5 Οκτωβρίου 2022

Συνέβη 10 Σεπτεμβρίου στην Ελλάδα και τον κόσμο

10 Σεπτεμβρίου 2022

Είναι η 253η ημέρα του έτους κατά το Γρηγοριανό ημερολόγιο.
Υπολείπονται 112 ημέρες για τη λήξη του.
🌅  Ανατολή ήλιου: 07:02 – Δύση ήλιου: 19:41 – Διάρκεια ημέρας: 12 ώρες 39 λεπτά
🌕  Σελήνη 14.7 ημερών
Παγκόσμια Ημέρα κατά της Αυτοκτονίας
Παγκόσμια Ημέρα Πρώτων Βοηθειών
Χρόνια πολλά στους: Κλήμης, Κλημεντίνη, Κλημεντίνα, Μηνοδώρα, Μητροδώρα Πουλχερία, Πουλχερίνα, Πουλχερίτσα, Πουλχέρω και Πουλχέρη

 

Γεγονότα

 

 

1897 -Ένα απόσπασμα που συγκροτεί ο τοπικός σερίφης ανοίγει πυρ και σκοτώνει 19 μετανάστες ανθρακωρύχους, που διαμαρτύρονται για τις συνθήκες εργασίας στα ορυχεία Κάλβιν Παρντί στο Λάτιμερ της Πενσυλβάνιας. («Σφαγή του Λάτιμερ») Στις αρχές Αυγούστου του 1897, ένα ορυχείο στην κομητεία Λαζέρν της Πενσυλβάνιας προχώρησε σε απολύσεις, μειώσεις μισθών και αυξήσεις ενοικίων στα οικήματα της εταιρείας. Οι εργαζόμενοι απάντησαν με απεργία, η οποία αστραπιαία επεκτάθηκε και στα γειτονικά ανθρακωρυχεία. Τις κινητοποιήσεις συντόνιζε η συνδικαλιστική οργάνωση United Mine Workers (Ενωμένοι Μιναδόροι), με επικεφαλής τον δραστήριο ιρλανδό ακτιβιστή Τζον Μίτσελ (1870-1919), μία από τις σημαντικές προσωπικότητες του αμερικανικού συνδικαλιστικού κινήματος.
Οι εργοδότες υποχώρησαν και δέχθηκαν πολλά από τα αιτήματα των απεργών. Οι απεργίες μέχρι το τέλος Αυγούστου είχαν λυθεί. Όμως, στις αρχές Σεπτεμβρίου του 1897 οι ιδιοκτήτες των ανθρακωρυχείων υπαναχώρησαν και οι απεργίες ξανάρχισαν με μεγαλύτερη ένταση. Οι μπράβοι της εργοδοσίας δεν μπόρεσαν αυτή τη φορά να κάμψουν το ηθικό των απεργών κι έτσι ζητήθηκε η συνδρομή της τοπικής αστυνομίας. Ο σερίφης της κομητείας Λαζέρν, Φρανκ Μάρτιν (πρώην εργοδηγός ανθρακωρυχείων) ανταποκρίθηκε πρόθυμα και συγκρότησε τάχιστα ένα απόσπασμα με 100 βοηθούς, ιρλανδικής και αγγλικής καταγωγής.
Στις 11 το πρωί της 10ης Σεπτεμβρίου 1897, μια ομάδα σλαβογερμανών απεργών πορεύθηκε προς το ορυχείο του Κάλβιν Παρντί, κοντά στην πόλη Λάτιμερ, για να παραστεί στα εγκαίνια του τοπικού παρατήματος των «Ενωμένων Μιναδόρων». Καθ’ οδόν οι διαδηλωτές ήλθαν αντιμέτωποι με τους άνδρες του σερίφη Μάρτιν, ο οποίος τους ζήτησε να διαλυθούν. Αυτοί, όμως, παράκουσαν την εντολή του και συνέχισαν την πορεία τους προς το ορυχείο. Ήταν η πρώτη αντιπαράθεση ανάμεσα στις δύο πλευρές. Στις 3.45 μ.μ. κι ενώ οι διαδηλωτές πλησίαζαν στο ορυχείο Παρντί, διατάχθηκαν και πάλι να διαλυθούν από τον σερίφη.
Η αρπαγή μιας αμερικάνικης σημαίας που κρατούσε ένας διαδηλωτής από ένα βοηθό του σερίφη, προκάλεσε λεκτική αντιπαράθεση, η οποία σχεδόν αμέσως εξελίχθηκε σε μικροσυμπλοκή. Τότε, από την πλευρά των βοηθών του σερίφη ακούστηκαν πυροβολισμοί. 19 ανθρακωρύχοι έπεσαν νεκροί και πάνω από πενήντα τραυματίστηκαν. Η κατάσταση ήταν εκτός ελέγχου. Απεργοί κατευθύνθηκαν στο σπίτι του επιστάτη του ανθρακωρυχείου, το οποίο λεηλάτησαν. Ο σερίφης Μάρτιν πανικόβλητος ζήτησε τη συνδρομή του στρατού. Το βράδυ της 10ης Σεπτεμβρίου, 2.500 άνδρες της 3ης Ταξιαρχίας της Εθνικής Φρουράς της Πενσυλβάνιας, υποστηριζόμενοι από πυροβολικό, αναπτύχθηκαν στην περιοχή και κατόρθωσαν να επιβάλουν την τάξη με τη βοήθεια των ηγετών της σλαβόφωνης κοινότητας της περιοχής, που ζήτησαν ηρεμία από τους ομοεθνείς τους.

