τις διαταγές του Στρατάρχη Μαξιμίλιαν φον Βάιχς, ανέλαβε την επίθεση στο Στάλινγκραντ. Η Ομάδα Στρατιών «Β» αποτελούνταν από την 6η Στρατιά του Φρίντριχ Πάουλους (συχνά λανθασμένα αναφέρεται ως «φον» Πάουλους) και την 4η Στρατιά Τεθωρακισμένων του Χέρμαν Χοτ, καθώς και από συμμαχικές μονάδες.
Ο Χίτλερ ήθελε να καταλάβει το Στάλινγκραντ, καθώς ήταν βιομηχανικό κέντρο στην περιοχή του ποταμού Βόλγα και συγκοινωνιακός ποτάμιος κόμβος γιά μεταφορές από τις πετρελαιοφόρες πηγές του Καυκάσου προς τον Βορρά[3]. Η επίθεση των Γερμανών στην πόλη είχε και προπαγανδιστικό χαρακτήρα – η πόλη έφερε το όνομα του τότε Γενικού Γραμματέα του Κομμουνιστικού Κόμματος της Σοβιετικής Ένωσης, Ιωσήφ Στάλιν. Γι’ αυτό τον λόγο, εξάλλου, οι δύο ηγέτες διέταξαν τις δυνάμεις τους να κρατήσουν τις θέσεις τους «πάση θυσία».
Η πρώτη φάση της μάχης (γερμανική επίθεση) ξεκινήσε στις 17 Ιουλίου 1942. Η 6η Στρατιά απώθησε τις σοβιετικές δυνάμεις στον ποταμό Ντον. Γι’ αυτό τον λόγο, ο Χίτλερ αποφάσισε να αποσύρει την 4η Στρατιά Τεθωρακισμένων από το μέτωπο του Στάλινγκραντ. Το χτύπημα της 6ης Στρατιάς δέχθηκε η 62η Στρατιά του Βασίλι Τσουϊκόφ. Στα τέλη Αυγούστου, η Λουφτβάφε μετέτρεψε σε ερείπια το 80% της πόλης.
Τον Νοέμβριο, το μεγαλύτερο μέρος της πόλης βρισκόταν υπό γερμανική κατοχή. Ωστόσο, στις 19 Νοεμβρίου, οι Σοβιετικοί αντεπιτέθηκαν (Επιχείρηση «Ουρανός») και περικύκλωσαν 250.000 στρατιώτες της 6ης Στρατιάς. Ο Κόκκινος Στρατός πρότεινε στον Πάουλους να παραδοθεί, αλλά ο Χίτλερ του το απαγόρευσε. Στα μέσα Δεκεμβρίου 1942, οι Σοβιετικοί προσπάθησαν να περικυκλώσουν την Ομάδα Στρατιών «Α» (Επιχείρηση «Κρόνος»), ωστόσο, η αντίσταση της 6ης Στρατιάς καθήλωσε τους Σοβιετικούς και έδωσε την ευκαιρία στον φον Κλάιστ να υποχωρήσε.
Καθώς η μάχη του Στάλινγκραντ έβαινε στο τέλος της, ο Πάουλους έλαβε τον βαθμό του Στρατάρχη, πράγμα που ο ίδιος εξέλαβε ως προτροπή να αυτοκτονήσει, καθώς κανένας Γερμανός στρατάρχης δεν είχε ποτέ συλληφθεί αιχμάλωτος. Ωστόσο, στις 31 Ιανουαρίου, αναγκάστηκε να παραδοθεί στον Κόκκινο Στρατό και οι τελευταίοι γερμανικοί θύλακες ακολούθησαν στις 2 Φεβρουαρίου. Μαζί του παραδόθηκαν 22 στρατηγοί και 91.000 στρατιώτες της 6ης Στρατιάς. Η μάχη του Στάλινγκραντ έληξε στις 2 Φεβρουαρίου 1943 με νίκη των Σοβιετικών και έδωσε την υπεροχή στον Κόκκινο Στρατό, ο οποίος την κράτησε μέχρι το τέλος του πολέμου.

