Ναύπακτος: Το Μικρό Αλγέρι του Κορινθιακού – Το λιμάνι

Το λιμάνι της Ναυπάκτου και ο οικισμός
έγιναν κατά περιόδους ορμητήριο πειρατών,
με αποτέλεσμα να ονομαστεί Μικρό Αλγέρι

Φωτογραφίες: Γιάννης Γιαννακόπουλος
Επιμέλεια Κειμένου: Λευτέρης Τηλιγάδας

Το λιμάνι της Ναυπάκτου υπήρξε η πρώτη ζώνη άμυνας του κάστρου. Μοιάζει με ένα μικρό πέταλο, με άνοιγμα μόλις 35 μέτρων Οι δύο βραχίονες του Κάστρου, οι οποίοι ξεκινούν από την κορυφή του λόφου καταλήγουν στη θάλασσα, όπου με δύο πύργους κλείνουν την είσοδο του λιμανιού. Το μικρό και γραφικό αυτό λιμάνι έχει σχήμα πετάλου με άνοιγμα εισόδου 35 m. Δεξιά και αριστερά της εισόδου του υπάρχουν δύο πύργοι.

Από την αρχαιότητα διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στην περιοχή, κυρίως ως ναυτικός σταθμός κατά τους Μεσσηνιακούς πολέμους και τον Πελοποννησιακό πόλεμο (5ος -4ο αι. π.Χ). Την εποχή του Βυζαντίου, καθιερώνεται ως βάση του βυζαντινού στόλου για τις εξορμήσεις του στη Δύση, ενώ ήδη από το 10ο αιώνα, αναφέρεται ως ενδιάμεσος σταθμός στα ταξίδια των διπλωματικών αποστολών προς τη Δύση. Παράλληλα συνδέεται οδικά με την Κωνσταντινούπολη μέσω του χερσαίου δικτύου της ηπειρωτικής Ελλάδας.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Από το 1407 έως το 1499, την περίοδο της Α΄ Ενετοκρατίας, η Ναύπακτος γνώρισε μεγάλη εμπορική ανάπτυξη, οι Ενετοί συνέδεσαν με τείχη την ακρόπολη με το λιμάνι και διαμόρφωσαν αμυντικά το τελευταίο. Τα επιθαλάσσια τείχη βρέχονταν εξωτερικά από τη θάλασσα και ενισχύονταν από τηλεβόλα όπλα. Ο αμυντικός τους χαρακτήρας ενισχύεται από επάλξεις (ενετικές είναι αυτές με απόληξη χελιδονοουράς και οθωμανικές οι επάλξεις ορθογώνιου σχήματος), ενώ στη βάση των τειχών του δυτικού λιμενοβραχίονα διαμορφώθηκαν πέντε κανονιοθυρίδες. Δύο ισχυροί ημικυκλικοί προμαχώνες πλαισίωναν την είσοδο του λιμανιού. Η ενετική θαλάσσια πύλη, διαμορφωμένη με τοξωτό θύρωμα και προφυλαγμένη από ορθογώνια καταχύστρα, διασώζεται έως τις μέρες μας.

Φυλάκιο με πυραμιδοειδή στέγη προστέθηκε στον ανατολικό του προμαχώνα που λειτουργούσε ως φάρος και έχει τοποθετειθεί μια αναμνηστική πλάκα για τη ναυμαχία του 1571. Σε μικρή απόσταση από τον ανατολικό λιμενοβραχίονα, σώζεται ως σήμερα το “Φετιχιέ Τζαμί”, ή “Τζαμί της Κατάκτησης”, το σημαντικότερο οθωμανικό τέμενος της Ναυπάκτου, κτισμένο κατ’ εντολήν του Βαγιαζήτ Β’ μετά την κατάληψη της πόλης το 1499. Αποτελεί ένα απλό οικοδόμημα, με τετράγωνη κυρίως αίθουσα, προστώο στα βόρεια, μιναρέ και κρήνη στη δυτική όψη του. Την περίοδο της Β’ Ενετοκρατίας χρησιμοποιήθηκε ως αλαταποθήκη, γεγονός στο οποίο οφείλονται κάποιες μικρές αρχιτεκτονικές παρεμβάσεις. Η μετάβαση από το προστώο προς τον κυρίως χώρο γίνεται με τοξωτά ανοίγματα. Η κυρία είσοδος βρίσκεται στη νότια πλευρά. Η εξωτερική επιφάνεια του τζαμιού από τα τόξα και άνω διακοσμείται με οπτόπλινθους. Σήμερα το Φετιχιέ Τζαμί λειτουργεί ως εκθεσιακός χώρος