1898 – H αυτοκράτειρα της Αυστροουγγαρίας Ελισάβετ, γνωστότερη ως Σίσσυ, δολοφονείται στη Γενεύη από τον αναρχικό Λουίτζι Λουκένι. Στις 10 Σεπτεμβρίου 1898 η Αυτοκράτειρα βρισκόταν στη Γενεύη και περίμενε το πλοίο για το Μοντρέ με την κυρία επί των τιμών Κόμισσα Στάραϋ, όταν ένας Ιταλός αναρχικός ονόματι Λουίτζι Λουκένι της επιτέθηκε με μαχαίρι. Εκείνη έπεσε αλλά με τη βοήθεια της συντρόφου της επιβιβάστηκε στο πλοίο και σύντομα κατέρρευσε. Σε προσπάθεια της κυρίας επί των τιμών να τη βοηθήσει στην αναπνοή ανοίγοντας τον κορσέ της, η αιμορραγία από το τραύμα αυξήθηκε. Όταν η γυναίκα αποκάλυψε την ταυτότητα της Ελισάβετ στον καπετάνιο, εκείνος διέταξε να γυρίσουν πίσω στη Γενεύη. Κατά τη μεταφορά της στο ξενοδοχείο όπου διέμενε τις τελευταίες ημέρες της ζωή της, η Ελισάβετ πέθανε στις 2:10 μ.μ. σε ηλικία 60 ετών από τραύμα στον θώρακα που ράγισε το πλευρό, τρύπησε τον πνεύμονα και το περικάρδιο και διαπέρασε την καρδιά. Όταν ο Φραγκίσκος Ιωσήφ πληροφορήθηκε με τηλεγράφημα το θάνατό της νόμισε ότι είχε αυτοκτονήσει, μαθαίνοντας την αλήθεια από επόμενο μήνυμα. Η φωτογραφία του τραύματος και τα εργαλεία της αυτοψίας καταστράφηκαν μετά από διαταγή του. Η σoρός της μεταφέρθηκε μέσω συρμού και η κηδεία έγινε στη Βιέννη στις 17 Σεπτεμβρίου 1898. Ο τάφος της βρίσκεται στην Αυτοκρατορική Κρύπτη της Εκκλησίας των Καπουτσίνων στη Βιέννη (παρά την επιθυμία της να ταφεί στη Μεσόγειο). Λέγεται ότι ο Φραγκίσκος Ιωσήφ δεν συνήλθε ποτέ από την απώλεια.
Ο Λουκένι αρχικά διέφυγε στις Άλπεις αλλά συνελήφθη και φυλακίστηκε ισόβια στη Γενεύη. Στόχος του ήταν να σκοτώσει έναν εστεμμένο, επιλέγοντας αρχικά τον Δούκα της Ορλεάνης, ο οποίος είχε ήδη εγκαταλείψει τη Γενεύη, οπότε αποφάσισε να σκοτώσει τον επόμενο μονάρχη που θα συναντούσε. Ήθελε να καταδικαστεί σε θάνατο έχοντας εξηγήσει την πολιτική του στάση αλλά δεν του επιτράπηκε. Μετά από μια αποτυχημένη απόπειρα αυτοκτονίας (1900), αφαίρεσε τη ζωή του στη φυλακή δέκα χρόνια αργότερα, αφότου ένας φρουρός κατάσχεσε και κατέστρεψε τα απομνημονεύματά του (1910).

1919 – Υπογράφεται η Συνθήκη του Αγίου Γερμανού (Σεν Ζερμέν). Με τη συνθήκη αναγνωρίζεται η ανεξαρτησία της Ουγγαρίας, της Πολωνίας, της Τσεχοσλοβακίας και του Κράτους των Σλοβένων, Κροατών και Σέρβων.
Η Συνθήκη του Αγίου Γερμανού, όπως είναι γνωστή στην Ελλάδα, ή Συνθήκη του Σαιν-Ζερμάν-αν-Λαι (γαλλικά: Saint-Germain-en-Laye) ήταν συνθήκη η οποία υπογράφτηκε στις 10 Σεπτεμβρίου 1919 μεταξύ των νικητών Συμμάχων Δυνάμεων του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου αφενός και αφετέρου της νεοδημιουργηθείσας Δημοκρατίας της Αυστρίας. Η συνθήκη περιέχει επαχθείς όρους για την Αυστρία.
Η Συνθήκη συντάχθηκε σε τρεις γλώσσες, την αγγλική, τη γαλλική και την ιταλική. Στο προοίμιό της αναφέρονται τα αντίπαλα κράτη.
Συνασπισμένες συμμαχικές δυνάμεις: το Βέλγιο, η Γιουγκοσλαβία, η Ελλάδα, η Κίνα, η Κούβα, η Νικαράγουα, ο Παναμάς, η Πολωνία, η Πορτογαλία, η Ρουμανία, το Σιάμ και η Τσεχοσλοβακία
Αντίπαλη χώρα όλων των παραπάνω ήταν η Αυστροουγγρική Αυτοκρατορία.