 

1982 – Η Εθνική Αντίσταση αναγνωρίζεται με το νόμο 1285 που ψηφίζει η Βουλή, με πρωτοβουλία της κυβέρνησης του Ανδρέα Παπανδρέου. Στις 23 Αυγούστου του 1982 η κυβέρνηση Ανδρέα Παπανδρέου φέρνει για ψήφιση στη Βουλή το νόμο «για την αναγνώριση της Εθνικής Αντίστασης του Ελληνικού Λαού εναντίον των στρατευμάτων Κατοχής 1941-1944». Το Σώμα υπερψηφίζει, κι έτσι η Εθνική Αντίσταση αναγνωρίζεται με το νόμο 1285/82. Δεν είναι η πρώτη φορά που περνά νόμος για την αναγνώριση της Εθνικής Αντίστασης από το ελληνικό κοινοβούλιο. Κάποιοι σχετικοί νόμοι, που ψηφίστηκαν κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου, απέκλειαν αυτές τις αντιστασιακές οργανώσεις που παράκουσαν τη διαταγή για διάλυση μετά την αποχώρηση των Γερμανών, παίρνοντας μέρος στον Εμφύλιο εναντίον της κυβερνησης – αυτοί οι αντιστασιακοί ήταν «αποδεδειγμένως αντεθνικώς δράσαντες».
Όμως, με το νόμο του 1982, που εισηγήθηκε η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ, αφαιρέθηκαν οι παράγραφοι για αποκλεισμό οργανώσεων και αναγνωρίστηκαν ρητά οργανώσεις που δεν διαλύθηκαν και συνέχισαν ένοπλο αγώνα κατά τον Εμφύλιο πόλεμο, ενώ καθιερώθηκε ως ετήσιος Πανελλαδικός εορτασμός της Εθνικής Αντίστασης η Επέτειος της Μάχης του Γοργοποτάμου. Δεν ξέρω κατά πόσον το Πασόκ κατέστρεψε την Ελλάδα, όπως ισχυρίζονται κάποιοι, σίγουρα όμως έκανε πέντε σωστά πράγματα, ένα εκ των οποίων ήταν οπωσδήποτε κι αυτός ο νόμος που πέρασε για την Εθνική Αντίσταση, ο οποίος κάλυψε ένα χαίνον θεσμικό κενό. Οι μόνοι που ακόμα και σήμερα γκρινιάζουν για την αναγνώριση της Εθνικής Αντίστασης είναι οι ίδιοι που επιχειρούν να αποδομήσουν την Ιστορία, γράφοντας και λέγοντας ανοησίες, όπως ας πούμε πως η Εθνική Αντίσταση «δεν ήταν ωφέλιμη» για τη χώρα.
Αυτοί είναι οι ταξικοί απόγονοι εκείνων που γυάλιζαν τις μπότες των Γερμανών και των Ιταλών, είναι οι ιδεολογικοί αντιπρόσωποι των παρατρεχάμενων των Δυνάμεων Κατοχής, ή, στην καλύτερη περίπτωση, είναι οι εκφραστές των ουδέτερων, των αμέτοχων, εκείνων που δεν έκαναν απολύτως τίποτα, αν και μπορούσαν, εναντίον του Ναζισμού και του Φασισμού, την ίδια στιγμή που οι αντιστασιακοί, Αριστεροί στην πλειονότητά τους, τί να κάνουμε, μάτωναν στα βουνά. Αυτοί που μεμψιμοιρούν και κριτικάρουν σήμερα, πατούν πάνω στις οικονομικές απολαβές που αποκόμισε η τάξη τους – γιατί το ζήτημα ασφαλώς και είναι ταξικό- όταν συνεργάστηκε με τους Ναζί, τους δωσίλογους και με τις πρώτες μετεμφυλιακές κυβερνήσεις.
Η Εθνική Αντίσταση έσωσε την τιμή και την υπερηφάνεια της Ελλάδας. Τώρα, αν κάποιοι απατεώνες εκμεταλλεύτηκαν το νόμο 1285 δι’ ίδιον όφελος, είναι γεγονός πως αυτός έγινε αποδεκτός με ικανοποίηση από τους περισσότερους παλιούς αντάρτες. Ούτε παράσημο περίμεναν αυτοί, ούτε σύνταξη από την ελληνική Πολιτεία επειδή έκαμαν το χρέος τους – τους έφτασε που η πατρίδα αναγνώρισε με νόμο την ύπαρξή τους και τις θυσίες τους.

