19 Αυγούστου 2022

Ἐν Ἀγρινίῳ τῇ… 2η Μαΐου

  • Συνέβη στο Αγρίνιο στις  2 Mαΐου του:

1901: Ο διάδοχος Κωνσταντίνος στο Αγρίνιο
2002: Κηδεύεται ο Θανάσης Κακογιάννης

2 Μαΐου 1901

Από τα μέσα Απριλίου του 1901, ο διάδοχος του ελληνικού θρόνου, Κωνσταντίνος ο Α΄ (πρωτότοκος γιός του Γεωργίου Γλύξμπουρκ και της Μεγάλης Δούκισσας της Ρωσίας Όλγας Κωνσταντίνοβνας, την οποία, ο Γεώργιος, νυμφεύθηκε στις 27 Οκτωβρίου 1867 του Γρηγοριανού ημερολογίου), είχε ξεκινήσει μια μεγάλη περιοδεία σε όλα τα στρατόπεδα της χώρας, στο πλαίσιο της αναμόρφωσης της στρατιωτικής δομής του ελληνικού στρατού, μετά τον ατυχή πόλεμο του 1897 και την οικτρή κατάληξή του, για την οποία είχε κατηγορηθεί από μεγάλο μέρος των αξιωματικών, αφού ως αρχιστράτηγος είχε την τελική ευθύνη των επιχειρήσεων.

Την περιοδεία του αυτή ο Κωνσταντίνος την είχε ξεκινήσει από τη Λάρισα στις αρχές του Απρίλη μαζί με την σύζυγό του, Σοφία της Πρωσίας, με την οποία είχε ήδη τρία παιδιά: τον Γεώργιο Β΄, τον Αλέξανδρο Α΄ και την Ελένη[1]. Αφού επιθεώρησε τα μεγάλα στρατόπεδα της Θεσσαλίας και της Μαγνησίας πέρασε στην Πελοπόννησο για να φτάσει τέλος Απριλίου στα βορειοδυτικά σύνορα της χώρας που εκείνη την εποχή ήταν λίγο έξω από την Άρτα. Από κει κατέβηκε στο Αγρίνιο.

«Πυρετώδης εργασία καταβάλλεται προς όσον οίον τε τελειότερον ευπρεπισμόν της πόλεως επί τη υποδοχή της Α.Μ. του Διαδόχου, ο οποίος ως γνωστόν εν τω δρομολογίω Του περιέλαβε και την πόλιν του Αγρινίου», αναφέρει η εφημερίδα «Σκριπ»[2].

Οι κεντρικότεροι δρόμοι της πόλης είχαν στολιστεί με σημαίες, μυρτιές και ανθοσυνθέσεις («Πέντε χιλιάδες μυρτοστόλιστοι στύλοι, ανά 20 βήματα έκαστος»). Κατασκευάστηκαν επίσης συνολικά τέσσερεις (4) μεγάλες αψίδες με έξοδα του Δήμου, από τις οποίες αυτή που βρισκόταν στην είσοδο της πόλης έφερε την παρακάτω επιγραφή: «Τον προαιώνιον πόθον του Έθνους εγκαρδίως υποδέχεται το Αγρίνιον». Στολίστηκαν ιδιαίτερα τα καταστήματα και κατασκευάστηκαν πολλοί τεχνητοί κήποι «αντίκρυ του Μεγάρου χήρας Παπαφώτη», στο οποίο θα έμενε ο διάδοχος και το οποίο είχε επίσης χρησιμοποιηθεί ως κατοικία του Βασιλιά Γεωργίου και της Βασίλισσας Όλγας κατά την επίσκεψη τους παλιότερα στην πόλη.

Σύμφωνα με το πρόγραμμα της επίσκεψης, ο διάδοχος θα έφτανε στην πόλη στις 4:00 το απόγευμα και ο Γιώργος Μπαϊμπάς, Δήμαρχος Αγρινίου εκείνη την εποχή, θα τον υποδεχόταν στην είσοδο της πόλης με σύσσωμο το Δημοτικό Συμβούλιο και όλες τις αρχές του τόπου. Σύμφωνα με το πρωτόκολλο το πρόγευμα που θα δινόταν στη θέση Γιαννιού, πέρα από τα όρια του Δήμου, θα περιελάμβανε μπακλαβά και «εξαισία γαλακτόπητα (διατηρείται η ορθογραφία του πρωτοτύπου πλην του πολυτονικού) διά την οποία φημίζεται το Αγρίνιον», όπως ανέφερε χαρακτηριστικά το ρεπορτάζ[3].

