6 Οκτωβρίου 2022

Συνέβη 14 Αυγούστου στην Ελλάδα και τον κόσμο

14 Αυγούστου 2022

Είναι η 226η ημέρα του έτους κατά το Γρηγοριανό ημερολόγιο.
Υπολείπονται 139 ημέρες για τη λήξη του
και 11 ΜΕΡΕΣ ΚΑΙ ΣΗΜΕΡΑ, για την έναρξη του LAKE PARTY στην ΤΡΙΧΩΝΙΔΑ.

🌅  Ανατολή ήλιου: 06:39 – Δύση ήλιου: 20:20 – Διάρκεια ημέρας: 13 ώρες 41 λεπτά
🌖  Σελήνη 17.4 ημερών

 

Γεγονότα

 

1846 – Ο αμερικανός συγγραφέας Χένρι Ντέιβιντ Θόροου φυλακίζεται, επειδή αρνείται να πληρώσει φόρο για λόγους ιδεολογίας. Ήταν Αμερικανός φιλόσοφος, φυσιοδίφης, συγγραφέας και ποιητής από το Κόνκορντ της Μασαχουσέτης. Είναι περισσότερο γνωστός για το βιβλίο του Γουόλντεν (Walden), μία αναζήτηση της απλής ζωής σε φυσικό περιβάλλον, και για το δοκίμιό του Resistance to Civil Government ή Civil Disobedience (= «Πολιτική ανυπακοή»), ένα επιχείρημα υπέρ της ανυπακοής προς ένα άδικο κράτος.
Συνολικά, τα γραπτά του Θόρω γεμίζουν περίπου 20 τόμους. Στο πεδίο της φυσικής ιστορίας, προφήτευσε τις μεθόδους και τα ευρήματα της οικολογίας. Ενδιαφερόταν επίσης για την επιβίωση σε εχθρικό περιβάλλον, ή έναντια στις ιστορικές μεταβολές και στη φυσική φθορά, ενώ ταυτόχρονα υποστήριζε την εγκατάλειψη της σπατάλης και των αυταπατών προκειμένου να ανακαλύψουμε τις αληθινές και ουσιώδεις ανάγκες της ζωής.
Σε όλη τη ζωή του υπεστήριξε την κατάργηση της δουλείας, δίνοντας διαλέξεις σχετικά. Κάποτε χαρακτηρίζεται ως αναρχικός, παρότι η Πολιτική ανυπακοή του καλεί περισσότερο για τη βελτίωση και όχι για την κατάργηση του κράτους.

1867 – Υπογράφεται στο Φεσλάου της Αυστρίας η μυστική συνθήκη της ελληνοσερβικής συμμαχίας, η οποία αποσκοπεί στην απελευθέρωση των χριστιανικών εδαφών που κατέχει η Οθωμανική Αυτοκρατορία στα Βαλκάνια. Η συνθήκη προτάθηκε από τον Έλληνα υπουργό εξωτερικών Χαρίλαο Τρικούπη και υπεγράφη από τον Πέτρο Ζάνο και τον πρίγκιπα Μιχαήλο Γ΄ Ομπρένοβιτς της Σερβίας. Ήταν η πρώτη προσπάθεια για μια συμμαχία μεταξύ Βαλκανικών χωρών ενάντια στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Οι δύο χώρες συμφώνησαν στα εδάφη που το καθένα από αυτά θα καταλάβει μετά από έναν επιτυχή πόλεμο κατά της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Η Συνθήκη δεν τέθηκε ποτέ σε ισχύ επειδή ο πρίγκιπας Μιχαήλο δολοφονήθηκε λίγο αργότερα.
Σκοπός της συμφωνίας ορίστηκε η απελευθέρωση όλων των χριστιανικών πληθυσμών της Ευρωπαϊκής Τουρκίας και του Αιγαίου ή κατ’ελάχιστο να προσαρτηθούν η Θεσσαλία και η Ήπειρος στην Ελλάδα και η Βοσνία και Ερζεγοβίνη στη Σερβία. Προβλέφθηκε ότι η προσάρτηση της Κρήτης από την Ελλάδα δεν θα έδινε δικαιώματα στη Σερβία. Μετά την απελευθέρωση οι πληθυσμοί θα αποφάσιζαν με δημοψήφισμα την ένωση με την Ελλάδα ή τη Σερβία ή την ανεξάρτητη ένταξη σε μια Βαλκανική Ομοσπονδία.
Το άρθρο 11 της συνθήκης προέβλεπε να καταβληθούν προσπάθειες συμμαχίας με το Μαυροβούνιο και τη Ρουμανία, και σε εφαρμογή αυτού η Σερβία σύναψε Συνθήκη Φιλίας με τη Ρουμανία στις 2 Φεβρουαρίου 1868, ενώ η Ελλάδα δεν ενδιαφέρθηκε για παρόμοιο σύμφωνο επειδή η Ρουμανία ήταν κράτος υποτελές στην Οθωμανική Αυτοκρατορία.

1974 – Εκδηλώνεται στην Κύπρο ο δεύτερος «Αττίλας». Στις 3.30 τα χαράματα της 14ης του Αυγούστου 1974 τελειώνουν με πλήρη αποτυχία στη Γενεύη οι τριμερείς διαπραγματεύσεις (Ελλάδας, Τουρκίας, Βρετανίας) για την κατάσταση στην Κύπρο και το κυπριακό πρόβλημα. Μία ώρα αργότερα, τα τουρκικά αεροσκάφη βομβαρδίζουν Λευκωσία, Αμμόχωστο και άλλα σημεία της Κύπρου. Ο «Αττίλας 2» είχε ξεκινήσει.
Από το μεσημέρι της 14ης του Αυγούστου, τουρκικά άρματα και ισχυρές δυνάμεις πεζικού αρχίζουν να κινούνται από Λευκωσία προς Αμμόχωστο, στα ανατολικά, και προς Λεύκα-Λιμνίτη, στα δυτικά. Το Πολεμικό Συμβούλιο, που συνεδριάζει στις 6 τα χαράματα υπό την προεδρία του Καραμανλή στην Αθήνα, διαπιστώνει την τραγική αδυναμία της Ελλάδας να συνδράμει στρατιωτικά την Κύπρο και έτσι οι ελληνικές αντιδράσεις περιορίζονται στο διπλωματικό τομέα. Μέχρι το βράδυ, η ελληνοκυπριακή αντίσταση έχει ουσιαστικά καταρρεύσει και τα οχυρά εγκαταλείπονται.
Στις 15 του Αυγούστου, τα στρατεύματα του «Αττίλα» μπαίνουν στην Αμμόχωστο, στις 16 του Αυγούστου ο «Αττίλας 2» ολοκληρώνεται με την κατάληψη της Μόρφου, ενώ η κυβέρνηση Κληρίδη μεταφέρεται πρόσκαιρα στη Λεμεσό, φοβούμενη ότι επίκειται κατάληψη της Λευκωσίας.
Οι Τούρκοι, έχοντας πετύχει τους στρατιωτικούς τους σκοπούς, δέχονται κατάπαυση του πυρός στις 6 το απόγευμα της 16ης του Αυγούστου 1974. Ηδη κατείχαν το 36,4% του κυπριακού εδάφους. Περίπου 2.000 Ελληνες και Ελληνοκύπριοι είχαν σκοτωθεί, πάνω από 1.600 ήταν οι αγνοούμενοι και 200.000 ήταν οι ξεριζωμένοι πρόσφυγες.
Η κυβέρνηση Καραμανλή στην Αθήνα αμέσως μετά το ναυάγιο των διαπραγματεύσεων στη Γενεύη, όπου οι Αμερικανοί έδειξαν να ρίχνουν το βάρος τους υπέρ της Τουρκίας, διαπιστώνει ότι βρίσκεται μεταξύ «σφύρας και άκμονος». Από τη μια βλέπει ότι οι «σύμμαχοί» της όχι μόνο δε συμμερίζονται τις θέσεις της, αλλά, αντίθετα, ενισχύουν με τη στάση τους τους εισβολείς. Από την άλλη, οι λαϊκές αντιδράσεις μεγαλώνουν στην Ελλάδα, όπου πλέον όλοι γνωρίζουν ότι πίσω από το πραξικόπημα στην Κύπρο και την τουρκική εισβολή είναι το ΝΑΤΟ και η μόνιμη επιδίωξη των ΗΠΑ και της Βρετανίας για τη «ΝΑΤΟποίηση» του νησιού.
Μπροστά σ’ αυτή την κατάσταση ο Κ. Καραμανλής, το πρωί της 14ης του Αυγούστου, ανακοινώνει την αποχώρηση της Ελλάδας από το στρατιωτικό σκέλος του ΝΑΤΟ. Ηταν ένας ελιγμός υπό το βάρος της λαϊκής πίεσης, με τον οποίο ωστόσο επιβεβαιωνόταν περίτρανα ο ρόλος της «Συμμαχίας» τόσο στα όσα προηγήθηκαν, όσο και στο συνεχιζόμενο έγκλημα κατά της Κύπρου.