 

 

Γεννήσεις

 

 

1864 – Ελευθέριος Βενιζέλος (Μουρνιές Χανίων, 11/23 Αυγούστου 1864 – Παρίσι, 18 Μαρτίου 1936) ήταν Έλληνας πολιτικός που διετέλεσε πρωθυπουργός της Κρητικής Πολιτείας και επτά φορές πρωθυπουργός της Ελλάδας. Ως πολιτικός διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στο Κρητικό Ζήτημα, καθώς και στα πολιτικά δρώμενα της Ελλάδας από το 1910 έως τον θάνατό του 1936.
Οργάνωσε το Κίνημα του Θερίσου και το 1910 ανέλαβε την πρωθυπουργία της Κρητικής Πολιτείας, την οποία εγκατέλειψε λίγους μήνες αργότερα για να αναλάβει την πρωθυπουργία στην Ελλάδα κατόπιν προσκλήσεως του Στρατιωτικού Συνδέσμου. Από την έναρξη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, τάχθηκε υπέρ της Αντάντ διαφωνώντας ανοιχτά με τη στάση ουδετερότητας του Βασιλιά. Λόγω αυτής της διαφωνίας, αν και είχε εκλεγεί πρωθυπουργός παραιτήθηκε δημιουργώντας τα γεγονότα του Εθνικού Διχασμού. Επέστρεψε στην πρωθυπουργία την περίοδο 1917 – 1920 αλλά εγκατέλειψε την Ελλάδα μετά την ήττα του στις εκλογές του Νοεμβρίου του 1920. Επέστρεψε το 1924 για λίγους μήνες και το 1928 εξελέγη πάλι πρωθυπουργός. Τον Ιανουάριο του 1933 έγινε για τελευταία φορά πρωθυπουργός και τον Μάρτιο του 1935 μετά από απόπειρα πραξικοπήματος κατέφυγε στο Παρίσι, όπου και απεβίωσε. Θάφτηκε σε ύψωμα στην αρχή του Ακρωτηρίου της Κρήτης, κοντά στο μέρος όπου γεννήθηκε. Οι Τάφοι των Βενιζέλων είναι σήμερα ένα από τα αξιοθέατα των Χανίων.

 

 

1948 – Κώστας Γεωργάκης. Γεννήθηκε στην Κέρκυρα και ήταν μέλος της νεολαίας της Ένωσης Κέντρου. Σπούδαζε γεωλογία[1] στην Ιταλία, όταν το 1970 ανώνυμα σε συνέντευξή του αποκάλυψε ότι η χούντα είχε διεισδύσει στις ελληνικές οργανώσεις της Ιταλίας. Φοβούμενος ότι η χούντα αργά ή γρήγορα θα ανακάλυπτε την ταυτότητά του, αποφάσισε να προβεί σε μια πράξη διαμαρτυρίας κατά της Χούντας η οποία δεν θα έδινε τη δυνατότητα στο καθεστώς να προβεί σε αντίποινα προς την οικογένειά του, που ήταν στην Ελλάδα. Στις 19 Σεπτεμβρίου 1970, τα ξημερώματα, στην πλατεία Ματεότι της Γένοβας, μπροστά από το δικαστικό μέγαρο, περιέλουσε τον εαυτό του με βενζίνη και αυτοπυρπολήθηκε, φωνάζοντας Το έκανα για χάρη της Ελλάδας, ζήτω η δημοκρατία, όλοι οι Ιταλοί ας αναφωνήσουν : Ζήτω η ελεύθερη Ελλάδα. Στη συνέχεια μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο όπου και πέθανε μετά από λίγες ώρες.
Η κηδεία του έγινε στη Γένοβα στις 23 Σεπτεμβρίου. Το περιστατικό αποσιωπήθηκε από τη δικτατορία, προκάλεσε όμως έντονη αίσθηση στη διεθνή κοινότητα. Η σορός του μεταφέρθηκε στην Κέρκυρα με καθυστέρηση τεσσάρων μηνών, λόγω εσκεμμένων κωλυσιεργιών της Χούντας, και ενταφιάστηκε στο Α΄ Νεκροταφείο.
Με την αποκατάσταση της Δημοκρατίας το 1974 και την ανασύσταση της Ελληνικής Δημοκρατικής Νεολαίας (Ε.ΔΗ.Ν.), από τον Αλέκο Παναγούλη, διοργανώθηκε το 1975 εκδήλωση τιμής για τον Κώστα Γεωργάκη και ευγνωμοσύνης προς την οικογένειά του. Το 1996 κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Κωνσταντίνος το βιβλίο του Κωνσταντίνου Παπούτση «Το μεγάλο ΝΑΙ – Υπόθεση Κώστα Γεωργάκη».

