Μνήμη χρονολογίου της 4ης Ιουνίου

4 Ιουνίου 2024

Είναι η 156η ημέρα του έτους κατά το Γρηγοριανό ημερολόγιο.
Υπολείπονται 210 ημέρες για τη λήξη του..
🌅  Ανατολή ήλιου: 06:03 – Δύση ήλιου: 20:44
Διάρκεια ημέρας: 14 ώρες 41 λεπτά
🌘  Σελήνη 27.2 ημερών
Χρόνια πολλά στους: Μάρθα, Μητροφάνης, Μητροφάνα.

Γεγονότα

 

1456 – Οι Οθωμανοί Τούρκοι κυριεύουν την Αθήνα. Στις 4 Ιουνίου του 1456 οι Τούρκοι έφτασαν στην Αθήνα και την κατέλαβαν ειρηνικά με συνθηκολόγηση του  Δούκα Acciaiuoli το 1458. Μετά την πλήρη κατάκτηση της Αθήνας από τους Οθωμανούς την διετία 1456-58, την πόλη επισκέφτηκε ο σουλτάνος Μωάμεθ ο Β΄ ο Πορθητής, ο άνθρωπος που κυρίευσε την Κωνσταντινούπολη. Ο Μωάμεθ, άνθρωπος με ευρεία μόρφωση και θαυμασμό για την αρχαία Ελλάδα, ήρθε στην Αθήνα για να θαυμάσει τα μνημεία του παρελθόντος για τα οποία είχε τόσα πολλά ακούσει. Σε συνδυασμό με το γεγονός πως οι Αθηναίοι παραδόθηκαν χωρίς αντίσταση στον Σουλτάνο, εκείνος τους παραχώρησε αρκετά προνόμια και άφησε παρακαταθήκη στους νεώτερους να προστατεύουν και να τιμούν τα παλιά μνημεία της πόλης. Την διοίκηση της πόλης επέβλεπε ο Πασάς που έδρευε στο Νεγρεπόντε (την σημερινή Χαλκίδα), την τάξη εξασφάλιζε μικρό στρατιωτικό τμήμα Οθωμανών, που είχε την έδρα του στην Ακρόπολη και την δικαιοσύνη απένεμε ο Οθωμανός δικαστής που ονομαζότανε καδής. Οι Αθηναίοι διατήρησαν τους δικούς τους τοπικούς άρχοντες με περιορισμένες εξουσίες, κυρίως για τα ζητήματα ανάμεσα στους χριστιανούς. Οι άρχοντες αυτοί ονομάζονταν δημογέροντες και προέρχονταν από τις 10-12 παλιές αρχοντικές οικογένειες της πόλης. Ο υπόλοιπος λαός διακρινόταν σε γαιοκτήμονες (νοικοκυραίους), σε έμπορους και βιοτέχνες (παζαρίτες) και τους χωρικούς (ξωτάριδες) που κατοικούσαν στα μικρά αραιοκατοικημένα χωριά της υπαίθρου γύρω από την πόλη σε ολόκληρη την Αττική, τα κατάλοιπα των Δήμων της εποχής της αρχαίας Αθηναϊκής Δημοκρατίας. Τα μέλη της κάθε κοινωνικής τάξης φορούσαν και διαφορετική ενδυμασία που τους διέκρινε μεταξύ τους.

 