«Υψηλότατε, ο λαός του Αγρινίου ευγνωμονών, διότι ευηρεστήθητε να αποδεχθήτε ευμενώς την παράκλησιν ημών και μας ηξιώσατε της Υψηλής Τιμής να επισκεφθήτε την πόλης μας γηθοσύνως[4] υποδέχεται Υμάς και υποβάλη δι’ εμού βαθυσεβάστως το καλώς ήλθατε. Ζήτω ο διάδοχος. Ζήτω ο Βασιλεύς».Στον ξωκλήσι του Αγίου Κωνσταντίνου, το οποίο απείχε δύο χιλιόμετρα περίπου από το κέντρο της πόλης και σε χρόνο 20 λεπτά της ώρας, ο διάδοχος έφτασε στις 4:00΄ το απόγευμα «περιστοιχούμενος από υπρετετρακοσίους ευσταλείς εφίππους άνδρας εκδραμόντας επίτηδες εις προϋπάντησιν της Α. Υ. (Αυτού Υψηλότητος), μέχρι του Αχελώου». Εκεί τον υποδέχθηκε ο Δήμαρχος του Αγρινίου, Γιώργος Μπαϊμπάς, με ολόκληρο το Δημοτικό Συμβούλιο και τις υπόλοιπες αρχές του τόπου. «Πίλοι και χείρες υψούνται απειράριθμοι εις τον αέρα και ζητωκραυγαί ουρανομήκεις ηκούοντο διαρκώς καθ’ όλην την ατελειώτον γραμμήν του πλήθους». Στο σημείο αυτό ο Γεώργιος Μπαϊμπάς χαιρέτισε τον διάδοχο με τα παρακάτω λόγια:

Ακολούθησε η παρουσίαση στον διάδοχο των επισήμων: Πρώτοι χαιρέτησαν οι βουλευτές Σκαλτσοδήμος και Αναγνωστόπουλος, ακολούθησε ο Ειρηνοδίκης, Λαγκαδάς, ο Ταμίας της Επαρχίας, Αντόρος, ο Έφορος, Πέτσας, ο διευθυντής του τηλεγραφείου, Ψιλόπουλος, ο διεθυντής του Καπνοκοπτηρίου, Χριστοδουλιάς και τα μέλη του Δημοτικού Συμβουλίου. Στη συνέχεια ο διάδοχος κατευθύνθηκε προς την Μητρόπολη.

«Η άμαξα του Διαδόχου μόλις ηδύνατο να προχωρήση εκ του συνωστισμού. Εχρειάσθη ολόκληρος ώρα διά να φθάση μέχρις της Ζωοδόχου Πηγής ένθα εψάλη δοξολογία. Η Α.Υ. ερραίνετο  καθ’ όλην την οδόν. Από της αψίδος δε της μεγάλης πλατείας δέκα ωραία κοράσια, λευκά ενδεδυμένα, επλημμύρισαν την άμαξαν του Υψηλοτάτου διά ροδοπετάλων. Το θέμα αληθώς ήτο γραφικώτατον και συγκινητικώτατον, Πλειστάκις ο διάδοχος εξεδήλωσεν τον ενθουσιασμόν του. Ως ανάκτορον εχρησίμευσεν η οικία της χήρας κ. Παπαφώτη[5]  βασιλικώτατα ευπρεπισθείσα».

Κωνσταντίνος Α΄
(Πηγή: Megos Andreas | wikimedia.org/)

Από το μπαλκόνι αυτού του σπιτιού ο Κωνσταντίνος χαιρέτισε το πλήθος που ήταν συγκεντρωμένο με τα παρακάτω λόγια:

«Σας ευχαριστώ εξ όλης καρδίας δια την λαμπράν και πρωτοφανή υποδοχήν, την οποίαν μου εκάματε. Αισθάνομαι ότι αυτή η υποδοχή δεν αφορά τόσον το άτομόν μου, όσον το έργον το οποίον ανέλαβον, ο δε ενθουσιασμός σας αυτός δεν δύναται ή να μ’ ενθαρρύνη σπουδαίως δια να εργασθώ μετά μεγαλυτέρας έτι επιμέλειας και αφοσιώσεως εις την κατάρτησιν του στρατού, του εργαλείου τούτου, δι’ ου μόνου το Έθνος θα δυνηθή να πραγματοποιήση το ιδανικόν του. Ζήτω ο στρατός».