 

 

1978 – Κόμπι Μπράιαντ (αγγλικά: Kobe Bean Bryant, Φιλαδέλφεια 23 Αυγούστου 1978 – 26 Ιανουαρίου 2020, Καλαμπάσας) ήταν Αμερικανός διεθνής καλαθοσφαιριστής. Αγωνιζόταν στη θέση του σούτινγκ γκαρντ για την ομάδα των Λος Άντζελες Λέικερς του ΝΒΑ και θεωρείται από τους κορυφαίους στην ιστορία του αθλήματος. Είχε ύψος 1,98 μέτρα και βάρος 98 κιλά. Αγωνίστηκε όλα τα χρόνια της καριέρας του (20) στους Λος Άντζελες Λέικερς και φορούσε τους αριθμούς 8 και 24 (και οι δύο αποσύρθηκαν προς τιμήν του το 2017 από την ομάδα των Λέικερς). Είχε ρεκόρ καριέρας 81 πόντους (το δεύτερο καλύτερο στην ιστορία του NBA[4]) που σημείωσε τον Ιανουάριο του 2006. Ο Μπράιαντ είναι 4ος σκόρερ στην ιστορία του NBA με 33.643 πόντους συνολικά έχοντας ακόμα 7.047 ριμπάουντ και 6.306 ασίστ. Κατέκτησε 5 πρωταθλήματα, ένα βραβείο MVP της κανονικής περιόδου (2008), 2 βραβεία MVP των τελικών του NBA (το 2009 και το 2010) και 4 βραβεία MVP σε All-Star Game (2002, 2007, 2009, 2011).

 

 

Θάνατοι

 

 