 

 

1960 – Ο θρυλικός αιθίοπας μαραθωνοδρόμος Αμπέμπε Μπικίλα κερδίζει το χρυσό μετάλλιο στους Ολυμπιακούς Αγώνες της Ρώμης, τρέχοντας ξυπόλητος. Θρυλική μορφή του παγκόσμιου αθλητισμού, ο Αμπέμπε Μπικίλα ήταν ο πρώτος που κατέκτησε δύο χρυσά μετάλλια στο μαραθώνιο. Κατέκτησε το χρυσό μετάλλιο τόσο στους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1960 στη Ρώμη, τρέχοντας μάλιστα ξυπόλυτος, όσο και σε εκείνους του 1964 στο Τόκιο, αυτή τη φορά φορώντας παπούτσια και καταρρίπτοντας το παγκόσμιο ρεκόρ με χρόνο 2 ώρες, 12 λεπτά και 11 δευτερόλεπτα (21 Οκτωβρίου 1964). Σήμερα στην πρωτεύουσα της χώρας του, την Αντίς Αμπέμπα, ένα στάδιο φέρει τιμητικά το όνομά του.

1995 – Προβάλλεται στους ελληνικούς κινηματογράφους η ταινία του Θόδωρου Αγγελόπουλου «Το βλέμμα του Οδυσσέα», που κέρδισε το μεγάλο βραβείο της κριτικής επιτροπής του Φεστιβάλ των Καννών.
Ένας Έλληνας σκηνοθέτης γυρίζει από την εξορία και αρχίζει ένα ταξίδι στα Βαλκάνια, αναζητώντας τρεις χαμένες μπομπίνες φιλμ των αδελφών Μανάκη, των πρωτοπόρων κινηματογραφιστών που έφεραν τον κινηματογράφο στα Βαλκάνια στις αρχές του 20-ού αιώνα. Η αναζήτηση των φιλμ μεταφορικά απεικονίζει την αναζήτηση μιας κοινής ιστορίας των Βαλκανικών χωρών. Στο δρόμο της αναζήτησης, ο σκηνοθέτης περνάει από τη Φλώρινα, την αγαπημένη πόλη του Αγγελόπουλου, όπου πραγματοποιούνται διαδηλώσεις και αντι-διαδηλώσεις με αίτια την προβολή μιας ταινίας του. Μετά τη Φλώρινα, ο σκηνοθέτης μπαίνει σε ένα ταξί, για να πάει στα Βαλκάνια, σε αναζήτηση των ανέκδοτων έργων των αδελφών Μανάκη. Όταν το χιόνι αρχίζει να πέφτει βαρύ, ο ταξιτζής σταματάει και λέει: «Ξέρεις κάτι; Η Ελλάδα πεθαίνει. Πεθαίνουμε σα λαός. Κάναμε τον κύκλο μας, δεν ξέρω πόσες χιλιάδες χρόνια, ανάμεσα σε σπασμένες πέτρες και αγάλματα.Και πεθαίνουμε…. Αλλά αν είναι να πεθάνει η Ελλάδα, να πεθάνει γρήγορα. Γιατί η αγωνία κρατάει πολύ και κάνει πολύ θόρυβο…»
Η διαδρομή του πρωταγωνιστή είναι μεγάλη. Από την Αλβανία στα Σκόπια, μετά στη Φιλιππούπολη, μετά στο Βουκουρέστι και στο Βελιγράδι για να καταλήξει στο Σαράγιεβο. Στη διαδρομή αυτή έχουμε κάποιες μνημειώδεις σεκάνς, με εκείνη του αγάλματος του Λένιν επάνω στη φορτηγίδα να είναι επικυρίαρχη. Οι τρεις μπομπίνες είναι τελικά στο Σαράγιεβο, στα χέρια του επιμελητή της ταινιοθήκης, που είχε προσπαθήσει αρκετές φορές να τις εμφανίσει, έχει κάνει πρόοδο, αλλά δεν έχει ολοκληρώσει την εμφάνιση.