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Ο δυτικός προμαχώνας τροποποιήθηκε και από τον 19ο αιώνα στέγαζε την τελωνειακή αρχή, που επέβαλε τέλη στα πλοία που έμπαιναν και έβγαιναν από το λιμάνι, το οποίο αποτελούσε σπουδαίο εμπορικό κέντρο της εποχής και τα προϊόντα που διακινούνταν από εκεί ήταν κυρίως δέρματα, λάδι, ρύζι, καπνός και δημητριακά. Στην κορυφή του πύργου στέκεται σήμερα ο ανδριάντας του πυρπολητή Γιώργου Ανεμογιάννη που θανατώθηκε παραδειγματικά για την προσπάθειά του να ανατινάξει τουρκική φρεγάτα μέσα στο λιμάνι το 1821.

 

 

 

Την Τουρκοκρατία, το λιμάνι της Ναυπάκτου αλλά και ο οικισμός έγιναν κατά περιόδους ορμητήριο πειρατών, γεγονός που συντέλεσε στην παρακμή της εμπορικής δραστηριότητας της πόλης, που ονομάστηκε Μικρό Αλγέρι. Σύμφωνα με το Βαρώνο Louis Deshayes (1625), το κάστρο και το λιμάνι της πόλης είχαν μετατραπεί σε «φωλιές κουρσάρων που αποκαλούνταν «λεβέντες». Λίγο αργότερα, το 1675-1676, ο γιατρός Jacob Spon ανέφερε ότι το λιμάνι έκλεινε το στόμιό του με αλυσίδα, επιτρέποντας την είσοδο μόνο σε μικρά και μεσαίου μεγέθους πλοία.

Μετά την απελευθέρωση της πόλης 1829 το λιμάνι της εξακολουθούσε να αποτελεί σημαντικό συγκοινωνιακό και εμπορικό κέντρο που έδινε ζωή και κίνηση στην πόλη. Από το λιμάνι γινόταν η μεταφορά με καΐκια προς την ακτή της Αχαΐας, τον Ψαθόπυργο και την Πάτρα. Επίσης για πολλά χρόνια η συγκοινωνία με την πρωτεύουσα του νομού, το Μεσολόγγι, γινόταν με καΐκια από την Ναύπακτο στην Πάτρα, από εκεί στο Κρυονέρι – Γαλατά και συνέχεια μέσω ξηράς έφθανε κανείς στο Μεσολόγγι.

 

 

 

 

 

 

 

 

Τέλος στον προλιμένα της Ναυπάκτου έφταναν με μεγάλα καράβια τα εμπορεύματα, τα οποία μεταφέρονταν στα χωριά της ορεινής Ναυπακτίας και την Δωρίδα. Οι δραστηριότητες αυτές έδιναν ζωή στο λιμάνι και στην γύρω απ’ αυτό περιοχή, το Στενοπάζαρο. Zούσαν πολλές οικογένειες από το λιμάνι, ναυτικοί, εργάτες θαλάσσης, καροτσέρηδες και άλλοι επαγγελματίες.

Η κατάσταση αυτή κράτησε μέχρι τα μέσα του εικοστού αιώνα, συγκεκριμένα το 1947, όταν δημιουργήθηκε το Πορθμείο Ρίου-Αντιρρίου. Τότε η Ναύπακτος άρχισε να χάνει δύο από τους βασικότερους παράγοντες της οικονομικής της ζωής. Την κίνηση του λιμανιού και το διαμετακομιστικό εμπόριο, που το διευκολύνει πλέον η αύξηση του αριθμού των αυτοκινήτων. Στις μέρες μας το μικρό γραφικό λιμανάκι δέχεται καθημερινά τους καλοκαιρινούς κύρια μήνες δεκάδες μικρά κρουαζιερόπλοια με ευρωπαίους εκδρομείς. Τα καφέ, τα μπαράκια, τα αιωνόβια πλατάνια, οι πολύχρωμες ξύλινες βάρκες και τα ιστία των ιστιοφόρων, που μοιάζουν να εναλλάσσονται με τις ενετικές επάλξεις, συνθέτουν ένα μοναδικό φυσικό σκηνικό.

 


AgrinioStories