Ο χαιρετισμός αυτός προκάλεσε αρκετά ζωηρή εντύπωση και προκάλεσε ατελείωτες ζητωκραυγές υπέρ του στρατού και της βασιλικής Οικογένειας. Λίγο μετά τις 7:00΄ ο διάδοχος έκανε βόλτα με την άμαξα μέσα στην πόλη και ακολούθησε λαμπαδηφορία στους κεντρικούς δρόμους με ενετικούς φανούς, στην οποία πάνω από χίλιοι αγρινιώτες ζητωκραύγαζαν υπέρ του διαδόχου και της Βασιλικής οικογένειας.

2 Mαΐου 2002

Σαν σήμερα πριν από 20 ακριβώς χρόνια κηδεύτηκε στο νεκροταφείο του Παλαιού Φαλήρου ένας πρόσφυγας από τα Αλατσάτα της Μικράς Ασίας και μαζί του κηδεύτηκε και η απόδοση της τιμής, που οφείλει η πόλη του Αγρινίου, σε έναν άνθρωπο που εκλέχτηκε μία φορά Δήμαρχός της, για να εφαρμόσει στην πράξη μια άλλη μορφή τοπικής αυτοδιοίκησης[6] από αυτή που γνωρίζουμε σήμερα, και δυο φορές εκπρόσωπος της επαρχίας Τριχωνίδας στο Ελληνικό Κοινοβούλιο, για να αγωνιστεί για μια διαφορετική Ελλάδα[7], μέσα σε έναν διαφορετικό κόσμο, από αυτόν που οικοδόμησε το μοίρασμα των παγκόσμιων αγορών από τους Άγγλους, τους Σοβιετικούς και τους Αμερικάνους, στις μέρες του, αλλά και από αυτόν που συντηρούν οι Γερμανικές, Αμερικάνικες, Αγγλικές, Ρώσικες και Κινέζικες πολυεθνικές, στις μέρες μας. Ο λόγος για τον Θανάση Κακογιάννη.

Ο Κακογιάννης, σύμφωνα με την βιογραφία του, που αποτελεί το τελευταίο κεφάλαιο της ιστορικής του καταγραφής «Μνήμες και σελίδες της Εθνικής αντίστασης. Αγρίνιο – Δυτική Στερεά Ελλάδα»[8], «γεννήθηκε το 1914 στα Αλάτσατα, πόλη της Ερυθραίας χερσονήσου Μικράς Ασίας κι έζησε και τους δύο διωγμούς των Ελλήνων, της Ιωνίας το 1914 και του όλου ελληνικού πληθυσμού, το 1922. Στην προσφυγιά η πολυμελής του οικογένεια, απορφανισμένη, μετά το χαμό του πατέρα του από τους Τούρκους, κατέφυγε στο Καρλόβασι της Σάμου και μετά την επιστροφή του μεγαλύτερου αδελφού από την αιχμαλωσία, η οικογένεια με άλλες μαζί κατέφυγε στο Αγρίνιο για μια πιο υποφερτή εγκατάσταση. Στο Αγρίνιο αποφοίτησε από το Γυμνάσιο και αργότερα εισήχθη στη Νομική Σχολή του πανεπιστημίου Αθηνών. Στον Αλβανικό Πόλεμο υπηρέτησε ως έφεδρος αξιωματικός στον Ε’ Όρχο Μηχανικού. Το 1942 πήρε το πτυχίο του και άρχισε να δικηγορεί στο Αγρίνιο. Κατά την περίοδο της Κατοχής έλαβε μέρος στην Εθνική Αντίσταση μέσα από τις γραμμές του ΕΑΜ, της ΕΠΟΝ και του ΕΛΑΣ και τον Μάιο του 1944 εκλέχτηκε Εθνοσύμβουλος Αγρινίου και έλαβε μέρος στις εργασίες του Εθνικού Συμβουλίου στους Κορυσχάδες Ευρυτανίας.