2003 – Άγνωστος καταφέρει πολλαπλά τραύματα με μαχαίρι στην υπουργό Εξωτερικών της Σουηδίας, Άννα Λιντ, την ώρα που ψωνίζει σε πολυκατάστημα της Στοκχόλμης. Θα υποκύψει στα τραύματά της την επόμενη μέρα.
Η Άννα Λιντ θεωρούνταν μία από τους βασικότερους υποψηφίους για να διαδεχθεί τον Γιόραν Πέρσον στην ηγεσία του Σουηδικού Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος. Τις τελευταίες εβδομάδες της ζωής της, εργάστηκε σκληρά για την είσοδο της χώρας της στην Ευρωζώνη στο δημοψήφισμα που θα διεξαγόταν.
Κατά τη διάρκεια του απογεύματος της 11ης Σεπτεμβρίου, όταν η Άννα Λιντ είχε χάσει τη ζωή της, οι αρχηγοί όλων των κοινοβουλευτικών κομμάτων συναντήθηκαν αποφασίζοντας να διεξαχθεί το δημοψήφισμα όπως ήταν αρχικά προγραμματισμένο. Ύστερα αποφασίστηκε ότι θα σταματούσε και η προεκλογική εκστρατεία. Υπήρχαν αναφορές για συνέχιση της προεκλογικής εκστρατείας από λιγοστούς τοπικούς πολιτικούς αλλά η μαζική πλειονότητα τήρησε τη συμφωνία. Καθώς ήταν μια από τις πιο δημοφιλείς πολιτικούς της χώρας της, ήταν ηγετική φυσιογνωμία κατά τη διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας και η μορφή της ήταν τοιχοκολλημένη σε πολλά σημεία. Οι αφίσες με τη μορφή της άρχισαν να αφαιρούνται καθώς οι τηλεοπτικές διαφημίσεις σχετικά με το δημοψήφισμα σταματούσαν. Όλα τα σουηδικά τηλεοπτικά δίκτυα σταμάτησαν να μεταδίδουν διαφημίσεις από το βράδυ της 10ης Σεπτεμβρίου μέχρι το βράδυ της 11ης Σεπτεμβρίου ώστε να μεταδίδουν τα νέα. Παρόλα αυτά, το δημοψήφισμα ήταν προγραμματισμένο να διεξαχθεί κανονικά στις 14 Σεπτεμβρίου του 2003. Παρά τη φημολογία για την ενίσχυση της πλευράς του «ναι» λόγω του θανάτου της Λιντ, το «όχι» κέρδισε μια μεγάλη νίκη με το 55.9% των ψήφων, σε αντίθεση με το 42.0% του «ναι» και το 2.1% των λευκών ψήφων.

 

 

2009 – «Λεφτά υπάρχουν» λέει σε προεκλογική ομιλία του ο αρχηγός του ΠΑΣΟΚ, Γιώργος Παπανδρέου, και αναγγέλλει αυξήσεις πάνω από τον πληθωρισμό αν κερδίσει τις εκλογές.
Τον Δεκέμβριο του 2008, μιλώντας για τον προϋπολογισμό στη Βουλή, ο Κώστας Σημίτης προειδοποίησε ότι οι εταίροι στην Ε.Ε., μπροστά στον δημοσιονομικό εκτροχιασμό της Ελλάδας, σχεδιάζουν να την παραπέμψουν στο ΔΝΤ.
Τον Σεπτέμβριο του 2009, ο τότε πρωθυπουργός Κώστας Καραμανλής –ο οποίος παρατηρούσε για καιρό αμέριμνος τα ελλείμματα να διογκώνονται– πριν αποδράσει από την εξουσία, ανακοίνωσε στη ΔΕΘ το «πάγωμα» των μισθών στο Δημόσιο. Ο τότε διεκδικητής της πρωθυπουργίας Γιώργος Παπανδρέου απέρριψε το «πάγωμα» και υποστήριξε ένα πρόγραμμα αύξησης των δαπανών του κράτους. Σε προεκλογική ομιλία του του στην Κοζάνη στις 10/9/2019 είπε: «Ρωτούν συνέχεια πού θα βρείτε τα λεφτά. Λεφτά υπάρχουν, αν τα διεκδικήσεις. Αν τα προσελκύσεις με επενδύσεις. Αν νοικοκυρέψεις το κράτος. Αν αξιοποιήσεις τις παραγωγικές δυνατότητες της χώρας μας. Ώστε να αυγατίσουν και να διαμορφώσουν, να δημιουργήσουν έναν νέο πλούτο. Αλλά αυτά θέλουν σχέδιο. Θέλουν σχέδιο που να υπηρετεί το δημόσιο συμφέρον και όχι το συμφέρον των κομματικών παραγόντων, των ημέτερων και των ισχυρών της χώρας μας».

 

 

 

Γεννήσεις

 

 

 

1927 – Γεράσιμος Σκλάβος (Ντομάτα Κεφαλληνίας, 10 Σεπτεμβρίου 1927 – Αθήνα, 28 Ιανουαρίου 1967) ήταν Έλληνας γλύπτης και εικαστικός καλλιτέχνης. Απόφοιτος της Ανώτατης Σχολής Καλών Τεχνών (1950) και με εξειδίκευση στη Γαλλία, μαθήτευσε κοντά στο Μιχάλη Τόμπρο και υπήρξε φίλος του κριτικού Κριστιάν Ζερβός και της συλλέκτριας ειδών τέχνης Αλί ντε Ροτσίλντ. Εμπνευστής της τεχνικής που ονόμασε τηλεγλυπτική, δημιούργησε δεκάδες πρωτοπόρα έργα. Βραβευμένος από την έκθεση Bienale για νέους καλλιτέχνες (1961) συμμετείχε σε πολλές εκθέσεις και θεωρήθηκε από πολλούς ένας από τους κορυφαίους γλύπτες του 20ου αιώνα. Βρήκε πολύ πρόωρο (μόλις 39 ετών) και απροσδόκητο θάνατο μέσα στο ατελιέ του, όταν καταπλακώθηκε από ένα του άγαλμα.

