Όταν ο Τσαρούχης συνάντησε τον Καραγκιόζη

«Εγώ, κύριε Σπαθάρη,
είμαι ο ζωγράφος Τσαρούχης…

…εάν θέλεις, να κάνουμε μαζί μια προπαγάδα,
για να μάθει όλος ό κόσμος
την τέχνη του ελληνικού Καραγκιόζη »

 

Κείμενο - Επιμέλεια
Λευτέρης Τηλιγάδας

 

Ο άνθρωπος που ταύτισε τη φωνή με τη φωνή του Καραγκιόζη και τη ζωή του με το θέατρο των χρωματιστών σκιών μία μέρα σαν τη σημερινή πριν 14 χρόνια μάζεψε ττον μπερντέ από τη γη και ταξίδεψε για να συναντήσει τον πατέρα του και να παίξουν μαζί ξανά πίσω από τον φωτισμένο τους μπερντέ στις γειτονιές του ουρανού. Ο Ευγένιος Σπαθάρης και ο πατέρας του Σωτήρης υπήρξαν οι καλύτεροι εμψυχωτές ενός λαϊκού ήρωα, του Καραγκιόζη. Πατέρας και γιος με το ταλέντο τους και την ευαισθησία τους κατάφεραν να αφήσουν ζωηρό αποτύπωμα στην καρδιά και το νου όλων εκείνων που συναντήθηκαν με την τέχνη τους.

Πριν από 2 χρόνια οι Πανεπιστημιακές εκδόσεις της Κρήτης εξέδωσαν τα απομνημονεύματα του πατέρα Σπαθάρη, από τα οποία θα δημοσιεύσουμε σήμερα ένα απόσπασμα. Σ’ αυτό ο Σωτήρης, περιγράφει την πρώτη συνάντησή του με τον Γιάννη Τσαρούχη και πως ο δεύτερος συνέβαλε στην τεράστια προβολή που  ελληνικού θεάτρου των χρωματιστών σκιών.

Ο Σπαθάρης ήταν «ολγογράμματος», όπως έλεγε, και η συγγραφή αυτών των απομνημονευμάτων τον ταλαιπώρησε πολύ. Το αποτέλεσμα όμως αυτής της καταγραφής είναι τόσο σημαντικό όσο και το έργο του ως καραγκιοζοπαίχτης.

 

 

«Όταν εγώ και το Τουρκάκι παίζαμε στην Κηφισιά, στη Μάνδρα του Παρδάλη και θεατρώνη μας είχαμε τον καραγκιοζο­παίχτη Ξάνθο, μόλις επαίξαμε καμιά εικοσαριά παραστάσεις, μια βραδιά που ’παιζα, ένα παλληκαράκι καλοντυμένο με περικάλεσε να τον αφήσω να μπει μες στη σκηνή, για να δει πώς παίζω. Όταν έφυγε, μου ’δωσε συγχαρητήρια για το καλό παίξιμο πού έκανα. Μ’ αυτός ό νέος μουσαφίρης μας ερχότανε κάθε βράδυ.

Μια βραδιά μάς έφερε κι έναν ξένον καλλιτέχνη κι όταν ετελείωσε η παράσταση μου είπε: “Κύριε Σπαθάρη, επειδή εμένα μού αρέσει πάρα πολύ το παίξιμό σου απ’ όλους τους άλλους καραγκιοζοπαίχτες που ‘χω δει, θέλω αύριο το πρωί να σε φωτογραφίσω μαζί με την σκηνή σου”. Την άλλη μέρα η μηχανή του με φωτογράφισε και σε μια βδομάδα μου ’δωσε μια μεγάλη φωτογραφία που την έχω για ενθύμιο. Από τότες ερχότανε πότε μόνος του πότε με παρέα ταχτικά στο σπίτι μου, στην Κηφισιά, κι έβλεπε όλους τούς καραγκιόζηδες.

 

 

Μια μέρα μου λέει: “Εγώ, κύριε Σπαθάρη, είμαι ο ζωγράφος Τσαρούχης και, επειδής βλέπω πως η τέχνη του καραγκιόζη είναι άξια προσοχής, γι’ αυτό σκέφτηκα, εάν θέλεις, να κάνουμε μαζί μια προπαγάδα, για να μάθει όλος ό κόσμος την τέχνη του ελληνικού καραγκιόζη”. Εγώ, για να τον ξεφορτωθώ, του ’πα ναι, αλλά από μέσα μου είπα: “Ε ρε τρέλα που την έχει ο Τσαρούχης“. Μα το ναι το δικό μου αυτός το ’δεσε κόμπο στο μαντίλι του και μου κόλλησε σαν νηστικό τσιμπούρι κι όλη την ώρα στο σπίτι μου ήτανε.