 

Ο Θανάσης Κακογιάννης στην αίθουσα που συνεδρίαζε το Εθνικό Συμβούλιο στους Κορυσχάδες το 1944

 

Ο Θανάσης Κακογιάννης στην αίθουσα που συνεδρίαζε το Εθνικό Συμβούλιο μπροστά στην παραπάνω φωτογραφία στους Κορυσχάδες το 1944

 

Στη συνέχεια άσκησε τη δικηγορία μέχρι τα μέσα Ιουλίου 1946, οπότε συνελήφθη κι εκτοπίστηκε στην Άνδρο, Ικαρία και Μακρόνησο, από όπου μετακομίσθηκε στο 401 στρατιωτικό νοσοκομείο στις 29 Μαΐου 1950, και στη συνέχεια εγκλείσθηκε μαζί με άλλους δέκα εξόριστους από τη Μακρόνησο στο δημόσιο Ψυχιατρείο (Δαφνί). Τελικά με την υπ’ αριθμό 21 απόφαση της 7.12.1951 της Δευτεροβάθμιας Επιτροπής Ασφαλείας Αττικής έπαυσε οριστικά η εκτόπιση του. Έκτοτε άσκησε τη δικηγορία στην Αθήνα μέχρι τον Μάιο 1958 οπότε εκλέχθηκε Βουλευτής Αιτωλοακαρνανίας του κόμματος της ΕΔΑ, επανεκλέχθηκε δε στις εκλογές της 3ης Νοεμβρίου 1963. Τις πρώτες μέρες της δικτατορίας συνελήφθη και καταδιώχθηκε. Από το 1974 μέχρι το 1983 δικηγορούσε στην Αθήνα. Είχε δυο αδελφές και ένα αδελφό ο οποίος εξελίχθηκε σε ικανότατο στέλεχος των καπναποθηκών Παναγοπούλου». Παντρεύτηκε την Αντιγόνη Κυριάκου – Τσίτση (ο πατέρας της συζύγου του, ήταν βορειοηπειρωτικής καταγωγής και η μητέρα της από την Κωνσταντινούπολη) και απέκτησαν μία κόρη, την Εύα. Τα τελευταία χρόνια της ζωής του ασχολήθηκε με την συγγραφή, γράφοντας ιστορικά δοκίμια. Πέθανε την 1η Μαΐου του 2002 και κηδεύτηκε, όπως προαναφέραμε στο Παλιό Φάληρο της Αττικής.
Μετά την απελευθέρωση του Αγρινίου από τους Γερμανούς και το Τάγμα Ασφαλείας ορίστηκε, και αργότερα, εκλέχθηκε Δήμαρχος της πόλης. Υπηρέτησε στην Αυτοδιοίκηση του Δήμου από τις 14 Σεπτεμβρίου 1944 ως τις 31 Μαρτίου 1945.

Η οικογένεια την πρώτη φορά που εγκαθίσταται στο Αγρίνιο (1914) μένει σε μία πάροδο της οδού Δαγκλή, κοντά στην Πλατεία Χατζοπούλου, ενώ τη δεύτερη φορά (μετά το 1922) σε μία πάροδο της οδού Αγίου Χριστόφορου.