1806 – Σαρλ Ογκιστέν Ντε Κουλόμπ. Σπούδασε στη στρατιωτική σχολή της πόλης Μεζιέρ και αποφοίτησε το 1761 ως στρατιωτικός μηχανικός με τον βαθμό του υπολοχαγού. Υπηρέτησε εννέα χρόνια στην Καραϊβική, όπου ήταν υπεύθυνος για την κατασκευή των οχυρών της Μαρτινίκας. Το 1774 ο Κουλόμπ έγινε αντεπιστέλλον μέλος της Ακαδημίας Επιστημών του Παρισιού. Βραβεύτηκε από την Ακαδημία για μία εργασία του σχετικά με τις μαγνητικές πυξίδες. Το 1779 δημοσίευσε την ανάλυσή του για την τριβή στη λειτουργία των μηχανών και συγκεκριμένα τον τρόπο της μεταβολής της τριβής με την πίεση. Βραβεύθηκε εκ νέου για αυτήν την μελέτη του, μία εργασία που έμεινε αξεπέραστη για 150 χρόνια. Τα επόμενα 25 χρόνια παρουσίασε στην Ακαδημία άλλες 25 μελέτες πάνω σε θέματα του ηλεκτρισμού, μαγνητισμού, της στρέψης και των εφαρμογών της. Συνέγραψε επίσης εκατοντάδες μελέτες για κατασκευές δημοσίων έργων. Ο Κουλόμπ ήταν πολυγραφότατος και δεν άφηνε να χαθεί καμία ευκαιρία για τη διεξαγωγή μελετών. Μελέτησε την αντοχή των υλικών και τις δυνάμεις φορτίων πάνω σε δοκούς συμβάλλοντας έτσι στην ανάπτυξη της στατικής των κατασκευών. Μελέτησε επίσης θέματα εργονομίας. Έθεσε τα θεμέλια της μελέτης βέλτιστης παραγωγής έργου από ανθρώπους και ζώα. Η εργασία του αυτή έπαιξε καθοριστικό ρόλο στις μετέπειτα μελέτες του Γκασπάρ-Γκυστάβ ντε Κοριόλις.
Η πιο σημαντική μελέτη του, όμως, αφορούσε τους τομείς της ηλεκτροστατικής και του μαγνητισμού. Για να κάνει πειράματα χρησιμοποίησε το στροφικό εκκρεμές, το οποίο επινόησε ο ίδιος. Περιέγραψε επίσης τον τρόπο κατασκευής της μαγνητικής πυξίδας που βασίζεται στο στροφικό εκκρεμές. Απέδειξε τον φερώνυμο νόμο του αντίστροφου τετραγώνου για την ηλεκτροστατική δύναμη ανάμεσα σε δύο φορτία. Πέντε χρόνια προτού πεθάνει ο Κουλόμπ ήταν πρύτανης του Ινστιτούτου της Γαλλίας (όπως είχε μετονομαστεί η Ακαδημία Επιστημών του Παρισιού). Η συμβολή του στον ηλεκτρισμό και στον μαγνητισμό με τη διεξαγωγή πειραμάτων ακριβείας απέσπασε αυτό το μέρος της Φυσικής από την παραδοσιακή φυσική φιλοσοφία και το ανήγαγε σε θετική επιστήμη. Η μονάδα μέτρησης του ηλεκτρικού φορτίου, στο διεθνές σύστημα μονάδων, φέρει προς τιμή του το όνομά του.

 

 

1945 – Γιάννης Βλαχογιάννης. Ο πατέρας του ονομαζόταν Οδυσσέας Βλάχος και η μητέρα του Αναστασία Γκιώνη. Τα πρώτα γράμματα τα έμαθε στην Ναύπακτο και τελείωσε τις γυμνασιακές σπουδές του στο Β’ Γυμνάσιο Πατρών. Το 1886 γράφτηκε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών στο τμήμα Φιλολογίας, σχολή όμως που δεν θα τελειώσει, καθώς αναγκαζόταν να δουλεύει για να ζει, ως δάσκαλος σε ιδιωτικά μαθήματα και διορθωτής στην «Εφημερίς», του Δημήτριου Κορομηλά αρχικά, και αργότερα συντάκτης στην «Εστία». Δημοσίευσε τα πρώτα του λογοτεχνικά κείμενα με το φιλολογικό ψευδώνυμο “Γιάννης Επαχτίτης”. Τα κείμενα του ήταν στην δημοτική, αλλά δεν συντάχθηκε με τους υπόλοιπους δημοτικιστές και δεν συμμετείχε στις γλωσσικές διαμάχες της περιόδου. Με την οικονομική βοήθεια διαφόρων τρίτων, και κυρίως του Αντωνίου Μπενάκη, κατόρθωσε να συγκεντρώσει ένα τεράστιο αρχείο εγγράφων της Επαναστατικής περιόδου. Οι έρευνές του επεκτάθηκαν και στο εξωτερικό. Ανάμεσα σε αυτά, ανακάλυψε και τα προσωπικά αρχεία του Στρατηγού Ιωάννη Μακρυγιάννη. Το 1907 εξέδωσε τα περίφημα «Απομνημονεύματα του Μακρυγιάννη», με δική του επιμέλεια στο μοναδικό χειρόγραφο του ήρωα της Επανάστασης.
Το 1908 εξέδωσε το περιοδικό «Προπύλαια». Το 1914 εισηγήθηκε στον Βενιζέλο την ίδρυση των Γενικών Αρχείων του Κράτους, που θα ιδρυθούν χάρη στις δικές του προτροπές καθώς και του Σπυρίδωνα Λάμπρου. Ο Βενιζέλος τον διόρισε διευθυντή στη νεοσυσταθείσα υπηρεσία, θέση που θα κρατήσει μέχρι το 1937. Αργότερα, δώρισε στα Γενικά Αρχεία την πολύτιμη συλλογή του. Υπήρξε στενός φίλος του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, τον οποίο και βοήθησε. Κατά τον Ελληνοϊταλικό πόλεμο του 1940, ο Γιάννης Βλαχογιάννης μαζί με άλλους Έλληνες λογίους προσυπέγραψε την Έκκληση των Ελλήνων Διανοουμένων προς τους Διανοούμενους ολόκληρου του Κόσμου με την οποία αφενός μεν καυτηριάζονταν η κακόβουλη ιταλική επίθεση, αφετέρου δε, διέγειρε την παγκόσμια κοινή γνώμη σε επανάσταση συνειδήσεων για κοινό νέο πνευματικό Μαραθώνα. Την περίοδο της κατοχής συνδέθηκε με τον φιλόλογο – ιστορικό Άγγελο Παπακώστα, του οποίου έγινε στενός συνεργάτης στις έρευνές του και συνέβαλλε στην έκδοση των αρχείων του Κολοκοτρώνη.