1980 – Ο ηλεκτρολόγος Λεχ Βαλέσα ηγείται των απεργιών στα ναυπηγία του Γκντανσκ της Πολωνίας, προκαλώντας το κομουνιστικό καθεστώς της χώρας. Το απεργιακό κίνημα του Ιούλη-Σεπτέμβρη 1980 ξεκίνησε όπως και τα κινήματα του ‘70-‘7Ί και του ‘76. Σε μια υποβόσκουσα οικονομική κρίση όπου οι μισθοί εξανεμίζονται και οι επενδύσεις κεφαλαίου μειώνονται στη χώρα, όταν η αγροτική πολιτική αποτυγχάνει και το εξωτερικό χρέος φθάνει σε ύψος ρεκόρ (20 δις δολάρια), η εξουσία βρίσκεται μπροστά στο δίλημμα: ή να συμπιέσει ακόμα το εισόδημα των εργαζομένων προκαλώντας ταυτόχρονα έκρηξη της ταξικής πάλης ή να αυτοκαταστραφεί. Ανάμεσα στα δύο προκρίνει το πρώτο και έτσι την 1η Ιούλη του ‘80 ανακοινώνει αυξήσεις τιμών σε είδη πρώτης ανάγκης που είχαν παγώσει από το ‘76. Οι ανατιμήσεις αυτές ιδίως στο κρέας, φθάνουν το 60%. Ταυτόχρονα οι εργάτες έχοντας συνειδητοποιήσει τις δυνάμεις τους, αντιστέκονται στους ρυθμούς εντατικοποίησης της δουλειάς και μάλλον τους επιβραδύνουν. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το σλόγκαν που κυκλοφορούσε πλατειά ανάμεσα στους εργάτες: «είτε δουλεύεις είτε όχι, ο Γκιέρεκ σε πληρώνει γιατί σε φοβάται». Αυτή η εργατική τάξη έχοντας συνείδηση της δύναμης της απαντά άμεσα στις αυξήσεις. Την άλλη κιόλας μέρα ξεσπάν απεργίες στην Ursus και στην αυτοκινητοβιομηχανία Ζεράν, τις βιομηχανίες της περιοχής του Λοτζ, το εργοστάσιο ηλεκτρολογικού υλικού «Ρ. Λούξεμπουργκ» κ.ά.
Το απεργιακό κύμα για λίγο σταματά, αφού δίνονται στους απεργούς αυξήσεις της τάξης του 15-20%. Στις 14 του μήνα έχουμε γενική απεργία στο Λούμπιν (πόλη 300.000) πού σταματά στις 19 του μήνα, αφού οι απεργοί πέτυχαν αυξήσεις 10%. Μετά την απεργία του Λούμπιν, η εξουσία προσπαθώντας να εκτονώσει την αντίδραση δίνει αμέσως τις οικονομικές παροχές πού διεκδικούνται από τις επιμέρους απεργίες, με τη λογική του «διαίρει και βασίλευε». Όμως οι εξελίξεις είναι ραγδαίες: 14 Αυγούστου: απεργία 17.000 εργατών στα ναυπηγεία «Λένιν» του Γκντανσκ, δημιουργία διεργοστασιακών επιτροπών απεργίας (Δ.Ε.Α.) με 21 αιτήματα, εκ των οποίων μόνο δύο οικονομικά. 20 Αυγούστου: γενίκευση της απεργίας και δημιουργία Δ.Ε.Α, στο Στετίνο, τη Γκντύνια και αλλού, με κύριο αίτημα τη δημιουργία ανεξάρτητου συνδικάτου. 22 Αυγούστου: απεργούν 400 βιομηχανίες. 24 Αυγούστου: αλλαγές στην κυβέρνηση με καθαίρεση του πρωθυπουργού. 26 Αυγούστου: έναρξη συνομιλιών μεταξύ Δ.Ε.Α. και κράτους. 31 Αυγούστου: υπογραφή συμφωνίας με το κράτος στο Γκντανσκ. 5 Σεπτέμβρη: απομακρύνεται ο Γκιέρεκ από γραμματέας του κόμματος και αναλαμβάνει ο Κάνια. 27 Σεπτέμβρη: δημιουργείται η «Αλληλεγγύη». 10 Νοέμβρη: αναγνωρίζεται επίσημα η «Αλληλεγγύη» από το κράτος.

1996 – Νέα ένταση στην Κύπρο. Τουρκοκύπριοι δολοφονούν εν ψυχρώ τον 26χρονο Σολωμό Σολωμού, την ώρα που προσπαθεί να κατεβάσει την τουρκική σημαία στη Δερύνεια. Την ημέρα της κηδείας του Tάσου Ισαάκ, στις 14 Αυγούστου 1996, ημέρα μνήμης της κατάληψης της Αμμοχώστου, μία ομάδα από διαδηλωτές κατευθύνθηκαν προς το οδόφραγμα της Δερύνειας για να εναποθέσουν στεφάνια και λουλούδια στον χώρο της δολοφονίας του Tάσου Ισαάκ. Η σκηνή μετατράπηκε σε πεδίο μάχης, όταν εμφανίστηκε μια ομάδα «Γκρίζων Λύκων» και άρχισαν τον πετροπόλεμο. Ξαφνικά ξεπετάχτηκε μπροστά από τους διαδηλωτές ο Σολομών Σολωμού και ξεφεύγοντας από τους Κυανόκρανους πέρασε στη νεκρή ζώνη και προσπάθησε ν’ ανέβει σε έναν ιστό για να κατεβάσει την τουρκική σημαία, ενώ άλλοι διαδηλωτές προσπάθησαν να τον αποτρέψουν. Τούρκοι ελεύθεροι σκοπευτές από το απέναντι τουρκικό φυλάκιο τον πυροβόλησαν και ο Σολομών Σολωμού έπεσε νεκρός από σφαίρα στο λαιμό. Στη συνέχεια άρχισαν να ρίχνουν προς τους διαδηλωτές. Οι εθνοφρουροί πήραν θέση μάχης. Η σορός του Σολωμού απομακρύνθηκε από την περιοχή. Επίσης, αρκετά ακόμα άτομα τραυματίστηκαν από τις σφαίρες των Τούρκων στο χώρο του επεισοδίου.
Σύμφωνα με τις ελληνοκυπριακές αρχές, ένας από τους δολοφόνους του Σολομώντος Σολωμού, ήταν και ο Κενάν Ακίν, έποικος, πρώην αξιωματικός του τουρκικού στρατού, υπουργός του ψευδοκράτους και πράκτορας των τουρκικών μυστικών δυνάμεων. Ομάδα ανακριτών του Αρχηγείου Αστυνομίας και της Αστυνομικής Διεύθυνσης Αμμόχωστου, μετά από συντονισμένες εξετάσεις, εντόπισε τους δράστες εναντίον των οποίων εκδόθηκαν διεθνή εντάλματα σύλληψης. Το υλικό που εξασφαλίσθηκε χρησιμοποιήθηκε για προσφυγή στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων εναντίον της Τουρκίας. Κανένας από τους δράστες δε συνελήφθη.

2005 – Αεροσκάφος Boeing 737-400 της κυπριακής εταιρίας Helios, που είχε απογειωθεί από τη Λάρνακα με προορισμό την Αθήνα, συντρίβεται στο Γραμματικό, με αποτέλεσμα να σκοτωθούν και οι 121 επιβαίνοντες.
09:07 η μοιραία πτήση HCY 522 των Κυπριακών αερογραμμών Helios Airways, ένα Boeing 737-31S αναχωρεί από τη Λάρνακα με προορισμό την Πράγα στη Τσεχία.
09:37 εισήλθε στο FIR Αθηνών, όπου έγινε αυτομάτως η ταυτοποίηση του αεροσκάφους στο ραντάρ της Υπηρεσίας Πολιτικής Αεροπορίας της Ελλάδας.
10:07 ο Πύργος Ελέγχου του αεροδρομίου «Ελ. Βενιζέλος» επιχείρησε να επικοινωνήσει με το αεροσκάφος για να αρχίσει η διαδικασία καθόδου, χωρίς να υπάρξει ανταπόκριση. Ο Πύργος Ελέγχου συνέχισε τις επανειλημμένες κλήσεις και στη συχνότητα κινδύνου, χωρίς να καταστεί δυνατή η επικοινωνία.
10:20 ο ελεγκτής της εναερίου κυκλοφορίας της Υπηρεσίας Πολιτικής Αεροπορίας (ΥΠΑ) τηλεφώνησε στο αεροδρόμιο Λάρνακας, απ’ όπου ενημερώθηκε ότι είχε αναφερθεί πρόβλημα στο σύστημα κλιματισμού του αεροσκάφους.Λίγα λεπτά αργότερα, το αεροσκάφος χωρίς να επικοινωνεί, άρχισε να κάνει δεξιόστροφους κύκλους γύρω από την περιοχή Κέας, Κύθνου.
10:30 αεροσκάφη της πολεμικής αεροπορίας τίθενται σε ετοιμότητα
11:05 απογειώθηκαν από την Νέα Αγχίαλο δύο μαχητικά F-16 τα οποία ήρθαν σε οπτική επαφή με το αεροπλάνο.
11:25 οι πιλότοι των F-16 πλησιάζουν σε κοντινή απόσταση. Ο χειριστής του πρώτου F-16 διαπίστωσε ότι ο συγκυβερνήτης ήταν πεσμένος στο πιλοτήριο, ίσως λιπόθυμος, ενώ ο κυβερνήτης δε βρισκόταν στη θέση του. Στην οπτική επαφή τους, οι χειριστές των πολεμικών αεροσκαφών διαπίστωσαν ότι οι μάσκες οξυγόνου στην καμπίνα του αεροσκάφους ήταν ενεργοποιημένες
11:41 οι πιλότοι των μαχητικών είδαν τον φροντιστή Ανδρέα Προδρόμου να προσπαθεί να πάρει τον έλεγχο του αεροπλάνου.
11:50 Τα καύσιμα του αεροπλάνου τελείωσαν, σταμάτησε ο αριστερός
12:00 Σταμάτησε και ο δεξιός κινητήρας
12:05 Το αεροσκάφος συνετρίβη στην ορεινή περιοχή του Γραμματικού στην βόρεια Αττική.

 

Γεννήσεις

 