1933 – Καρλ Λάγκερφελντ. Γεννήθηκε στις 10 Σεπτεμβρίου 1933 στο Αμβούργο της Γερμανίας. Γονείς του ήταν η Ελίζαμπεθ Μπάλμαν και ο επιχειρηματίας Ότο Λάγκερφελντ, ο οποίος είχε εταιρεία παραγωγής συμπυκνωμένου γάλακτος. Ανατράφηκε με πολλές ανέσεις, διαμορφώνοντας, παράλληλα, μια αντισυμβατική προσωπικότητα. Ονειρευόταν να φύγει από τη Γερμανία και να ακολουθήσει το όνειρό του να σχεδιάζει, οπότε μέχρι να φτάσει στην ηλικία των 6 ετών, είχε μάθει μόνος του γαλλικά και αγγλικά. Ο ίδιος αφαίρεσε το “τ” από το τέλος του επιθέτου του προκειμένου να το κάνει πιο εμπορικό, όταν κυκλοφόρησε τη δική του συλλογή «Karl».
Το 1952 μετακόμισε στο Παρίσι και μία πασαρέλα του Κριστιάν Ντιόρ στάθηκε η αφορμή για να ανακαλύψει το πάθος του για τη μόδα.[19] Δύο χρόνια αργότερα, μαγνήτισε τον σχεδιαστή μόδας Πιέρ Μπαλμέν στον διαγωνισμό Secretariat International de la Laine και έγινε προσωπικός βοηθός του. Στη συνέχεια ασχολήθηκε με την διεύθυνση του οίκου Ζαν Πατού το 1959, ενώ ταυτόχρονα ακολούθησε μια ελεύθερη σταδιοδρομία. Έρχεται το 1964 και εντάσσεται στο γαλλικό οίκο Chloe, όπου παράγει έτοιμα ενδύματα και αξεσουάρ μέχρι το 1983. Τα κομμάτια του ήταν πολυτελή, άνετα, μποέμ, ρομαντικά, καταγράφοντας πιστά τον ριζοσπαστισμό της δεκαετίας του ’70.
Το 1965, εντάχθηκε στην Fendi, όπου ασχολήθηκε κυρίως με τη γούνα. Μέχρι το τέλος του, δημιούργησε μόδα γεμάτη χιούμορ, στιλ και ειρωνεία. Το καλοκαίρι του 2015, ίδρυσε εκθέσεις «haute fourrure», με το ακρωνύμιο «FF», ακόμα δημοφιλές σήμερα, έδωσε στην γούνα μια διάσταση διασκεδαστική. Μετά από αυτό η γούνα δεν απευθυνόταν μόνο στις κυρίες της υψηλής κοινωνίας, αλλά και στη γενιά της δεκαετίας του 1980 και 1990. Αναμφίβολα υπήρξε ο μεγαλύτερος πυλώνας του ιταλικού οίκου Fendi, μέχρι σήμερα.
Το 1983 εντάσσεται στον οίκο της Σανέλ και ξεκινά να δημιουργεί. Ο Λάγκερφελντ είναι αυτός που σχεδίασε και το διάσημο λογότυπο του οίκου μόδας. Σταδιακά, από σχεδιαστής έφτασε στο τιμόνι της Σανέλ ως Καλλιτεχνικός διευθυντής μέχρι και τον θάνατο του. Στενή συνεργάτιδα του για 32 χρόνια παρέμεινε η Βιρτζινί Βιάρ, η οποία μετά τον θάνατο του ανέλαβε την θέση του.
Η περιουσία του Λάγκερφελντ υπολογίζεται στα 125 εκατ. δολάρια. Ήταν ο πιο ακριβοπληρωμένος καλλιτεχνικός διευθυντής στον κόσμο. Κατείχε επίσης αρκετά εστιατόρια, μια ομάδα μαζορέτων και το δικό του εμπορικό σήμα βότκας. Στις επιλογές των μοντέλων, ο Λάγκερφλεντ είχε προσωπική λίστα με τα αγαπημένα του μοντέλα που πίστευε ότι πρέσβευαν το στυλ της Chanel. Ανάμεσα σε αυτά ήταν η Βανέσα Παραντί, η Κίρστεν Στιούαρτ και η Κάρα Ντελεβίν.