 

 

2016 – Ανδρέας Μπάρκουλης. Γεννήθηκε στον Πειραιά στις 4 Αυγούστου 1936. Οι γονείς Βασίλης και Μαρίκα ήταν δάσκαλοι. Σπούδασε υποκριτική και κατά την αποφοίτησή του χαρακτηρίστηκε εξαιρετικό ταλέντο. Εμφανίστηκε για πρώτη φορά στο θέατρο το 1956 και στον κινηματογράφο το αμέσως επόμενο έτος με την ταινία Μαρία Πενταγιώτισσα. Ένα μικρό διάστημα της ζωής του το πέρασε στις ΗΠΑ, όπου ασχολήθηκε επαγγελματικά με το τραγούδι. Υπήρξε ένας από τους γοητευτικότερους ζεν πρεμιέ της δεκαετίας του ’60. Ενδεικτικό της αίγλης του αυτής είναι το σλόγκαν: “Κορίτσια, ο Μπάρκουλης!”.  Εμφανίστηκε σε περισσότερες από εκατό ταινίες παίζοντας πρώτους ρόλους, σε δραματικές ταινίες όπως στην «Κοινωνία ώρα Μηδέν» (1966), «Κοντσέρτο για πολυβόλα» (1967), «Όλγα Αγάπη μου» (1968), αλλά και σε κωμωδίες, όπως στο «Μια Ιταλίδα στην Ελλάδα» (1958), «Διακοπές στην Αίγινα» (1958), «Η Μουσίτσα»(1959), «Μην είδατε τον Παναή» (1962), «Το Δόλωμα» (1964), «Τζένη Τζένη» (1965), «Ησαΐα μη Χορεύεις» (1969), «Μια τρελή τρελή σαραντάρα» (1970) και στο «Η θεία μου η χίπισσα» (1970).
Είχε παντρευτεί τέσσερις φορές και είχε αποκτήσει τρία παιδιά: τη Βίκυ, τον Ανδρέα και τον Νικόλαο-Γεώργιο. Ζούσε με την τελευταία του σύζυγο, τη Μαρία, και τον γιο τους Νικόλα στο Νέο Ηράκλειο. Με πολιτικό γάμο το 2001 και το 2015 παντρεύτηκε με θρησκευτικό γάμο την τέταρτη σύζυγο του. Τα τελευταία χρόνια της ζωής του αντιμετώπιζε προβλήματα υγείας. Μετά από πολύμηνη παραμονή στο νοσοκομείο “Αγία Όλγα”, απεβίωσε από καρδιοαναπνευστικά προβλήματα στις 23 Αυγούστου 2016, σε ηλικία 80 ετών.

 

 

Πηγές: Σαν σήμερα, el.wikipedia


AgrinioStories