«Με τον Θανάση Κακογιάννη, τον “Άνθιμο”
[9], υπήρξαμε συναγωνιστές από την έναρξη του αντιστασιακού αγώνα μέχρι τη συμβατική του λήξη, με την επαίσχυντη συμφωνία της Βάρκιζας. Γνώρισα τον άνθρωπο και τον αγωνιστή, σε μια μεγάλη στιγμή της νεότερης ιστορίας μας, μια περίοδο ανάτασης ψυχών και τραγικού μεγαλείου. Η προσήνεια, η νηφαλιότητα, η φιλαλληλία, η μετριοπάθεια και προπαντός η συνέπεια και το θάρρος, ήταν και είναι οι αρετές του. Έφεδρος αξιωματικός του μηχανικού στο Αλβανικό μέτωπο, όταν τα πάντα κατέρρευσαν και τα πάντα διαλύθηκαν, αυτός συνόδεψε το τμήμα του μέχρι την Αθήνα, αν και πέρασε από το Αγρίνιο από το σπίτι του και θα μπορούσε να μείνει χωρίς να παρεξηγηθεί, χωρίς να δώσει λογαριασμό. Ο Θανάσης είναι ο τύπος του «καλού κ’ αγαθού». Με την πρώτη επαφή, την πρώτη γνωριμία, τον οικειώνεσαι, τον εμπιστεύεσαι. Σε κοιτάζει στα μάτια, όποιος κι αν είσαι, γιατί δεν έχει τίποτα να κρύψει. Τα πεπραγμένα της ζωής του δεν έχουν κρυφές σελίδες. […] Παιδί της προσφυγιάς κουβαλούσε πάντοτε στο σακί των παιδικών αναμνήσεων του τις χαμένες πατρίδες. Αγάπησε με όλη του τη ψυχή τη δεύτερη πατρίδα, τον Άγιο Κωνσταντίνο και το Αγρίνιο. […]»[10]«Η ευρύτατη παιδεία που διαθέτει, σε συνδυασμό με την προσωπική του εμπειρία κατά την διάρκεια του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα και οι δύο δημιουργικές κοινοβουλευτικές του θητείες κοντά στους μεγάλους δασκάλους του ελληνικού κοινοβουλίου Γιάννη Πασαλίδη και Ηλία Ηλιού, οι οποίοι τον εκτιμούσαν βαθύτατα», αναφέρει ο Πάνος Παδόπουλος[11], είναι τα «δυο επιπλέον στοιχεία που ολοκληρώνουν την προσωπικότητα του».Ο Γεράσιμος Παπατρέχας γράφει για τον Θανάση Κακογιάννη:

Για την δημαρχιακή περίοδο του Θανάση Κακογιάννη και την καθοριστική συμβολή του στη λειτουργία μιας διαφορετικής τοπικής αυτοδιοίκησης, θα αναφερθούμε εκτενέστερα στο «Ἐν Ἀγρινίῳ τῇ…», τον προσεχή Σεπτέμβριο και Οκτώβριο. Σήμερα θα αρκεστούμε σε ένα απόσπασμα ενός άρθρου του ιστορικού ερευνητή, Κώστα Σαλταούρα,  που δημοσιεύτηκε στο ημερολόγιο, που εξέδωσε η Δημοτική Παράταξη «Ανυπότακτο Αγρίνιο» για το 2017 και αναφέρει τα εξής:

«Στην μεγάλη λαϊκή συνέλευση που πραγματοποιήθηκε το απόγευμα της ίδιας μέρας[12], σε κλίμα ενθουσιασμού, εγκρίθηκε η προσωρινή Λαϊκή Επιτροπή Αυτοδιοίκησης -όπως αυτή είχε οριστεί στα Πρωτόκολλα παράδοσης- για να ασκήσει την εξουσία της Δημοτικής Αρχής, έως ότου προκηρυχθούν εκλογές. Μέλη ήταν οι Κώστας Καζαντζής, Νίκος Καρμανίδης, Νίκος Πολυμερίδης, Χρήστος Μπανιάς, Ιωάννης Ροντήρης, Χριστόφορος Καπελλάκης και Αθανάσιος Κακογιάννης. Όσον αφορά την συνέλευση των πολιτών, ως κυρίαρχο λαϊκό όργανο της αυτοδιοίκησης, στο εξής μπορούσε να εκλέγει τους αντιπροσώπους, να τους ελέγχει και να λύνει απ’ ευθείας τα τοπικά ζητήματα.
Στο σύντομο διάστημα λειτουργίας της προσωρινής Λαϊκής Επιτροπής, δημιουργήθηκαν διάφορες επιτροπές με καθορισμένες δραστηριότητες η κάθε μια, ώστε να καλυφθούν οι ανάγκες της πόλης.  Σ’ αυτές, μπορούσαν να συμμετέχουν όλοι, ανεξαρτήτου φύλου και επικεφαλής τέθηκαν μέλη του Δημοτικού Συμβουλίου, με τον Δήμαρχο -ορίστηκε ο δικηγόρος και Εθνοσύμβουλος Θανάσης Κακογιάννης- να έχει την εποπτεία τους.
Τέλη του Σεπτέμβρη προκηρύχθηκαν εκλογές για την ανάδειξη της Δημοτικής Αρχής. Ψήφισαν όλοι οι κάτοικοι και εκλέχθηκε ένα δεκαπενταμελές συμβούλιο με Δήμαρχο πάλι τον Θανάση Κακογιάννη.  Σημειώνεται, ότι ο δήμαρχος δεν ήταν πλέον πιο πάνω από τον δήμο και το δημοτικό συμβούλιο, αλλά ήταν πρώτος μεταξύ ίσων, που ασκούσε συλλογικά την διοίκηση του δήμου και όχι σαν μονάρχης»
[13].