1851 – Γιαννούλης Χαλεπάς. Ο Γιαννούλης Χαλεπάς ήταν γόνος οικογένειας φημισμένων Τηνίων μαρμαρογλυπτών. Ο πατέρας του, Ιωάννης, και ο θείος του είχαν μεγάλη οικογενειακή επιχείρηση μαρμαρογλυπτικής με παραρτήματα στο Βουκουρέστι, την Σμύρνη και τον Πειραιά. Ο Γιαννούλης, ο μεγαλύτερος από τα πέντε αδέλφια του, είχε έφεση στην μαρμαρογλυπτική και βοηθούσε τον πατέρα του στα έργα που ετοίμαζε ο τελευταίος για διάφορες εκκλησίες. Οι γονείς του τον προόριζαν για έμπορο, αλλά ο ίδιος τελικά αποφάσισε να σπουδάσει γλυπτική.
Από το 1869 έως το 1872, μαθήτευσε στο Σχολείον των Τεχνών (την μετέπειτα Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών) με δάσκαλο τον Λεωνίδα Δρόση. Το 1873 έφυγε για το Μόναχο με υποτροφία τού Πανελλήνιου Ιδρύματος Ευαγγελιστρίας Τήνου, για να συνεχίσει τις σπουδές του στην Ακαδημία Καλών Τεχνών του Μονάχου με δάσκαλο τον Μαξ φον Βίντμαν (Max von Windmann). Κατά την διάρκεια της παραμονής του στο Μόναχο, εξέθεσε τα έργα του Το παραμύθι της Πεντάμορφης και Σάτυρος που παίζει με τον Έρωτα, για τα οποία και βραβεύθηκε. Παρουσίασε επίσης τον Σάτυρο που παίζει με τον Έρωτα, μαζί με το ανάγλυφο της Φιλοστοργίας, στην Έκθεση των Αθηνών το έτος 1875.
Ένα από τα πιο ονομαστά γλυπτά του Γιαννούλη Χαλεπά, η Κοιμωμένη, στον τάφο της Σοφίας Αφεντάκη στο Α’ Νεκροταφείο Αθηνών
Το 1876 επέστρεψε στην Αθήνα, όπου άνοιξε δικό του εργαστήριο. Το 1877 ολοκλήρωσε στο μάρμαρο τον Σάτυρο που παίζει με τον Έρωτα, και τον ίδιο χρόνο άρχισε να δουλεύει το πιο διάσημο γλυπτό του, την Κοιμωμένη για τον τάφο της Σοφίας Αφεντάκη στο Α΄ Νεκροταφείο Αθηνών. Την Κοιμωμένη του από το πήλινο πρόπλασμα την μετέφεραν αργότερα με το γλύφανό τους στο μάρμαρο οι μαρμαρογλύπτες Χαμηλός και Αλεξάκης.
Τον χειμώνα του 1877 προς 1878, ο Χαλεπάς υπέστη νευρικό κλονισμό. Χωρίς κανέναν προφανή λόγο, άρχισε να καταστρέφει έργα του, ενώ επιχείρησε κατ’ επανάληψη να αυτοκτονήσει. Σήμερα γνωρίζουμε ότι τα αίτια της ψυχασθένειάς του ήταν η τελειομανία του, η υπερκόπωση από την αδιάκοπη εργασία και ένας ατυχής έρωτας για μία νεαρή συμπατριώτισσά του, που την ζήτησε σε γάμο και οι γονείς της αρνήθηκαν να του την δώσουν. Ωστόσο, εκείνη την εποχή, με την ψυχολογία και την ψυχιατρική ακόμα στα πρώτα τους στάδια, οι γονείς του Χαλεπά και οι γιατροί δεν μπορούσαν να καταλάβουν τα βαθύτερα αίτια της ψυχασθένειας του νεαρού γλύπτη. Έτσι οι γονείς του τον έστειλαν ταξίδι στην Ιταλία, για να συνέλθει, αλλά η θεραπεία ήταν μόνο πρόσκαιρη. Με την επιστροφή του στην Ελλάδα άρχισαν ξανά τα συμπτώματα: καταβύθιση στην σιωπή, απομόνωση, παραμιλητό και αναίτιο γέλιο.
Καθώς η κατάστασή του επιδεινώνονταν συνεχώς, το 1888, οι γιατροί διέγνωσαν «άνοια» και οι δικοί του αποφάσισαν να τον κλείσουν στο Δημόσιο Ψυχιατρείο της Κέρκυρας. Στο ψυχιατρείο, ο Χαλεπάς αντιμετωπίστηκε με τον σκληρό τρόπο που αντιμετώπιζαν όλους τους ψυχασθενείς την εποχή εκείνη: οι γιατροί και οι φύλακες είτε του απαγόρευαν να σχεδιάζει και να πλάθει, είτε του κατέστρεφαν οτιδήποτε εκείνος είχε δημιουργήσει και είχε κρύψει στο ερμάριό του. Λέγεται πως από όσα προσπάθησε να δημιουργήσει μέσα στο ψυχιατρείο ένα μόνον έργο σώθηκε, κλεμμένο από κάποιον φύλακα και παραπεταμένο στα υπόγεια του ιδρύματος, όπου ξαναβρέθηκε τυχαία το 1942.[εκκρεμεί παραπομπή]
Το 1901 πέθανε ο πατέρας του και έναν χρόνο μετά η μητέρα του πήγε στο ψυχιατρείο, για να τον πάρει πίσω μαζί της στον Πύργο της Τήνου. Στην Τήνο έζησε υπό την αυστηρή επιτήρηση της μητέρας του, η οποία πίστευε ότι ο γιος της τρελάθηκε από την τέχνη. Για τον λόγο αυτό, η μητέρα του δεν του επέτρεπε να ασχοληθεί ξανά με την γλυπτική, σε σημείο που, αν εκείνος έφτιαχνε κάτι στοιχειώδες με κάρβουνο ή πηλό, εκείνη το κατέστρεφε.
Όταν πέθανε η μητέρα του το 1916, ο Χαλεπάς είχε ξεκόψει παντελώς από την τέχνη του. Ζούσε πάμφτωχος βοσκώντας πρόβατα και φέροντας το βαρύ στίγμα του τρελού του χωριού. Βρήκε ωστόσο το κουράγιο και άρχισε ξανά να ασχολείται με την γλυπτική. Τα μέσα που διέθετε ήταν παντελώς πρωτόγονα και το επαρχιακό περιβάλλον εχθρικό προς κάθε αλαφροΐσκιωτο, αλλά εκείνος με πείσμα άρχισε να δημιουργεί, για να κερδίσει τον χαμένο χρόνο.
Το 1923, ο Θωμάς Θωμόπουλος, καθηγητής στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο και θαυμαστής του Χαλεπά, αντέγραψε σε γύψο πολλά έργα του γλύπτη για να τα παρουσιάσει στην Ακαδημία Αθηνών το 1925. Η έκθεση αυτή είχε ως αποτέλεσμα να βραβευθεί ο γλύπτης το 1927 με το Αριστείο των Τεχνών. Το γνήσιο ταλέντο του αλλά και η φήμη του τρελού γλύπτη που ξαναβρήκε τα λογικά του τον καθιέρωσαν ως τον «Βαν Γκογκ», τον «Ροντέν» ή τον «Πικάσο» των νεωτεριστών καλλιτεχνών. Το 1928 πραγματοποιήθηκε δεύτερη έκθεση έργων του στο Άσυλο Τέχνης, και το 1930, με την επιμονή μιας ανεψιάς του, ο γλύπτης αποφάσισε να εγκατασταθεί στην Αθήνα.
Έζησε τα τελευταία χρόνια της ζωής του κοντά στους δικούς του, πάντα δημιουργικός και «μέσα στην πανελλήνια δόξα»

1906 – Γιώργος Θεοτοκάς. Ο Γιώργος Θεοτοκάς γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη στις 27 Αυγούστου το 1905. Φοίτησε στη Σχολή Ζαμαρία την περίοδο 1911-1913 και κατόπιν στο Εθνικόν Ελληνογαλλικόν Λύκειον, όπου και παρέμεινε μέχρι το 1922. Μετά τη Μικρασιατική καταστροφή το 1922, η οικογένεια Θεοτοκά εγκαταστάθηκε στην Αθήνα. Στην πρωτεύουσα ο Θεοτοκάς φοίτησε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, εγγραφόμενος σε αυτήν το 1922 από την οποία αποφοίτησε στις 26 Νοεμβρίου 1926. Τον Ιανουάριο του 1927 αναχώρησε για το Παρίσι με σκοπό την πραγματοποίηση ελεύθερων σπουδών στα αντικείμενα της νομικής, της ιστορίας και της φιλοσοφίας. To 1928 μετακομίζει από το Παρίσι στο Λονδίνο όπου μελετά το αγγλικό δίκαιο, την αγγλική φιλολογία και παρακολουθεί μαθήματα ιστορίας και πολιτισμού. Επέστρεψε λίγο αργότερα, το φθινόπωρο του 1929, στην Αθήνα και εργάστηκε ως δικηγόρος. Παράλληλα, δραστηριοποιήθηκε έντονα στον πνευματικό χώρο: Το 1929 εξέδωσε το δοκίμιό του Ελεύθερο πνεύμα, που εκ των υστέρων χαρακτηρίστηκε “μανιφέστο” της Γενιάς του ’30 και συνεργαζόταν με λογοτεχνικά περιοδικά, ενώ το 1933 κυκλοφόρησε το πρώτο λογοτεχνικό του έργο, το πρώτο μέρος του μυθιστορήματος Αργώ.
Η Ακαδημία Αθηνών τον βράβευσε με το «βραβείο πεζογραφίας» το 1939 για το μυθιστόρημά του Το δαιμόνιο. Το έργο του διακόπηκε όμως προσωρινά λόγω του ελληνοϊταλικού πολέμου του 1940: στις 22 Νοεμβρίου 1940 παρουσιάζεται εθελοντής στο Γουδί αλλά του αρνούνται την κατάταξη. Στις 3 Δεκεμβρίου του 1940 κατατάχθηκε στο Έμπεδο και στις 17 Ιανουαρίου 1941 αποστρατεύεται. Τον Φεβρουάριο του 1941 κατατάσσεται εκ νέου στον 12ο λόχο του ΓΕΑ, όπου θα εκπαιδευόταν στους όλμους. Τον Οκτώβριο του 1944 συναντά τον Γεώργιο Παπανδρέου ο οποίος του ζητάει να αναλάβει όποια δημόσια θέση επιθυμούσε. Αν και τελικά δεν ανέλαβε ο Θεοτοκάς συνέταξε Υπόμνημα για την κατάσταση των πνευμάτων στην Αθήνα το Φθινόπωρο του 1944. Στις 10 Μαΐου 1948 παντρεύεται τη βυζαντινολόγο Ναυσικά Στεργίου στη Θεσσαλονίκη.
Διετέλεσε διευθυντής του Εθνικού Θεάτρου τις περιόδους: 16 Φεβρουαρίου 1945-10 Μαΐου 1946 (αποπεμφθείς από την κυβέρνηση Τσαλδάρη), και 1952-1953. Ο Γεώργιος Θεοτοκάς ασχολήθηκε και με την πολιτική: υπήρξε υποψήφιος βουλευτής του Νομού Χίου το 1955, αλλά απέτυχε να εξασφαλίσει την εκλογή του. Στις εκλογές του Μαΐου 1958 προσέφερε αυτήν τη φορά τη δημόσια υποστήριξή του στο Κόμμα των Φιλελευθέρων, χωρίς να θέσει εκ νέου υποψηφιότητα. Από τον Αύγουστο του 1952 έως τις αρχές Φεβρουαρίου 1953 ταξιδεύει στις ΗΠΑ. Αφορμή του ταξιδιού του ήταν πρόσκληση του Στέιτ Ντιπάρτμεντ, το οποίο μέσω του προγράμματος μορφωτικών ανταλλαγών Smith-Mundt, στόχευε στη βελτίωση της εικόνας των ΗΠΑ μέσα στο πλαίσιο του Ψυχρού Πολέμου. Η επιλογή του είχε να κάνει και με την ιδιότητά του ως διευθυντή του Εθνικού Θεάτρου. Το 1960 επισκέπτεται την Αίγυπτο, το Όρος Σινάι και το Άγιο Όρος. Το 1961 ταξίδεψε στον Λίβανο και τη Συρία, το 1962 τη Ρουμανία, τη Σοβιετική Ένωση και την Περσία. Τον Δεκέμβριο του 1962 επισκέπτεται την ΕΣΣΔ ως μέλος μιας ομάδας ελλήνων διανοουμένων, οι οποίοι είχαν προσκληθεί στο πλαίσιο της ψυχροπολεμικής προπαγάνδας: επισκέφθηκε την Οδησσό, τη Μόσχα και το Λένινγκραντ. Τον Σεπτέμβριο του 1963 συμμετείχε μαζί με τον Ευάγγελο Παπανούτσο στην Υποεπιτροπή Παιδείας της Ενώσεως Κέντρου, η οποία συνέταξε ένα πλήρες σχέδιο για το εκπαιδευτικό σύστημα σε περίπτωση που η Ένωση Κέντρου ανελάμβανε την εξουσία. Το 1964 διορίστηκε πρόεδρος του Δ.Σ. του Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος. Το 1965 επισκέπτεται τη Βουλγαρία. Η σύζυγός του Ναυσικά Στεργίου πέθανε τον Ιούλιο του 1959 μετά από νόσο που της είχε διαγνωσθεί από τα τέλη του 1956. Το 1966 ξαναπαντρεύτηκε, αυτή τη φορά την Κοραλία Ανδρειάδη. Πέθανε στις 30 Οκτωβρίου του 1966 στην Αθήνα, σε ηλικία 61 χρόνων, από καρκίνο στο ήπαρ, ο οποίος δεν είχε διαγνωσθεί έγκαιρα.