1956 – Γιάννης Μπέζος. Εκείνος που τον ανακάλυψε πρώτος ήταν ο Θύμιος Καρακατσάνης, όταν ξεχώρισε το ταλέντο του κατά τη διάρκεια μιας θεατρικής παράστασης στο θέατρο “Σμαρούλα”. Αρχικά, στο θέατρο συνεργάστηκε με την Αλίκη Βουγιουκλάκη. Το όνομά του ωστόσο απέκτησε τη σημερινή του αίγλη χάρη σε μία σειρά από σημαντικές τηλεοπτικές επιτυχίες: «Οι Απαράδεκτοι» (1991-1992, 1992-1993), «Της Ελλάδος τα παιδιά» (1993-1995), «Εκείνες κι εγώ» (1996-1998), «Bίος Ανθόσπαρτος» (1998-1999), «Άκρως οικογενειακόν» (2001-2003), «Ευτυχισμένοι μαζί» (2007-2009), «Ο γάμος της κόρης μου» (2010) και η «Κλινική Περίπτωση» (2011). Σε πολλές από τις τηλεοπτικές σειρές στις οποίες πρωταγωνίστησε και πρωταγωνιστεί, έχει συνεργαστεί με τον σκηνοθέτη Ανδρέα Μορφονιό, με τον οποίο είναι και στενοί φίλοι, ενώ κάποιες από αυτές τις έχει σκηνοθετήσει ο ίδιος.
Επίσης, έχει πρωταγωνιστήσει σε διάφορες θεατρικές παραστάσεις τη δεκαετία του 1980 και μεγάλες επιτυχίες αρχαίων παραστάσεων, όπως οι «Βάτραχοι» και η «Λυσιστράτη». Το Μάρτιο του 2009 έκανε πρεμιέρα στο θέατρο “Παλλάς” η θεατρική υπερπαραγωγή «Το κλουβί με τις τρελές», ένα διάσημο γαλλικό μιούζικαλ του Ζαν Πουαρέ, σε σκηνοθεσία Γιάννη Μπέζου και Σταμάτη Φασουλή.
Ο Γιάννης Μπέζος διακρίνεται επίσης και για την φωνητική του ικανότητα, την οποία συχνά επιδεικνύει υποδυόμενος τους ρόλους του. Ως αποτέλεσμα πραγματοποίησε μουσικές παραστάσεις, περιοδικές συνεργασίες και δισκογραφικές συμμετοχές (σε δίσκους του Γιώργου Χατζηνάσιου, του Νότη Μαυρουδή και του Θάνου Μικρούτσικου).

 

 

 

Θάνατοι

 

 

1827 – Ούγκο Φόσκολο. Γεννήθηκε στη Ζάκυνθο και ήταν γιος του γιατρού Αντρέα Φόσκολο, Ενετού γεννημένου στην Κέρκυρα, και της Ελληνίδας Διαμαντίνας Σπαθή. Το 1794 εγκαταστάθηκε στη Βενετία, παρακολούθησε μαθήματα κλασσικής παιδείας και άρχισε να συναναστρέφεται μέλη των φιλολογικών κύκλων στους οποίους πρωταγωνιστούσε η κόμισσα Isabella Teotochi Albrizzi (Ιζαμπέλα Αλμπρίτζι-Θεοτόκη). Η κόμισσα επιμελήθηκε της εκπαίδευσης του Φόσκολο σε όλους τους τομείς, του ερωτικού συμπεριλαμβανομένου, παρά το ότι το 1795 είχε τα διπλάσια χρόνια του.
Το 1797 απέκτησε φήμη όταν παραστάθηκε η τραγωδία του Tieste (Θυέστης). Το 1799 χαιρέτισε την κατάλυση της Ενετικής Δημοκρατίας από τον Ναπολέοντα σαν μια νίκη της αληθινής δημοκρατίας έναντι της ολιγαρχίας με την ωδή του Στον Ναπολέοντα Βοναπάρτη, ελευθερωτή. Πλην όμως ο Ναπολέων παραχώρησε τα ενετικά εδάφη στους Αυστριακούς με τη συνθήκη του Κάμπο-Φόρμιο και ο Φόσκολο κατήγγειλε την αισχρή συναλλαγή στο μυθιστόρημά του Τελευταίες επιστολές του Γιάκοπο Όρτις στα 1803. Παρ’ όλα αυτά πολέμησε στο πλευρό των Γάλλων εναντίον Αυστριακών και Ρώσσων και μετά τη μάχη του Μαρένγκο (1800) έγινε λοχαγός της ιταλικής μεραρχίας του γαλλικού στρατού.
Διορίστηκε σε διάφορες θέσεις και φρουρές στην Ιταλία και στη Γαλλία ζώντας μια μάλλον έκλυτη ζωή, και το 1808 έγινε καθηγητής Ρητορικής στο πανεπιστήμιο της Παβίας. Έπεσε όμως στη δυσμένεια των γαλλικών αρχών για κάποιους σατιρικούς του στίχους κατά του Ναπολέοντα και περιπλανήθηκε στη Φλωρεντία, το Μιλάνο και, μετά την πτώση του Ναπολέοντα, στην Ελβετία, για να καταλήξει στην Αγγλία το 1816. Οι Άγγλοι φιλελεύθεροι του επιφύλαξαν θερμή υποδοχή, σύντομα όμως αποξενώθηκε λόγω του δύσκολου χαρακτήρα του και της άσωτης ζωής του. Εξοικονομούσε τα προς το ζην παραδίδοντας μαθήματα και γράφοντας σε περιοδικά και πέρασε τα τελευταία του χρόνια μέσα στη φτώχεια. Πέθανε το 1827.
Ο Φόσκολο στέκεται στο μεταίχμιο του νεοκλασσικισμού και του πρώιμου ρομαντισμού. Αριστούργημά του θεωρείται το ποίημά του Dei sepolcri (Οι τάφοι): με αφορμή ένα διάταγμα του Ναπολέοντα περί δημοκρατικής ομοιομορφίας των τάφων, ο Φόσκολο ανατρέχει στους μεγάλους νεκρούς της Ελλάδος, της Ιταλίας και της Φλωρεντίας ειδικότερα. Ήταν έργο που επηρέασε το κίνημα του Risorgimento (Ιταλική ενοποίηση) και παραμένει αγαπητό μέχρι σήμερα.
Το 1871 η σορός του μεταφέρθηκε στην Ιταλία και ενταφιάστηκε δίπλα στους μεγάλους νεκρούς που ύμνησε, στη βασιλική του Σάντα Κρότσε της Φλωρεντίας, «σ’ ένα ναό που όλες μάζεψε τις δόξες / της Ιταλίας για να τις διαφυλάξει».