1827 – Αποτυχημένη ναυτική εκστρατεία του Κόχραν στην Αίγυπτο. Τον Ιούλιο του 1825 ο Ιμπραήμ είχε πατήσει για τα καλά το πόδι του στον Μοριά και σημείωνε τη μία επιτυχία μετά την άλλη απέναντι στους επαναστατημένους Έλληνες. Την εποχή εκείνη, ο Κωνσταντίνος Κανάρης σκέφτηκε ένα παράτολμο σχέδιο ως αντιπερισπασμό προς τον Αιγύπτιο πολέμαρχο: να εκστρατεύσει στην πατρίδα του και να κάψει τον αιγυπτιακό στόλο, που ναυλοχούσε στο λιμάνι της Αλεξάνδρειας, μπροστά από το παλάτι του πατέρα του Μοχάμετ Άλι.
Το σχέδιο του κοινοποιήθηκε στους προύχοντες της Ύδρας Μανώλη Τομπάζη, Λάζαρο Κουντουριώτη και Αντώνιο Κριεζή, οι οποίοι ενθουσιάστηκαν και αποφάσισαν να το θέσουν σε εφαρμογή. Με πάσα μυστικότητα για τον φόβο των κατασκόπων, ετοιμάστηκαν τρία πυρπολικά, ένα για τον Κανάρη, ένα για τον Αντώνιο Βώκο και το άλλο για τον Μανώλη Μπούτη, Τα πυρπολικά θα συνοδεύονταν από τα μεγάλα πλοία του Κριεζή και του Τομπάζη, που θα είχε το γενικό πρόσταγμα της επιχείρησης.
Ο στολίσκος απέπλευσε από την Ύδρα στις 23 Ιουλίου 1825 και στις 29 Ιουλίου βρισκόταν έξω από το λιμάνι της Αλεξάνδρειας. Αμέσως, ο Τομπάζης συγκάλεσε σύσκεψη στο πλοίο του και αποφασίσθηκε τα μεν πλοία να παραμείνουν έξω από το λιμάνι, όσο το δυνατόν αφανή από τα παρατηρήρια του εχθρού, τα δεν πυρπολικά να εισδύσουν στο λιμάνι και αφού επιτελέσουν το έργο τους οι πυρπολητές να επιστρέψουν με τις λέμβους στα πλοία. Στους πυρπολητές δόθηκαν σαφείς εντολές να μην βλάψουν σκάφη με ξένη σημαία.
Το σχέδιο πήγε από την αρχή στραβά. Ο Κανάρης όρμησε πρώτος με το πυρπολικό του και άφησε αρκετά πίσω τους Βώκο και Μπούτη. Μέχρι να συνεννοηθούν για να εισέλθουν και οι τρεις ταυτόχρονα στο λιμάνι, είχαν παρέλθει πολύτιμες ώρες. Ο ήλιος άρχισε να δύει, όταν ο Κανάρης αποφάσισε να ενεργήσει μόνος και στράφηκε με το πυρπολικό του προς το λιμάνι. Όμως, για κακή του τύχη τον αντιλήφθηκε ο πλοηγός του λιμανιού και αφού διαπίστωσε ότι δεν ήταν εμπορικό, αλλά εχθρικό πλοίο, προσπάθησε να κάνει ανεπιτυχώς ρεσάλτο στο πλοίο του Κανάρη και να το εμποδίσει να εισέλθει στο λιμάνι.
Ο Κανάρης γνώριζε τη διάταξη του λιμανιού της Αλεξάνδρειας από παλαιότερα ταξίδια του και κατηύθυνε το πυρπολικό του προς την αποβάθρα των ανακτόρων του Μοχάμετ Άλι, μπροστά από την οποία ήταν ελλιμενισμένες μεγάλες φρεγάτες και η ναυαρχίδα του στόλου. Όμως, ο άνεμος μεταβλήθηκε ξαφνικά κι έπαψε να είναι ευνοϊκός για τον θρυλικό ναυμάχο. Το πυρπολικό του δεν ήταν δυνατό να προχωρήσει. Εν τω μεταξύ, είχε γίνει αντιληπτό από τους Αιγυπτίους, που εκινούντο προς αντιμετώπισή του.
Ο Κανάρης, ευρισκόμενος πλέον σε δύσκολη θέση, άναψε το πυρπολικό και προσπάθησε να το ρίξει πάνω σ’ ένα επισκευαζόμενο αιγυπτιακό δίκροτο. Με τους άνδρες του επιβιβάσθηκε στη συνοδευτική λέμβο για εξέλθει από το λιμάνι. Το πυρπολικό δεν βρήκε στόχο, αφού το αιγυπτιακό πλοίο έλυσε κάβους και απομακρύνθηκε, ενώ η λέμβος του δεχόταν καταιγιστικά πυρά από τον εχθρό. Βαλλόμενη ακατάπαυστα κατόρθωσε να φθάσει στο στόμιο του λιμανιού, όπου συνάντησε τον Βώκο με το πυρπολικό του, ενώ ο Μπούτης παρέμενε έξω από το λιμάνι. Από τη δραματική επιχείρηση διαφυγής του Κανάρη σκοτώθηκαν δύο μέλη του πληρώματός του, οι Παντελής Τζιτζάς και Ιωάννης Χούντας και τραυματίσθηκαν πέντε, οι Ιωάννης Κωνσταντινίδης, Αγγελής Γκλάβας, Νικόλαος Δήμου, Γεώργιος Ψαριανός και Νικόλαος Μανιάτης.
Ο Μοχάμετ Άλι αμέσως μόλις πληροφορήθηκε την επιθετική ενέργεια του ελληνικού πυρπολικού, διέταξε τα πλοία του να καταδιώξουν τον ελληνικό στολίστο, ενώ ο ίδιος επιβιβάσθηκε σε μία κορβέτα και ανοίχτηκε στο πέλαγος. Όμως, τα ελληνικά πλοία είχαν προλάβει να απομακρυνθούν. Στις 18 Αυγούστου 1825 επέστρεψαν στην Ύδρα, όπου τους επιφυλάχθηκε υποδοχή ηρώων.
Το γεγονός προξένησε αίσθηση και θαυμασμό για τον Κωνσταντίνο Κανάρη στα ευρωπαϊκά κέντρα. Γάλλοι φιλέλληνες εξεγέρθηκαν, όταν εγράφη ότι στο λιμάνι της Αλεξάνδρειας γαλλικό πολεμικό πλοίο (μπρίκι) κανονιοβόλησε το πυρπολικό του Κανάρη. Ο γάλλος υπουργός Βιλέλ αναγκάσθηκε να προβεί σε διάψευση του συμβάντος ενώπιον της Βουλής.