1908 – Μάνος Κατράκης (Καστέλι Κισσάμου, 14 Αυγούστου 1908 – 2 Σεπτεμβρίου 1984) ήταν Έλληνας ηθοποιός του θεάτρου, του κινηματογράφου και της τηλεόρασης, και στα νιάτα του υπήρξε και ποδοσφαιριστής. Ήταν το μικρότερο από τα πέντε παιδιά του εμπόρου Χαράλαμπου Κατράκη και της Ειρήνης. Πριν συμπληρώσει τα 10 του χρόνια η οικογένειά του μετακόμισε στην Αθήνα καθώς οι δουλειές του πατέρα δεν πήγαιναν και τόσο καλά και θεώρησαν πως η πρωτεύουσα θα προσέφερε περισσότερες επαγγελματικές ευκαιρίες από τη Μεγαλόνησο. Κάποια στιγμή σε νεαρή ηλικία αναγκάζεται να γίνει ο προστάτης της οικογένειας, καθώς ο πατέρας του λείπει πια συνεχώς και ο μεγαλύτερος αδελφός του Γιάννης κατοικεί στην Αμερική.
Ο Κατράκης στα νεανικά του χρόνια έπαιξε ποδόσφαιρο και αγωνιζόταν στη θέση του σέντερ μπακ. Έπαιζε αρχικά στην ανεξάρτητη ομάδα του «Κεραυνού Πολυγώνου» και το 1925 μεταπήδησε στον Αθηναϊκό. Με τον Αθηναϊκό αγωνίστηκε στα πρωταθλήματα της Ε.Π.Σ.Α το 1924–25, όπου η ομάδα τερμάτισε τρίτη στον όμιλό της, και την περίοδο 1925–26, όπου η ομάδα τερμάτισε έκτη.
Ο Κατράκης εφανίστηκε για πρώτη φορά σε θεατρική σκηνή στην Αθήνα το 1927. Ο σκηνοθέτης Κώστας Λελούδας ενθουσιάστηκε από τη δυναμικότητά του. Έναν χρόνο μετά έπαιξε στην πρώτη ελληνική βουβή ταινία με τίτλο Το λάβαρο του ’21 (1928). Παράλληλα συμμετείχε σε θεατρικές παραστάσεις τοπικών θιάσων, μεταξύ των οποίων ο Θίασος Νέων του Ανδρέα Παντόπουλου και ο θιάσος της Μαρίκας Κοτοπούλη. Το 1931 μπήκε στο Εθνικό Θέατρο.
Τη δεκαετία του 1930 γνωρίστηκε με τον μαέστρο Δημήτρη Μητρόπουλο και έγιναν φίλοι. Από το 1933 έπαιξε κατά σειρά με τους θιάσους Λουδοβίκου Λούη, Μήτσου Μυράτ, Βασίλη Αργυρόπουλου και Μαρίκας Κοτοπούλη μέχρι το 1935, όταν επαναπροσλήφθηκε από το Εθνικό θέατρο.
Ο Κατράκης συμμετείχε στο μέτωπο και νυμφεύτηκε δεύτερη φορά αλλά ξαναχώρισε. Επίσης, έχασε τα δίδυμα παιδιά του. Το 1943, όταν ανέλαβε Πρόεδρος του Σωματείου Ελλήνων Ηθοποιών συνέβαλε στην ίδρυση του Κρατικού θεάτρου Θεσσαλονίκης.
Ο Κατράκης εντάχθηκε στο ΕΑΜ και στο ΚΚΕ κατά τη διάρκεια της Κατοχής, και πολέμησε στην Εθνική Αντίσταση. Η πεισματική άρνησή του να υπογράψει “δήλωση μετανοίας και αποκήρυξης των κομμουνιστικών ιδεών” οδήγησε σε διώξεις, βασανιστήρια και εξορία στη Μακρόνησο και τον Άη Στράτη για σχεδόν επτά χρόνια. Η φιλία του και η κοινή πορεία με συναγωνιστές του, όπως ο Γιάννης Ρίτσος, ο Τζαβαλάς Καρούσος και ο Γιάννης Χοντζέας, τον βοήθησαν να αντιμετωπίσει τις δραματικές αυτές στιγμές. Ταυτόχρονα εμψύχωνε σύντροφους του στη Μακρόνησο και στον Άη Στράτη.
Όταν στις αρχές της δεκαετίας του 1950 επιστρέφει στην Αθήνα οριστικά, το μετεμφυλιακό κλίμα είναι βαρύ. Αναγκάζεται να εργαστεί ευκαιριακά (στο ραδιόφωνο στην αρχή) αλλά σιγά-σιγά έπαιρνε μικρούς ή μεγαλύτερους ρόλους στο θέατρο και στον κινηματογράφο.
Το 1951-1952 διοργανώνει «ποιητικές απογευματινές» στο θέατρο Μουσούρη. Το 1952 πρωταγωνίστηε στον «Προμηθέα» του Αισχύλου με τον Θυμελικό θίασο του Καρζή σε Δελφούς και Αθήνα, όπου μετά την παράσταση δέχεται την έκφραση συγχαρητηρίων από τους Βασιλείς. Ακολούθως πρωταγωνίστησε στον θίασο της Κοτοπούλη και το 1953 οργάνωσε δικό του θίασο. Από το 1954, εργάζεται στο Θεάτρο Αθηνών κι από το επόμενο έτος, στο Εθνικό Λαϊκό Θέατρο.
Νυμφεύτηκε σε ηλικία 25 ετών την, επίσης ηθοποιό, Άννα Λώρη, αλλά σύντομα χώρισαν.
Την περίοδο της κατοχής παντρεύεται την Νένα Βρακοτσώλη, με την οποία είχε δεσμό πριν τον πόλεμο. Η γυναίκα του έμεινε έγκυος, αλλά οκτώ μηνών κάνει αποβολη και χάνει τα διδυμά της.
Το 1954, μετά από μία θεατρική πρεμιέρα, γνώρισε την τρίτη σύζυγό του, Λίντα Άλμα.
Η συνεχής καταπόνηση του οργανισμού του του δημιούργησε με τον καιρό προβλήματα και η υγεία του εξασθένησε. Αρνήθηκε να ακολουθήσει αυστηρό πρόγραμμα θεραπείας, όντας καπνιστής. Έτσι, λίγο μετά την ολοκλήρωση των γυρισμάτων της τελευταίας ταινίας όπου πρωταγωνίστησε με τίτλο Ταξίδι στα Κύθηρα, απεβίωσε στις 2 Σεπτεμβρίου του 1984, σε ηλικία 76 ετών, λόγω καρκίνου του πνεύμονα. Μέχρι το τέλος της ζωής του ήταν μέλος του ΚΚΕ. Κηδεύτηκε στο Α’ Νεκροταφείο Αθηνών.

 

Θάνατοι

 