1976 – Ντάλτον Τράμπο (James Dalton Trumbo, 9 Δεκεμβρίου 1905 – 10 Σεπτεμβρίου 1976) ήταν Αμερικανός συγγραφέας, διάσημος για το αντιπολεμικό μυθιστόρημα. Ο Τζόνι πήρε το όπλο του. Έγραψε επίσης δεκάδες σενάρια για κινηματογραφικές ταινίες, δύο εκ των οποίων τιμήθηκαν με το βραβείο Όσκαρ.
Έντονα πολιτικοποιημένος διανοούμενος, με αριστερές πεποιθήσεις που εξέφραζε ακόμα και στην κορύφωση του Ψυχρού Πολέμου, ο Τράμπο υπέστη απηνή διωγμό από το Χόλυγουντ μεταξύ 1947-1960, ενώ γνώρισε και τη φυλακή. Το όνομά του βρισκόταν στην κορυφή της διαβόητης Μαύρης Λίστας, δηλ. των ανθρώπων που θεωρούνταν φιλικοί προς τη Σοβιετική Ένωση και γι’ αυτό κανένα στούντιο παραγωγής δε δεχόταν να συνεργαστεί μαζί τους. Είναι χαρακτηριστικό ότι και τα δύο οσκαρικά σενάριά του (Διακοπές στη Ρώμη 1953, Ο Γενναίος 1956) είχαν δηλωθεί με άλλα ονόματα, με αποτέλεσμα τα αγαλματίδια να του απονεμηθούν αναδρομικά, πολλές δεκαετίες αργότερα.
Ο Τζέιμς Ντάλτον Τράμπο, όπως ήταν το πλήρες ονοματεπώνυμό του, γεννήθηκε στο Μοντρόουζ του Κολοράντο στις 9 Δεκεμβρίου 1905. Από μικρός είχε κλίση προς τη δημοσιογραφία και, μαθητής ακόμα στο γυμνάσιο, κάλυπτε το δικαστικό και εκπαιδευτικό ρεπορτάζ σε τοπική εφημερίδα του Γκραντ Τζάνξιον, όπου είχε μετακομίσει η οικογένεια. Μετά το θάνατο του πατέρα του εγκατέλειψε το πανεπιστήμιο και εγκαταστάθηκε στο Λος Άντζελες, όπου εργάστηκε για οκτώ χρόνια ως αρτεργάτης. Παράλληλα δημοσιογραφούσε σε περιοδικά, παρακολουθούσε μαθήματα στο University of South Carolina και έκανε τις πρώτες του λογοτεχνικές απόπειρες, χωρίς πάντως να βρει εκδότη.
Κατά τα μέσα της δεκαετίας του ’30 προσλήφθηκε στη Warner Bros ως αναγνώστης (μία ειδικότητα που «χτένιζε» τα σενάρια πριν την τελική έγκρισή τους). Την ίδια περίοδο εξέδωσε και το πρώτο του βιβλίο, το μυθιστόρημα Έκλειψη, με εμφανείς επιρροές από το σοσιαλιστικό ρεαλισμό. Το 1937 προήχθη σε σεναριογράφο και πολύ σύντομα αναδείχτηκε σε έναν από τους πιο ακριβοπληρωμένους του Χόλυγουντ, με εβδομαδιαίες απολαβές που έφταναν τα 4.000 δολάρια. Το 1940 έλαβε την πρώτη υποψηφιότητα για Όσκαρ, για το διασκευασμένο σενάριο της ταινίας Κίτι Φόιλ (ελληνικός τίτλος: Το δράμα μιας γυναίκας). Ένα χρόνο νωρίτερα είχε εκδώσει το θεωρούμενο ως σημαντικότερο μυθιστόρημά του, το Ο Τζόνι πήρε το όπλο του, μια αμείλικτη κριτική στο μιλιταρισμό και τον πόλεμο.
Το 1947 κλήθηκε στο Κογκρέσο για να καταθέσει ενώπιον της Επιτροπής Αντιαμερικανικών Δραστηριοτήτων, η οποία ερευνούσε την «άλωση» του κόσμου του θεάματος από κομμουνιστές. Μαζί με εννέα ακόμα σεναριογράφους και σκηνοθέτες, ο Τράμπο παρουσιάστηκε αλλά αρνήθηκε να καταθέσει, υποστηρίζοντας ότι τέτοιες διαδικασίες καταστρατηγούσαν τη συνταγματικά κατοχυρωμένη ελευθερία συνείδησης. Οι Δέκα, όπως πέρασαν στην ιστορία, απολύθηκαν αμέσως από τις εργασίες τους, ο δε Τράμπο το 1950 πέρασε και έντεκα μήνες στη φυλακή για την άρνησή του να συνεργαστεί με την Επιτροπή.
Μετά την αποφυλάκισή του αυτοεξορίστηκε στην Πόλη του Μεξικού, γράφοντας σενάρια για μεξικανικές ταινίες και βιβλία. Έστελνε επίσης σενάρια σε εταιρείες παραγωγής του Χόλυγουντ, χρησιμοποιώντας ψευδώνυμο ή παρένθετα πρόσωπα. Στο Μεξικό έζησε περίπου μια δεκαετία. Με την υποχώρηση του μακαρθισμού και της Μαύρης Λίστας, επέστρεψε στις ΗΠΑ και ξανάπιασε δουλειά σε υπερπαραγωγές όπως ο Σπάρτακος και ο Πεταλούδας. Γενικά, υπήρξε ένας απ’ τους «μάγους» του διασκευασμένου σεναρίου, δηλ. της μετατροπής ενός βιβλίου σε κινηματογραφικό σενάριο. Το 1971 έκανε και τη μοναδική σκηνοθετική του απόπειρα, γυρίζοντας σε ταινία το Ο Τζόνι πήρε το όπλο του.
Πέθανε από καρδιακή προσβολή στο Λος Άντζελες στις 10 Σεπτεμβρίου 1976. Σύμφωνα με την επιθυμία του, το σώμα του δεν τάφηκε αλλά χρησιμοποιήθηκε για ερευνητικούς σκοπούς. Ήταν παντρεμένος επί τριάντα επτά χρόνια με την Κλίο Φίντσερ (1916-2009) και είχαν τρία παιδιά, τον Κρίστοφερ, τη Μελίσσα και τη Νίκολα. Ο Κρίστοφερ Τράμπο έγινε ειδικός σε ζητήματα της Μαύρης Λίστας.