Ως βουλευτής του νόμου ο Θανάσης Κακογιάννης στάθηκε κοντά στους καπνοπαραγωγούς του Αγρινίου και του Ξηρόμερου,, παραβρέθηκε μάλιστα, ως δημόσιος κατήγορος, στη δίκη για τη δολοφονία του αγρότη συνδικαλιστή από τη Λεπενού, Μήτσου Βλάχου, από την Χωροφυλακή και κατέθεσε αρκετές ερωτήσεις που αφορούσαν αναπτυξιακά ζητήματα του τόπου, όπως οι Αλυκές Μεσολογγίου, τα αρδευτικά επαρχιών, τη στήριξη του εισοδήματος, την αύξηση των πόρων στους δήμους και τις κοινότητες, αντιπλημμυρικά έργα και έργα εγγείων βελτιώσεων, για τους αναδασμούς σε Νιοχώρι και Λεσίνι κ.λπ.[14]

Θα κλείσουμε αυτό το μικρό αφιέρωμα στον Θανάση Κακογιάννη με ένα μικρό απόσπασμα από το βιβλίο του, το οποίο αναφέρεται στην ημέρα της βίαιης κατάργησης της Δημοτικής Αρχής του Αγρινίου, από ένα απόσπασμα Άγγλων στρατιωτών, που μπήκαν στο γραφείο του δημάρχου για να τον καθαιρέσουν. Γράφει ο Κακογιάννης:

«Το πρωί της 31 Μαρτίου 1945, ένα ένοπλο τμήμα της Αγγλικής στρατιωτικής δύναμης, ανέβηκε στο Δημαρχείο. Ο επικεφαλής Άγγλος αξιωματικός με το τόμιγκαν προτεταμένο μπήκε χωρίς καμιά διατύπωση και έστω τυπική προειδοποίηση στο γραφείο του Δημάρχου και ζήτησε, πάντα με προτεταμένο το όπλο του από τον Δήμαρχο και τον γενικό Γραμματέα του Δήμου[9] να εγκαταλείψουν το Δημαρχείο. Και αυτό, ενώ είχε αναλάβει την εξουσία η ελληνική Κυβέρνηση, που ήταν βέβαια η αρμόδια να επέμβει για τη διατήρηση ή την κατάργηση μιας λαοπρόβλητης δημοτικής αρχής, η οποία είχε αναλάβει την διοίκηση του Δήμου με τη θέληση των κατοίκων της πόλης, ύστερα από εκλογές»[15].

 