1954 – Νίκος Πλουμπίδης (1902 – 14 Αυγούστου 1954) ήταν δάσκαλος και ηγετικό στέλεχος του ΚΚΕ κατά την περίοδο της μεταξικής δικτατορίας, τη Γερμανική Κατοχή και τον Εμφύλιο Πόλεμο στην Ελλάδα, αλλά και μία από τις πλέον τραγικές φυσιογνωμίες στην ιστορία του ΚΚΕ.
Έπαιξε πολύ σημαντικό ρόλο στην αναδιοργάνωση του ΚΚΕ στους πρώτους μήνες της Κατοχής και στην οργανωτική συγκρότηση του ΕΑΜ. Εκτελέστηκε ένα χρόνο περίπου μετά την εκτέλεση του Νίκου Μπελογιάννη και των συντρόφων του, έχοντας στιγματιστεί ως συνεργάτης της Ασφάλειας από τον Νίκο Ζαχαριάδη.
Ο Νίκος Πλουμπίδης γεννήθηκε στα Λαγκάδια Αρκαδίας στις 31 Δεκέμβρη του 1902 από φτωχή αγροτική οικογένεια. Υπηρέτησε στο στρατό για ένα χρόνο έως τον Οκτώβριο του 1923. Εγγράφεται αμέσως μετά στο Διδασκαλείο του Πύργου Ηλείας και αποφοιτά ως δάσκαλος τον Ιούλιο του 1924. Τον Σεπτέμβριο του 1926 διορίστηκε στη Βούρμπα Ελασσόνας και υπηρετεί εκεί ως το το 1929. Στην Ελασσόνα έρχεται σε επαφή με κομμουνιστές της περιοχής, διαβάζει τα πρώτα επαναστατικά βιβλία το “Αλφαβητάριο του κομμουνισμού” και τον “Ιστορικό υλισμό” του Μπουχάριν, αποδέχεται τις σοσιαλιστικές ιδέες και γίνεται μέλος του ΚΚΕ.
Παράλληλα αναπτύσσει συνδικαλιστική δράση στον διδασκαλικό κλάδο. Τον Αύγουστο του 1929 κατεβαίνει στην Αθήνα για μετεκπαίδευση στο Διδασκαλείο Στοιχειώδους Εκπαίδευσης και παίρνει μέρος στη μεγάλη φοιτητική απεργία του 1929, πιάνεται και ξυλοκοπείται άγρια. Οι γιατροί διαπιστώνουν ότι πάσχει από φυματίωση και μπαίνει για λίγο σε Σανατόριο.
Στα πρώτα βήματα της συνδικαλιστικής του πορείας εξελέγη μέλος της Εκτελεστικής Επιτροπής Δημοσιοϋπαλληλικής Ομοσπονδίας και λίγο αργότερα της Πανυπαλληλικής Συνομοσπονδίας. Για τις πρώτες του αυτές δραστηριότητες συνελήφθη τον Μάρτη του 1931, επί κυβερνήσεως Ελ. Βενιζέλου, για παράβαση του Ν.2229 του γνωστού Ιδιώνυμου και καταδικάστηκε σε 3 μήνες φυλάκιση με παράλληλη απόλυση από τη θέση του. Έκτοτε αφιερώθηκε στον συνδικαλισμό και αναδείχθηκε σε ηγετικό στέλεχος της Ενωτικής Γενικής Συνομοσπονδίας Εργατών Ελλάδος (ΕΓΣΕΕ). Από τον Γενάρη του 1934 έως τον Αύγουστο του 1935 αντιπροσωπεύει την Ενωτική ΓΣΕΕ στην Κόκκινη Συνδικαλιστική Διεθνή στη Μόσχα, όπου παράλληλα σπουδάζει στη Λενινιστική Σχολή (MLS).
Παράλληλα με τη συνδικαλιστική του δράση ανήλθε και στην ηγεσία του ΚΚΕ. Ανέλαβε διάφορες καθοδηγητικές θέσεις και συμμετείχε στην αντιπροσωπεία του ΚΚΕ που πήρε μέρος στο 7ο Συνέδριο της Γ’ Διεθνούς στη Μόσχα το καλοκαίρι του 1935. Στο δε 6ο Συνέδριο του ΚΚΕ τον Δεκέμβρη του 1935 ο Πλουμπίδης εκλέχτηκε στην Κεντρική Επιτροπή του κόμματος.
Οι στερήσεις και φυλακίσεις υπέσκαψαν την υγεία του και προσβλήθηκε από φυματίωση ήδη από το 1929.
Στη διάρκεια της δικτατορίας του Μεταξά ο Πλουμπίδης πέρασε στην παρανομία. Αρχικά ανέλαβε γραμματέας της παράνομης κομματικής επιτροπής του ΚΚΕ Θεσσαλίας στο Βόλο και στη συνέχεια στη Μακεδονία. Τον Ιούνιο του 1938, μετά από τις συλλήψεις πολλών ηγετικών στελεχών του ΚΚΕ τον Απρίλιο και Μάιο του ίδιου έτους, έγινε μέλος του Πολιτικού Γραφείου του κόμματος και μαζί με τους Γιώργη Σιάντο, Κώστα Θέο, Γρηγόρη Σκαφίδα και Δημήτρη Μιχελίδη ανέλαβαν την καθοδήγηση του ΚΚΕ. Ο ίδιος ανέλαβε στη Θεσσαλονίκη την καθοδήγηση του Μακεδονικού Γραφείου έως τον Απρίλιο του 1939, όπου και κατεβαίνει στην Αθήνα όταν αυτό εξαρθρώνεται από την Ασφάλεια.
Το χρονικό διάστημα μέχρι τον Μάιο του 1939 η ηγεσία του ΚΚΕ βρέθηκε αντιμέτωπη με τις πολλαπλές συλλήψεις ηγετικών στελεχών και μελών του κόμματος και προσπαθούσε σε πολύ δύσκολες συνθήκες να συντονίσει την καθοδήγηση του ΚΚΕ. Η ΚΕ του ΚΚΕ με εισήγηση των Θέου-Πλουμπίδη διέγραψε τον Φεβρουάριο του 1939 τα ηγετικά στελέχη του κόμματος Σ. Σκλάβαινα, Μ. Μανωλέα και Π. Δαμασκόπουλο. Οι δύο πρώτοι είχαν υπογράψει δήλωση μετανοίας στις φυλακές τις Κέρκυρας που εκρατούντο, ο δε Μανωλέας είχε περάσει στην υπηρεσία της Ασφάλειας. Για τον Δαμασκόπουλο που ήταν κουμπάρος του, ο Πλουμπίδης σχημάτισε λανθασμένα την εντύπωση ότι ήταν χαφιές της Ασφάλειας.
Στις 22 Μαΐου 1939 ο Πλουμπίδης συνελήφθη στο Κουκάκι από την Ασφάλεια σε κομματικό ραντεβού με τον Γ. Μιχαηλίδη, κατόπιν προδοσίας του Δ. Κουτσογιάννη, αλλά επειδή έπασχε από φυματίωση μεταφέρθηκε στο σανατόριο «Σωτηρία» στην πτέρυγα πολιτικών κρατουμένων. Τον Νοέμβριο του ίδιου έτους η Ασφάλεια πέτυχε τη σύλληψη του Σιάντου και του Σκαφίδα, οπότε η εκλεγμένη ΚΕ από το 6ο Συνέδριο του ΚΚΕ τον Δεκέμβρη του 1935 αποκεφαλίστηκε. Το μόνο ασύλληπτο μέλος εκείνης της ΚΕ ήταν ο Δαμιανός Μάθεσης ο οποίος είχε τεθεί στο περιθώριο γιατί υπήρχαν υποψίες ότι ήταν χαφιές της Ασφάλειας.
Τα ασύλληπτα στελέχη του ΚΚΕ Δημήτρης Παπαγιάννης, Βαγγέλης Κτιστάκης, Χρήστος Κανάκης και Σταματία Βιτσαρά – Κτιστάκη συγκρότησαν στα τέλη του 1939 νέα καθοδήγηση, τη λεγόμενη Παλιά Κεντρική Επιτροπή του ΚΚΕ (ΠΚΕ). Ο Πλουμπίδης που ήταν έγκλειστος στη Σωτηρία μέσω ενός παρανόμου δικτύου, συνδέθηκε με την ΠΚΕ και είχε την καθοδήγηση της, αρθρογραφώντας κατά διαστήματα στον παράνομο Ριζοσπάστη που εξέδιδε.
Η ΠΚΕ ήρθε σε σφοδρή αντιπαράθεση με την ασφαλίτικη Προσωρινή Διοίκηση που προκάλεσε μεγάλη σύγχυση στα μέλη του παράνομου ΚΚΕ. Μάλιστα η καθαρή ΠΚΕ κατηγορήθηκε ακόμα και από τον έγκλειστο στις φυλακές Νίκο Ζαχαριάδη σαν ασφαλίτικη και χαφιέδικη.
Η ΠΚΕ πήρε θέση κατά του πολέμου με την Ιταλία, λέγοντας ότι “τον πόλεμο τον έφερε η λαομίσητη δικτατορία που τάχθηκε με το μέρος της ιμπεριαλιστικής Αγγλίας που απειλεί τις δυνάμεις του άξονα”, οπότε είναι σύγκρουση μεταξύ της Ιταλίας και Αγγλίας, δηλαδή είναι “ιμπεριαλιστικός και από τις δυο πλευρές” και ότι “δεν έχει σχέση με την υπεράσπιση της πατρίδας, αλλά εξυπηρετεί τους εγγλέζους πλουτοκράτες και μια χούφτα από ντόπιους μεγαλοκαρχαρίες-ληστές”.
Επίσης ο Πλουμπίδης σε άρθρα του στον Ριζοσπάστη (Μάρτης & Ιούνης 1941) της ΠΚΕ κατήγγειλε το γνωστό γράμμα του Ζαχαριάδη της 31ης Οκτώβρη 1940 σαν πλαστό και προϊόν της Ασφάλειας.
Τον Ιούλιο του 1941 ο Πλουμπίδης έδωσε εντολή στα μέλη της ΠΚΕ να προσχωρήσουν στη Νέα Κεντρική Επιτροπή που είχε σχηματιστεί από στελέχη του ΚΚΕ που είχαν αποδράσει από τους τόπους κράτησής τους και να τους παραδώσουν τον παράνομο εκδοτικό μηχανισμό.
Μερικούς μήνες πριν την κατάληψη της χώρας από τους Γερμανούς ο Πλουμπίδης μεταφέρθηκε από το σανατόριο Σωτηρία στις φυλακές της Τρίπολης από όπου δραπέτευσε στις 26 Φλεβάρη του 1942 Αμέσως μετά την δραπέτευσή του φθάνει στην Αθήνα και εντάσσεται στην καθοδήγηση του ΚΚΕ. Παράλληλα εντάσσεται στις γραμμές της Εθνικής Αντίστασης, αναλαμβάνοντας την καθοδήγηση του Εργατικού ΕΑΜ. Το Δεκέμβριο της ίδιας χρονιάς εξελέγη μέλος του Πολιτικού Γραφείου του ΚΚΕ στη 2η Πανελλαδική Συνδιάσκεψη.
Σε όλη τη διάρκεια της Κατοχής έδρασε στην Αθήνα και ήταν από τους βασικούς διοργανωτές των κινητοποιήσεων του ΕΑΜ κατά της πολιτικής επιστράτευσης (Φλεβάρης-Μάρτης 1943), κατά της επέκτασης της βουλγαρικής ζώνης κατοχής (Ιούλιος 1943) κλπ.
Μετά την απελευθέρωση από τους Γερμανούς, τον Απρίλιο του 1945, εκλέχτηκε μέλος της Κεντρικής Επιτροπής από την 11η Ολομέλεια και συμμετείχε στο νέο Πολιτικό Γραφείο. Μετά την επάνοδο όμως του Νίκου Ζαχαριάδη από το Νταχάου το Μάιο του 1945, ο Ν. Πλουμπίδης δεν εκλέχτηκε ξανά στο Πολιτικό Γραφείο.