2010 – Γκιζέλα Ντάλι. Η Αδαμαντία Μαυροειδή, όπως ήταν το πραγματικό της όνομα, γεννήθηκε στην Αθήνα στις 23 Αυγούστου του 1937. Σπούδασε χορό στη σχολή Ανωμερίτη και υποκριτική στη Δραματική Σχολή του Εθνικού Σχολείου.
Στον κινηματογράφο εμφανίστηκε για πρώτη φορά το 1960 στην κωμωδία «Ραντεβού στη Βενετία» του μετέπειτα συζύγου της Ντίμη Δαδήρα. Στη συνέχεια διακρίθηκε, κυρίως, για τις συμμετοχές της σε ερωτικές ταινίες («Αμαρτωλές», «Μιρέλα, η σάρκα της ηδονής» κ.ά.) και αναδείχθηκε σε σύμβολο του σεξ τις δεκαετίες του ‘60 και του ‘70. Ο φακός αποτύπωσε το τέλειο σώμα της σε πολλές αποκαλυπτικές σκηνές που έκοβαν την ανάσα στον ανδρικό πληθυσμό της εποχής. Στο θέατρο εμφανίστηκε, κυρίως, σε παραστάσεις επιθεώρησης.
Μετά το χωρισμό της με τον σκηνοθέτη Ντίμη Δαδήρα, εγκατέλειψε τη σόου-μπιζ κι εγκαταστάθηκε στη Νάξο, μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας. Το 2004 εμφανίστηκε για τελευταία φορά στη μεγάλη οθόνη, παίζοντας ένα χαρακτηριστικό ρόλο στην ταινία του Γιώργου Πανουσόπουλου «Τεστοστερόνη». Η Γκιζέλα Ντάλι πέθανε στη Νάξο στις 10 Σεπτεμβρίου 2010, σε ηλικία 73 ετών.

 

 

 

Πηγές: Σαν σήμερα, el.wikipedia

AgrinioStories