Πολλές φορές, που ‘ρχόμουνα από την οικοδομή βουτηγμένος στη λάσπη, τον έβρισκα εκεί. Όταν μ’ έβλεπε έτσι και του ’δειχνα τα χέρια μου που τρέχανε αίματα με λυπότανε και έλεγε: “Αμαρτία είναι εσύ, ένας τέτοιος καλλιτέχνης, να βασανίζεσαι έτσι”. Πολλές φορές μου ’δωσε λεπτά όταν είχαμε ανέχεια, πολλά χρόνια φόραγα κουστούμια δικά του.

 

 

Μια μέρα μου ’κανε έναν πίνακα ζωγραφικής, εμένα που κάθουμαι στην καρέκλα και, ενώ πιο πέρα είναι ο Χατζηαβάτης, Μπαρμπαγιώργος, Εβραίος, Νιόνιος και Μορφονιός και το Καραγκιοζόπουλο που σηκώνει την κάλτσα μου, εγώ ρωτάω τον Καραγκιόζη τι παράσταση θα παίξουμε το βράδυ. Αυτός ο πίνακας έχει πολύ στολίσει αυτό το παλιόσπιτο που κάθουμαι.

Ο Τσαρούχης από τότε έλεγε όπου βρισκότανε για τον καραγκιόζη. Στην αρχή κατάφερε την τότε υπουργού Ζάννα, που έκανε μια παράσταση στο θέατρο το Κεντρικό για κάποιο φιλανθρωπικό σκοπό, να παίξω εγώ σ’ αυτή την παράσταση. με σύστησε με πολλούς πλούσιους που ’παιζα στα σπίτια τους και με την διευθύντρια της Ελληνικής Τέχνης Έλλη Παπαδημητρίου, με πρέσβηδες και πολλούς άλλους μεγάλους ανθρώπους. Τότες πολλοί φίλοι του καλλιτέχνη και όλοι οι πελάτες του λέγανε: “Πάει ο Τσαρούχης, τρελάθηκε μ’ αυτόν τον παλιοκαραγκιόζη, γιατί απ’ τον καιρό π’ αρχίνησε να κάνει την προπαγάδα του καραγκιόζη δεν λέει τίποτα για τα έργα του, ούτε έχει πια μυαλό για να ζωγραφίσει, παρά κάθε τόσο, μαζί με τους καραγκιοζοπαίχτες, φορτώνεται στον ώμο του τα τσουμπλέκια του καραγκιόζη και τα πάει από σπίτι σε σπίτι. Αυτό είναι μόνο ή από την κάθε παράσταση που κάνει ο καραγκιόζης τα κέρδη του είναι να ξοδεύει και τα λεφτά του;” Μ’ αυτό θα το δούμε παρακάτω, τι ακριβώς πρόβλεπε αυτό το παιδιάστικο μυαλό αυτουνού του μεγάλου καλλιτέχνη.

 

Σωτήρης Σπαθάρης

 

Ό Τσαρούχης έφτασε στο πρώτο σύνορο της επιτυχίας του όταν τα κατάφερε να παίξω το 1947 μες στο Αγγλικό Ινστιτούτο, που τότες γινότανε η έκθεση του λαϊκού ζωγράφου Θεόφιλου. Η παράσταση πέτυχε τόσο που πήρα πολλά συγχαρητήρια από πολλούς μεγάλους ανθρώπους, Έλληνες και Άγγλους. Οι φημερίδες γράψανε, οι Άγγλοι μού δώσανε ένα πιστοποιητικό γιομάτο όλο δόξα, κι έτσι έγινε πολύ μεγάλος ντόρος για την τέχνη του καραγκιόζη. Μ’ αυτός ο αχόρταγος Τσαρούχης δεν τον έφτασε αυτή η δόξα που πήρε ο καραγκιόζης, γι’ αυτό αμέσως κάνει έκθεση του καραγκιόζη μες στον Αγγλοελληνικό Σύνδεσμο και δείχνει τα πραγματικά φώτα σ’ αυτούς τους ανθρώπους που ξέρουνε πολλά γράμματα. Γι’ αυτό πρώτοι γράφουν σ’ όλες τις φημερίδες ο Παπανούτσος, ο Χατζηδάκης, ο Προκοπίου, ο Συναδινός κι ένα σωρό άλλοι.»

Φωτογραφία ανάρτησης; Ο Σωτήρης και ο Ευγένιος Σπαθάρης στο υπαίθριο εργαστήρι τους


AgrinioStories