Όταν στα τέλη του 1947 το ΚΚΕ τέθηκε εκτός νόμου και η ηγεσία του έφυγε για τους ορεινούς όγκους της βόρειας Πίνδου, ο Πλουμπίδης παρέμεινε στην Αθήνα και ανέλαβε την καθοδήγηση των οργανώσεων του ΚΚΕ στην Αθήνα και τον Πειραιά μαζί με την Χρύσα Χατζηβασιλείου. Την άνοιξη του 1948 που έφυγε και η Χατζηβασιλείου για το Γράμμο, ο Πλουμπίδης μαζί με τον Στέργιο Αναστασιάδη ανέλαβαν την καθοδήγηση και μετά τη σύλληψη του Αναστασιάδη τον Μάρτη του 1949 συνέχισε μόνος του την κομματική καθοδήγηση των παράνομων οργανώσεων του ΚΚΕ στην πρωτεύουσα.
Όταν τελείωσε ο Εμφύλιος Πόλεμος τέθηκε επικεφαλής της παράνομης κομματικής οργάνωσης εσωτερικού, φροντίζοντας και την έκδοση της εφημερίδας “Δημοκρατικός” που αποτελούσε και το νόμιμο προσωπείο του παράνομου ΚΚΕ, που διεύθυνε ο Διονύσης Χριστάκος και αρθρογραφούσε ο Μιχάλης Κύρκος (πατέρας του Λεωνίδα Κύρκου).
Σημειώνεται ότι την εποχή εκείνη (1950), το εκτός νόμου ΚΚΕ διέθετε δύο παράνομους μηχανισμούς – κλιμάκια που διεύθυναν τον πολιτικό αγώνα από κρησφύγετα, ο μεν πρώτος ελεγχόταν από τους Ν. Πλουμπίδη και Ν. Μπελογιάννη (που είχε επιστρέψει κρυφά στην Ελλάδα τον Ιούνιο του 1950), το οποίο ερχόταν σε επαφή με το κόμμα μέσω του Ν. Βαβούδη και ο δεύτερος, η λεγόμενη ΕΠΟΝ, που ελεγχόταν από τον Στ. Κασιμάτη. Ο πρώτος είχε χαρακτήρα περισσότερο ανεξάρτητο αλλά συνωμοτικό και συγκροτούνταν από τους παλαιότερους κομμουνιστές ενώ στον δεύτερο συμμετείχαν νέοι, κυρίως Μακρονησιώτες και διάφοροι άλλοι που είχαν υποστεί πρόσφατες διώξεις, που και αυτός όμως ο μηχανισμός δρούσε ανεξάρτητα από τον πρώτο και χωρίς να διατηρούν σχέση μεταξύ τους. Η δε ηγεσία του ΚΚΕ παρέμενε εκτός Ελλάδας σε χώρες του Ανατολικού Συνασπισμού.
Κατά την αρχική σύλληψη του Νίκου Μπελογιάννη (20 Δεκεμβρίου 1950) και 90 περίπου άλλων στελεχών του ΚΚΕ, από τις αστυνομικές Αρχές, με την κατηγορία της κατασκοπείας, ο Νίκος Πλουμπίδης διέφυγε τη σύλληψη και έκτοτε παρέμενε “εν κρυπτώ” σε διάφορα κρησφύγετα. Όταν ιδρύθηκε η ΕΔΑ (3 Αυγούστου του 1951) πρότεινε τότε ο Ζαχαριάδης στην εκτελεστική επιτροπή, για τις επικείμενες εκλογές, να χρίσει υποψηφίους βουλευτές της τους Νίκο Πλουμπίδη και Νίκο Μπελογιάννη. Η ΕΔΑ όμως φοβούμενη μην εκτεθεί για συνεργασία με το παράνομο ΚΚΕ, αντ΄ αυτών προτίμησε να συμπεριλάβει τους Μανώλη Γλέζο και Αντώνη Αμπατιέλο, επίσης θανατοποινίτες, που έχαιραν όμως ευρύτερης αποδοχής.
Στη συνέχεια με την ανακάλυψη των δύο παράνομων ασυρμάτων του ΚΚΕ, σε σπίτια στην Ανω Γλυφάδα και την Καλλιθέα (13 Νοεμβρίου 1951), ακολούθησε η δεύτερη δίκη του Ν. Μπελογιάννη και κάποιων συντρόφων του αυτή τη φορά σε τακτικό στρατοδικείο το οποίο την 1η Μαρτίου του 1952 εξέδωσε επίσης θανατική ποινή, όπως είχε εκδώσει και το προηγούμενο έκτακτο στρατοδικείο, “δις εις θάνατον” σε συνολικά οκτώ «εχθρούς της πατρίδος», στους Ν. Μπελογιάννη, Δημήτρη Μπάτση (διαπρεπή οικονομολόγο), Η. Αργυριάδη, Ν. Καλούμενο, Χ. Τουλιάτο, Μ. Μπιομπιάνο, Τ. Λαζαρίδη και Έλλη Παππά, (αδελφή της Διδώς Σωτηρίου), που η ποινή της μετατράπηκε σε ισόβια δεσμά λόγω πρόσφατης μητρότητας.
Στο χρονικό στάδιο που ακολούθησε, σε αναμονή της απόφασης του Συμβουλίου Χαρίτων που είχαν προσφύγει οι θανατοποινίτες και συγκεκριμένα την 12η ημέρα όλως απροσδόκητα ο Ν. Πλουμπίδης έστειλε “ανοικτή επιστολή”, στον τύπο, στην οποία υπήρχαν και τα δακτυλικά αποτυπώματά του για να μην αμφισβητηθεί η γνησιότητά της, στην οποία ανέφερε ότι οι ασύρματοι που είχαν εντοπιστεί και επί των οποίων στηρίχθηκε το κατηγορητήριο ελέγχονταν από τον ίδιο και όχι από τον Μπελογιάννη, ο οποίος είχε σταλεί στην οργάνωση από την Ηγεσία σε αντικατάσταση αυτού (του Πλουμπίδη).
Τότε ο Ζαχαριάδης που βρισκόταν με την ηγεσία του κόμματος στο Βουκουρέστι και από εκεί συντόνιζε τη δράση του ΚΚΕ, από τον λεγόμενο τότε “Ραδιοφωνικό σταθμό της ελεύθερης Ελλάδας”, στην ελληνόφωνη εκπομπή “Φωνή της Αλήθειας”, δήλωσε ότι η επιστολή αυτή ήταν κατασκεύασμα της Αστυνομίας και ότι ο Πλουμπίδης βρισκόταν στο εξωτερικό. Αντίθετα στη δήλωση αυτή το Υπουργείο Εσωτερικών ανακοινώνει επίσημα πως ο γραφικός χαρακτήρας της επιστολής και η υπογραφή είναι γνήσια. Η επιστολή του Ν. Πλουμπίδη δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα “Προοδευτική Αλλαγή” στις 16 Μαρτίου (1952) όπου ανέφερε:
«1. Εγώ και όχι ο Μπελογιάννης είμαι υπεύθυνος για την παράνομη οργάνωση του ΚΚΕ. Κατά συνέπεια ευθύνομαι για όλες τις πρωτοβουλίες και ενέργειες αυτής της οργάνωσης. 2. Δεν έχω σκοπό να παραστήσω τον γενναιόψυχο εκ του ασφαλούς. Δεσμεύομαι να παραδοθώ στις Αρχές για να δικαστώ, ευθύς μόλις η καταδίκη του φίλου μου και συντρόφου Μπελογιάνη ακυρωθεί. Νίκος Πλουμπίδης, μέλος της Κ.Ε. του ΚΚΕ. Υ.Γ. Πολλοί είναι εκείνοι που γνωρίζουν τον γραφικό μου χαρακτήρα. Εντούτοις για το γνήσιο της επιστολής, προσθέτω τα δακτυλικά μου αποτυπώματα. Αθήνα 12-3-1952.»
Όταν η επιστολή αυτή έγινε γνωστή στον Ν. Μπελογιάννη που ανέμενε στη φυλακή την απόφαση του Συμβουλίου Χαρίτων, φέρεται να δήλωσε στο συνήγορό του Μηνά Γαλέο, που τον επισκέφτηκε, «ο Νίκος Πλουμπίδης σε καμιά περίπτωση δεν ήταν όργανο της ασφάλειας». Αντίθετα όμως, στο παρασκήνιο, το ΚΚΕ είχε ήδη αρχίσει να διαδίδει στις οργανώσεις του ότι ο Πλουμπίδης είναι «χαφιές». Τελικά η επιστολή αυτή ως ομολογία παράνομης πράξης, αν και κρίθηκε επίσημα γνήσια, εντούτοις δεν λήφθηκε υπόψη, παρότι συνιστούσε σοβαρό λόγο αναψηλάφησης, ή τουλάχιστον αναστολής εκτέλεσης της απόφασης, κατά σαφή παράβαση της Ποινικής Δικονομίας. Το γεγονός αυτό συνέτεινε ώστε πολλοί δημοσιογράφοι, ερευνητές, πολιτικοί αναλυτές κ.λπ., να θεωρήσουν και να συνεχίζουν να θεωρούν, ανεξάρτητα πολιτικού χώρου, την εκτέλεση του Ν. Μπελογιάννη ως δολοφονία.
Ο υπεύθυνος των ασυρμάτων Νίκος Βαβούδης έστελνε αναφορές ότι υπήρχαν χαφιέδες στον παράνομο μηχανισμό. Λόγω φόβου, κακής συνεννόησης αλλά και διαφορετικού πολιτικού υποβάθρου διατυπώνονταν διαφορετικές πολιτικές από τους δυο μηχανισμούς, καθώς και υπήρχε αμοιβαία καχυποψία λόγω των συνεχιζόμενων συλλήψεων. Μετά την σύλληψη Μπελογιάννη ο δεύτερος μηχανισμός που καθοδηγούσε το στέλεχος της ΕΠΟΝ Σταύρος Κασσιμάτης καθώς και ο Βαβούδης, διατυπώνανε υποψίες περί προδοσίας του Πλουμπίδη, ενώ και η Έλλη Παππά είχε διατυπώσει ερωτηματικά για τη δράση του αν και τον υπερασπιζόταν.
Τελικά ο Πλουμπίδης συνελήφθη από τις αστυνομικές αρχές στις 25 Νοεμβρίου 1952, επί κυβερνήσεως Α. Παπάγου, πέντε μήνες μετά την εκτέλεση του Ν. Μπελογιάννη, στο κρησφύγετό του στη συνοικία Κολωνό (Αθήνα), σε πολύ προχωρημένο στάδιο φυματίωσης. Επτά μήνες αργότερα τον Ιούλιο του 1953, το έκτακτο στρατοδικείο Αθηνών τον καταδίκασε “δις εις θάνατο”. Μετά την καταδικαστική απόφαση παρέμεινε για μισό περίπου μήνα στο παράρτημα-φυλακή του σανατορίου “Σωτηρία”. Την αυγή της 14ης Αυγούστου του 1954 μεταφέρθηκε στο δάσος του Δαφνιού όπου και εκτελέστηκε επιδεικνύοντας θάρρος αρνούμενος θεία μετάληψη και κάλυψη των ματιών του, τραγουδώντας την “Διεθνή”. Το ΚΚΕ προχώρησε στην διαγραφή του από το ΠΓ τον Ιούλιο τού ’52, ενώ μετά την εκτέλεσή του, ανέφερε απ’ το ραδιόφωνο, ότι ο Πλουμπίδης δεν πέθανε, αλλά μεταφέρθηκε στην Αμερική, όπου γεμίζει τις μέρες και τις τσέπες του με το πικρό αντίτιμο τής προδοσίας.