1. Ο Γεώργιος Β΄ έζησε από το 1890 έως το 1947. Βασιλιάς έγινε στις 27 Σεπτεμβρίου 1922 έως τις 25 Μαρτίου 1924, οπότε και καθαιρέθηκε και από τις 3 Νοεμβρίου 1935 έως την 1η Απριλίου 1947 που απεβίωσε. Ο Αλέξανδρος Α΄ έζησε από το 1893 έως το 1920. Βασιλιάς έγινε στις 11 Ιουνίου 1917 μετά την αναγκαστική παραίτηση του Κωνσταντίνου Α’ ως γερμανόφιλου και κάτω από τις ασφυκτικές πιέσεις των δυνάμεων της Αντάτ (Entente Cordiale, Εγκάρδια Συνεννόηση: Ονομάστηκε έτσι η συμμαχία Γαλλίας και Μεγάλης Βρετανίας, η οποία έθεσε τέλος σε οκτώ αιώνες αγγλογαλλικού ανταγωνισμού και έθεσε τις βάσεις για την αγγλογαλλική συνεργασία κατά τον 20ό αιώνα) και απαρέμεινε στο θρόνο έως τις 25 Οκτωβρίου 1920. Η Ελένη έζησε από το 1896 έως το 1982, ήταν πριγκίπισσα της Ελλάδας και παντρεύτηκε τον Κάρολο Β΄ των Χοεντσόλερν – Ζιγκμαρίνγκεν βασιλιά της Ρουμανίας. | 2. ΣΚΡΙΠ, Τετάρτη 2/5/1901, Έτος 6ο, Αρ. Φύλ. 2049, σελ. 2 | 3. ΕΜΠΡΟΣ, Πέμπτη 3/5/1901, Έτος 5ο, Αρ. Φύλ. 1619, σελ. 1. | 4. Γηθοσύνως: Με χαρά | 5. Η οικία Παπαφώτη, εικονίζεται στην φωτογραφία της ανάρτησης, στην κατάσταση που διασώζονταν τη δεκαετία του 70. Η θέση της ήταν στη γωνία Χαριλάου Τρικούπη και Μακρή, εκεί που βρίσκεται σήμερα η μικρή πλατεία με την προτομή του αντιπτεράρχου Βασίλη Παναγόπουλου.

6.Μια τοπική αυτοδιοίκηση που επιβάλλονταν να υπηρετεί το 2ο άρθρο, του Α’ ψηφίσματος της Πολιτικής Επιτροπής Εθνικής Απελευθέρωσης (Π.Ε.Ε.Α.), Συνεδρίαση 27 Μάη 1944, το οποίο έλεγε κατά λέξη τα εξής: «Όλες οι εξουσίες πηγάζουν από το Λαό και ασκούνται από τον Λαό» (Είναι τελείως διαφορετική η προηγούμενη διατύπωση, από το άρθρο 1, παράγραφος 3 του σημερινού συντάγματος που αναφέρει: «Όλες οι εξουσίες πηγάζουν από  το λαό, υπάρχουν υπέρ αυτού και του Έθνους και ασκούνται όπως ορίζει το σύνταγμα»). | 7. Δες το Α΄ ψήφισμα της ΠΕΕΑ για την οργάνωση και τη διοίκηση της ελεύθερης Ελλάδας ΕΔΩ, καθώς και την Ιδρυτική Διακήρυξη της ΕΔΑ. | 8. Θανάσης Κακογιάννης, Μνήμες και σελίδες της Εθνικής αντίστασης, Αγρίνιο – Δυτική Στερεά Ελλάδα, Εκδόσεις Κωσταράκη, 1997, σελ. 499. | 9. Το αντιστασιακό όνομα του Κακογιάννη. | 10. Θανάσης Κακογιάννης, Μνήμες και σελίδες της Εθνικής αντίστασης, ό.π., σελ. 15 & 16. | 11. Πάνος Ε. Παπαδόπουλος, Εισήγηση στο επιστημονικό συνέδριο, που διοργάνωσε η Αιτωλική Πολιτιστική Εταιρεία (ΑΙ.ΠΟ.Ε.), τον Νοέμβριο του 2008. Δες επίσης: Σωτήρης Σωτηρόπουλος ή Σαντάλας, «Δυο λόγια για το βιβλίο», στο: Θανάσης Κακογιάννης, Μνήμες και σελίδες της Εθνικής αντίστασης, ό.π., σελ. 18-19. | 12. Αναφέρεται στη μεγάλη συγκέντρωση της Πλατείας Μπέλλου, το απόγευμα της 14ης Σεπτεμβρίου 1944, ημέρα της απελευθέρωσης του Αγρινίου, με την παράδοση του Τάγματος Ασφαλείας Αγρινίου στον ΕΛΑΣ. | 13. Πάνος Ε. Παπαδόπουλος, Εισήγηση στο επιστημονικό συνέδριο, ό.π | 14. Πρόκειται για τον Γενικό Γραμματέα του Δήμου, Προκόπη Μοναστηριώτη. | 15. Θανάσης Κακογιάννης, Μνήμες και σελίδες της Εθνικής αντίστασης, ό.π., σελ. 467.

 

Φωτογραφία ανάρτησης:


AgrinioStories| Πηγή: Αρχείον Αγρινίου