1956 – Μπέρτολτ Μπρεχτ. Γεννήθηκε το 1898 στο Άουγκσμπουργκ της Βαυαρίας και πέθανε το 1956 στο Ανατολικό Βερολίνο. Η μητέρα του ήταν Προτεστάντισσα και ο πατέρας του Ρωμαιοκαθολικός διευθυντής εταιρείας χάρτου. Είχε έναν νεότερο αδερφό, τον επιστήμονα Βάλτερ Μπρεχτ (1900-1986). Σπούδασε ιατρική και φιλοσοφία στο Πανεπιστήμιο του Μονάχου (1917-1921), χωρίς να είναι επιμελής στις ιατρικές σπουδές του, αφού τον κέρδιζε ήδη η λογοτεχνία. Επιστρατεύτηκε ως νοσοκόμος και υπηρέτησε στον Α΄ Παγκόσμιο πόλεμο. Άρχισε να γράφει ποιήματα και θεατρικά. Η πρώτη συλλογή ποιημάτων του ήταν το Εγκόλπιο ευσέβειας (Hauspostille).
Κατά τη διάρκεια της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης συνάντησε και εργάστηκε με τον συνθέτη Χανς Άισλερ (Hanns Eisler) και ανέπτυξαν φιλία ζωής. Γνώρισε επίσης τη Χελένε Βάιγκελ (Helene Weigel), τη μετέπειτα δεύτερη γυναίκα του, που τον συνόδεψε αργότερα στην εξορία μέχρι το τέλος της ζωής του.
Τον Ιανουάριο του 1919 η τότε 17χρονη εφηβική του αγάπη Πάουλα Μπάνχολτσερ του ανακοίνωσε πως έμεινε έγκυος, αλλά στην κίνηση του Μπρεχτ να τη ζητήσει σε γάμο, ο πατέρας της αποκρίθηκε αρνητικά και την έστειλε μακριά, σε ένα χωριό του Άλγκοϊ. Εκεί στις 31 Ιουλίου έφερε στον κόσμο ένα αγόρι, το οποίο ονόμασε Φρανκ (Frank Banholzer, 1919-1943), ένα όνομα εμπνευσμένο από τον θεατρικό συγγραφέα Φρανκ Βέντεκιντ (Frank Wedekind, 1864-1918), τον οποίο ο Μπρεχτ είχε ως πρότυπο.
Το Νοέμβριο του 1922 νυμφεύθηκε την τότε σύντροφό του, τραγουδίστρια της όπερας Μαριάννε Τσοφ (Marianne Zoff). Η κόρη τους Χάννε Μαριάννε Μπρεχτ (μετέπειτα ηθοποιός, γνωστή με το επώνυμο του συζύγου της ως Χάννε Χίομπ) γεννήθηκε τέσσερις μήνες αργότερα. Το 1923 προσλήφθηκε βοηθός σκηνοθέτη στο γερμανικό θέατρο του Βερολίνου υπό τη διεύθυνση του Μαξ Ράινχαρτ. Άρχισε να φοιτά στη Μαρξιστική Εργατική Σχολή και μελέτησε τον διαλεκτικό υλισμό. Το 1930 νυμφεύθηκε τη Χελένε Βάιγκελ, με την οποία απέκτησαν έναν γιο, τον συγγραφέα Στέφαν Μπρεχτ (1924-2009) και αργότερα μια κόρη, την θεατρική ηθοποιό Μπάρμπαρα Μπρεχτ-Σαλ (1930-2015), που έγινε και η κύρια κληρονόμος και διαχειρίστρια των δικαιωμάτων του Μπέρτολτ Μπρεχτ.
Η προσαρμογή της Όπερας των ζητιάνων του Τζον Γκέι με το όνομα Η όπερα της πεντάρας (Die Dreigroschenoper, 1928) σε στίχους του Μπρεχτ και μουσική Κουρτ Βάιλ προκάλεσε αίσθηση στο Βερολίνο και ο αντίκτυπος του επηρέασε την παγκόσμια σκηνή Μιούζικαλ. Στην όπερα αυτή ο Μπρεχτ στηλίτευε την «καθώς πρέπει» βερολινέζικη αστική τάξη που προσήπτε στο προλεταριάτο έλλειψη ηθικής.
Το 1933, με την άνοδο του ναζισμού στη Γερμανία, ο Μπρεχτ αυτοεξορίστηκε μέχρι το έτος 1948. Έζησε πρώτα στη Δανία και τη Φινλανδία και μετά στις ΗΠΑ καθ’ όλη τη διάρκεια του πολέμου. Στη Μόσχα εξέδωσε σε συνεργασία με άλλους Γερμανούς συγγραφείς το περιοδικό Η Λέξη (Das Wort). Στις ΗΠΑ δέχθηκε έντονες διώξεις από το Μακαρθικό καθεστώς. Μετά το τέλος του πολέμου εγκαταστάθηκε στη Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας και μαζί με τη Χελένε Βάιγκελ ίδρυσαν το 1949 το Μπερλίνερ Ανσάμπλ (Berliner Ensemble). Το 1950 εκλέχτηκε μέλος της Ακαδημίας Τεχνών. Τιμήθηκε με το Εθνικό Βραβείο της ΛΓΔ το 1951 και με το Βραβείο Λένιν για την Ειρήνη το 1954.

1988 – Έντζο Φεράρι. Ο Φερράρι γεννήθηκε στη Μόντενα της βόρειας Ιταλίας στις 18 Φεβρουαρίου 1898. Ο πατέρας του, Αλφρέντο, είχε ένα μικρό χυτήριο, στο οποίο κατασκεύαζε υπόστεγα και ράμπες για λογαριασμό των ιταλικών σιδηροδρόμων. Ο μικρός Έντσο δεν ενδιαφέρθηκε ποτέ ιδιαίτερα για το σχολείο, είχε άλλα οράματα, αν και αργότερα έλεγε ότι είχε μετανιώσει γι’ αυτό. Όταν ήταν δέκα ετών, ο πατέρας του τον πήγε, μαζί με τον μεγαλύτερο αδελφό του, Αλφρέντο νεότερο, να παρακολουθήσουν τον αγώνα του σιρκουί της Μπολόνια (1908). Στον αγώνα αυτό παρακολούθησε τον Βιντσέντσο Λάντσια να συναγωνίζεται με τον Φελίτσε Νατσάρρο (Felice Nazarro) Ο αγώνας αυτός επηρέασε σημαντικά την πορεία της ζωής του μικρού Έντσο: Αφού παρακολούθησε αρκετούς ακόμη αγώνες αυτοκινήτου, πήρε την απόφαση να γίνει οδηγός αγώνων.
Το 1916 μια συμφορά, που επίσης θα σημαδέψει τη ζωή του Έντσο, κτύπησε την οικογένεια: Ο πατέρας του και ο μεγαλύτερος αδελφός του πέθαναν από την επιδημία γρίπης που έπληξε τον ιταλικό στρατό, καθώς ήδη η Ιταλία βρισκόταν εμπλεγμένη στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο ήδη από το 1915. Ο ίδιος ο Έντσο στρατεύθηκε και κατετάγη στο 3ο Σύνταγμα Αλπινιστών, με κύρια ενασχόλησή του την προσθήκη πέταλων σε μουλάρια. Προσεβλήθη και ο ίδιος από την επιδημία, το 1918, αλλά επέζησε. Ο θάνατος του Αλφρέντο και του μεγαλύτερου γιου του οδήγησαν την οικογενειακή επιχείρηση σε κατάρρευση.
Μετά τον Πόλεμο, ο Φερράρι αναζήτησε εργασία, έχοντας συστατική επιστολή από τον Συνταγματάρχη της μονάδας που υπηρέτησε. Αρχικά έκανε αίτηση πρόσληψης στην Φίατ, η οποία δεν έγινε δεκτή. Κατάφερε, τελικά, να προσληφθεί από μια πολύ μικρότερη εταιρεία κατασκευής αυτοκινήτων, την Costruzioni Meccaniche Nazionali (CMN), η οποία ανακατασκεύαζε αμαξώματα λεωφορείων και επιβατικών αυτοκινήτων. Η εταιρεία διέθετε και αγωνιστικό τμήμα, με το οποίο ο Φερράρι έλαβε μέρος σε μερικούς αγώνες, το 1919, αλλά χωρίς ιδιαίτερες επιτυχίες, καθώς στον αγώνα του Τάργκα Φλόριο του 1919 τερμάτισε ένατος. Σύμφωνα με άλλες πηγές, η πρώτη του εργασία μετά τον Πόλεμο ήταν στην εταιρεία Vespa, ως οδηγός δοκιμών.
Με τη βοήθεια του φίλου του Ούγκο Σιβότσι (Ugo Sivocci) κατόρθωσε, τελικά, να προσληφθεί από την Άλφα Ρομέο και, το 1920, σημείωσε την πρώτη του αγωνιστική επιτυχία. Το 1923 κέρδισε τον αγώνα “σιρκουί του Σιβότσι” στη Ραβέννα. Εκεί, η οικογένεια του άσσου πιλότου Φραντσέσκο Μπαράκκα (Francesco Baracca), ο οποίος είχε φονευθεί σε κάποια αερομαχία, τού χάρισε, τιμής ένεκεν για να του φέρει τύχη στους αγώνες, το προσωπικό έμβλημα του Μπαράκκα, που απεικόνιζε ένα άλογο ορθωμένο στα πίσω πόδια του μέσα σε μια κίτρινη ασπίδα. Το έμβλημα του Μπαράκκα έμελλε να γίνει το έμβλημα της Scuderia Ferrari το 1932.
Ο Έντσο συνέχισε να τρέχει σε αγώνες και, το 1924, κατήγαγε τη σημαντικότερη νίκη του: Κέρδισε το Coppa Acerbo της Πεσκάρα οδηγώντας μια Άλφα Ρομέο RL. Κέρδισε, επίσης, και άλλους μικρότερης σημασίας αγώνες. Το 1925 ο Μπενίτο Μουσολίνι ανέλαβε την εξουσία στην Ιταλία. Εγκαθιδρύοντας το φασιστικό καθεστώς του, εκμεταλλεύτηκε στο έπακρο την προπαγάνδα και, στα μάτια του φασίστα ηγέτη, ο Φερράρι είχε κερδίσει στους αγώνες για λογαριασμό της Ιταλίας. Ως συνέπεια, ο Μουσσολίνι απένειμε στον Φερράρι τον τίτλο του Ιππότη της Τάξεως του Στέμματος της Ιταλίας (Cavaliere dell’ordine della Corona d’Italia) και δίνοντάς του τον “βαθμό” του Commendatore (διοικητή),  ενώ το όνομά του χρησιμοποιήθηκε σε όλα σχεδόν τα μέσα μαζικής ενημέρωσης της εποχής.
Ο Φερράρι αντιμετώπισε συναισθηματική κατάρρευση το ίδιο έτος, με συνέπεια να εγκαταλείψει για δύο σχεδόν χρόνια τους αγώνες, απέχοντας από αυτούς. Μεταξύ άλλων αρνήθηκε να λάβει μέρος σε κάποιον σημαντικό αγώνα, τον οποίο επρόκειτο να παρακολουθήσει και ο Μουσολίνι. Επανήλθε στους αγώνες το 1927, αλλά χωρίς να επιτύχει σημαντικά αποτελέσματα: Είχε ήδη προσανατολιστεί στο στόχο του μηχανικού επισκευών για λογαριασμό της Άλφα Ρομέο.
Το 1929 δημιουργεί μια ομάδα τεχνικών και οδηγών για το αγωνιστικό τμήμα της Άλφα Ρομέο. Ονομάζει την ομάδα αυτή Scuderia Ferrari και συνεχίζει να εργάζεται για την Άλφα, αν και έχει ως χορηγούς και τους δύο αδελφούς, Αουγκούστο και Αλφρέντο Κανιάνο, οι οποίοι κατέχουν μια βιομηχανία υφασμάτων με έδρα την Καρράρα. Συνέχισε να τρέχει σε αγώνες και ο ίδιος, αλλά σποραδικά, ως το 1932.
Το 1932 νυμφεύεται την Λάουρα και το ίδιο έτος γεννιέται ο γιος τους Αλφρέντο (υποκ. Dino). Ο Έντσο τον προόριζε για διάδοχό του, αλλά ο Αλφρέντο απεβίωσε από μυική δυστροφία το 1956. Στο μεταξύ επιδεικνύει αξιοθαύμαστες διοικητικές ικανότητες στην ομάδα του, αλλά και μεγάλο ενδιαφέρον για την τεχνική πλευρά του αυτοκινήτου και όχι πλέον για την αγωνιστική οδήγηση. Για το σκοπό αυτό είχε περιλάβει στην ομάδα του οδηγούς όπως ο Τάτσιο Νουβολάρι, ο Τζουζέππε Καμπάρι και ο Ακίλε Βάρτσι (Achille Varzi). Παράλληλα, ο Φερράρι συνήψε συμβόλαια και με άλλες εταιρείες, όπως η Shell, η Bosch και η Πιρέλλι.
Το 1933 η Άλφα Ρομέο, αντιμετωπίζοντας οικονομικά προβλήματα, αποσύρθηκε από τους αγώνες Γκραν Πρι και σχεδόν σταμάτησε να χρηματοδοτεί την ομάδα του Έντσο, η οποία αντιμετώπισε με τη σειρά της τον κίνδυνο κατάρρευσης, διασωζόμενη τελικά από τον Τζοβάννι Μπαττίστα Πιρέλλι (Giovanni Battista Pirelli), δημιουργό της μεγάλης φίρμας ελαστικών, χάρη στην παρέμβαση του οποίου η ομάδα διασφάλισε έξι Άλφα Ρομέο P3 για να συνεχίσει τις δραστηριότητές της. Ωστόσο, παρά την παρουσία ικανότατων οδηγών, οι νίκες της ομάδας ήταν λίγες, καθώς ήταν η εποχή που οι ομάδες των Μερτσέντες και Άουτο Ουνιόν (πρoγόνου της Audi) κυριαρχούσαν στο χώρο των αγώνων αυτοκινήτου. Η μεγαλύτερη επιτυχία της ομάδας του Φερράρι ήλθε το 1935: Ο Νουβολάρι, οδηγώντας μια παλαιά Άλφα Ρομέο P3 της ομάδας κέρδισε τις δύο γερμανικές εταιρείες “εντός έδρας”, καταλαμβάνοντας την πρώτη θέση στο γερμανικό Γκραν Πρι. Τελικά, το 1937, ο Φερράρι εγκατέλειψε την Άλφα Ρομέο, έχοντας συνάψει τη συμφωνία να μη σχεδιάσει και να μη τρέξει σε κανέναν αγώνα με το όνομα της ομάδας του επί τέσσερα χρόνια.
Ο Φερράρι αποφασίζει να συνεχίσει με την ομάδα του. Έχοντας υπογράψει το δεσμευτικό σχετικά με τη χρήση του ονόματός του συμβόλαιο με την Άλφα Ρομέο, δημιουργεί μια νέα εταιρεία, την οποία ονομάζει Auto-Avio Costruzioni S.p.A. η οποία αναλάμβανε να προμηθεύει διάφορους πελάτες με ανταλλακτικά. Αποφασίζει να λάβει μέρος σε έναν από τους πιο σημαντικούς αγώνες της Ιταλίας, το Mille Miglia του 1940, με δύο μικρά αγωνιστικά αυτοκίνητα δικής του κατασκευής, στα οποία δίνει το όνομα AAC 815s. Επιλέγει για οδηγούς τον Αλμπέρτο Ασκάρι (Alberto Ascari) και τον Λοτάριο Ρανγκόνι (Lothario Rangoni). Παρά το αναγκαστικό βάπτισμά τους, τα δύο αυτά μικρά σπορ αυτοκίνητα ήταν, στην πραγματικότητα, οι πρώτες Φερράρι.
Με την είσοδο της Ιταλίας στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, η ομάδα Φερράρι υποχρεώθηκε από το καθεστώς να στρέψει τις δραστηριότητές της προς την ιταλική πολεμική βιομηχανία. Ωστόσο, οι εγκαταστάσεις της ομάδας βομβαρδίζονται από τους Συμμάχους και ο Φερράρι αποφασίζει να τις μεταφέρει στο Μαρανέλλο.
Μετά τον Πόλεμο, ο Φερράρι αποφασίζει να ιδρύσει νέα δική του εταιρεία, κατασκευάζοντας αυτοκίνητα που θα φέρουν το όνομά του. Έτσι, το 1947 ιδρύεται η Φερράρι, η οποία συμμετέχει σε αγώνες αυτοκινήτου ήδη από το έτος ίδρυσής της, με πρώτο αγώνα αυτόν στο Μονακό. Η πρώτη νίκη της εταιρείας έρχεται μόλις το 1951, στο Βρετανικό Γκραν Πρι του Σιλβερστόουν, όπου ο Αργεντινός οδηγός Φροϊλάν Γκονσάλες (Froilán José González) τερματίζει πρώτος. Την επόμενη περίοδο (1952 – 1953) ο οδηγός της Φερράρι Αλμπέρτο Ασκάρι κατακτά το πρωτάθλημα οδηγών με σύνολο έξι νικών. Παράλληλα με τις αγωνιστικές της δραστηριότητες, η Φερράρι κατασκευάζει σπορ αυτοκίνητα, για να εξασφαλίσει τους απαραίτητους χρηματοδοτικούς πόρους για να συμμετάσχει όχι μόνον σε αγώνες Γκραν Πρι αλλά και σε άλλους διάσημους αγώνες αυτοκινήτου, όπως το Μίλλε Μίλια και τις 24 ώρες του Λε Μαν. Πολλές από τις αγωνιστικές της επιτυχίες θα έρθουν σε αυτούς ακριβώς τους αγώνες, όπως στο Λε Μαν, όπου η κυριαρχία της κατά την περίοδο 1960 – 1965 είναι απόλυτη: Κερδίζει και τους έξι αγώνες αυτών των ετών. Η εμπλοκή της Φερράρι σε αυτούς τους αγώνες είναι, εκείνη την περίοδο, πολύ πιο έντονη σε σχέση με την εμπλοκή της σε αγώνες Φόρμουλα 1, όπου, παρ’ όλα αυτά, καταφέρνει να αποσπά νίκες με τους Χουάν Μανουέλ Φάντζιο (1956), Μάικ Χώθορν (1958), Φιλ Χιλ (1961) και Τζων Σέρτης (John Surtees) (1964).
Στις αρχές της δεκαετίας του 1960 η εταιρεία αντιμετωπίζει οικονομικά προβλήματα, καθώς η ζήτηση για ακριβά σπορ αυτοκίνητα μειώνεται, παρά το γεγονός ότι το 1961 κατακτά, για πρώτη φορά στην ιστορία της, το πρωτάθλημα κατασκευαστών. Αυτό επιτρέπει στη Φίατ να της προσφέρει οικονομική βοήθεια, αποκτώντας όμως και σοβαρό “λόγο” στα δρώμενά της. Η Φορντ, από την άλλη, προσπάθησε να αγοράσει τη Φερράρι το 1963, προσφέροντας 18 εκατομ. δολάρια, αλλά η πρότασή της απορρίφθηκε. Η Φερράρι μπήκε τελικά στο Χρηματιστήριο υπό μορφή “κοινών μετοχών” (joint-stock) και η Φίατ απέκτησε μικρό τμήμα των μετοχών αυτών το 1965, για να φθάσει στο 50% το 1969. Το 1988 το ποσοστό αυτό έφθασε το 90%. Ο Έντσο παρέμεινε Διευθυντής της εταιρείας του ως το 1971, συνεχίζοντας όμως να ασκεί σημαντική επιρροή σε αυτήν, παρά το γεγονός ότι δεν ήταν πλέον ο αποκλειστικός ιδιοκτήτης της.
Η ενίσχυση της Φίατ αρχικά δεν ήταν πολύ αποφασιστική, καθώς βοήθησε τον Έντσο μόνον όσο χρειαζόταν για να μην κλείσει την εταιρεία. Χρειάστηκε να περάσουν αρκετά χρόνια για να μπορέσει η Φερράρι να φθάσει ξανά σε πρωτάθλημα κατασκευαστών, κάτι που πέτυχε το 1971 με τον Νίκι Λάουντα.
Ο Έντσο Φερράρι απεβίωσε στη Μόντενα το 1988. Έχει λεχθεί γι’ αυτόν: “Ήταν ασφαλώς ένας δύσκολος άνθρωπος, σαφώς σκληρός χαρακτήρας, αλλά τα προσωπικά του επιτεύγματα απέναντι στον ανταγωνισμό δεν αφήνουν αμφιβολία ότι υπήρξε μεγάλος. Ασφαλώς άφησε ανεξίτηλο το σημάδι του στον κόσμο μας”.

 

Πηγές: Σαν σήμερα, el.wikipedia

AgrinioStories | Επιμέλεια Λ.Τ