 

1878 – Υπογράφεται η Συνθήκη της Κωνσταντινούπολης, με την οποία η Κύπρος περιέρχεται από την Οθωμανική Αυτοκρατορία στην Αγγλία. Η συνθήκη της Κωνσταντινούπολης (αλλιώς και «Τελικός Διακανονισμός της Κωνσταντινούπολης», «Κάλενταρ Κιόσκ», 21 Ιουλίου 1832) είναι γραπτή συμφωνία που συνήφθη για τον τελικό διακανονισμό μεταξύ της Ελλάδας και της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και με την οποία η δεύτερη αποδεχόταν τη δημιουργία ανεξάρτητου ελληνικού κράτους με συγκεκριμένη οριοθεσία, ως αποτέλεσμα του ένοπλου ελληνικού αγώνα της ανεξαρτησίας των ετών 1821 – 1829, που είχε προηγηθεί.
Η Ελλάδα είχε ήδη πετύχει την υπογραφή διαφόρων διεθνών συνθηκών, με τις οποίες αποκτούσε κρατική υπόσταση. Πρώτη από αυτές, δια της οποίας είχε καταστεί αυτόνομη υπό την επικυριαρχία του Σουλτάνου, ήταν το δεύτερο Πρωτόκολλο του Λονδίνου (Νοέμβριος 1828), η οποία προέβλεπε σύνορα έως και τον Ισθμό της Κορίνθου, περιλαμβανομένων της Πελοποννήσου, των παρακείμενων νησιών του Σαρωνικού και των Κυκλάδων. Ακολούθησε το τρίτο Πρωτόκολλο του Λονδίνου (Μάρτιος 1829), όπου τα σύνορα προβλέπονταν να επεκταθούν έως την οριοθετική γραμμή Παγασητικού – Αμβρακικού με ενσωμάτωση ολόκληρης της Στερεάς και το τέταρτο Πρωτόκολλο του Λονδίνου (Φεβρουάριος 1830), όταν η συνοριακή γραμμή συμφωνήθηκε στο μέσο της κοίτης των ποταμών Αχελώου και Σπερχειού, στην ελληνική δε επικράτεια εντάσσονταν οι Σποράδες και η Αμοργός.
Έπειτα από διαπραγματεύσεις περίπου έξι μηνών, τον Ιούλιο του 1832, υπογράφτηκε στην Πόλη ο τελικός διακανονισμός με τον οποίο η Οθωμανική Αυτοκρατορία αποδέχτηκε απο κοινού μαζί με τις τρεις «εγγυήτριες δυνάμεις» (Αγγλία, Γαλλία και Ρωσία) και αναγνώρισε την ανεξαρτησία της Ελλάδας, αλλά και τη γραμμή συνόρων Παγασητικού – Αμβρακικού.
Με το 6ο και τελευταίο Πρωτόκολλο του Λονδίνου (Αύγουστος 1832) η περιοχή της Λαμίας (τότε «Ζητούνι»), την οποία διεκδικούσε η Τουρκία καθώς δεν είχε ελευθερωθεί από ελληνικά όπλα, επιδικάσθηκε στην Ελλάδα. Παράλληλα, οι τρεις εγγυήτριες χώρες εξέδωσαν διακήρυξη δια της οποίας ανακοινώθηκε η “αποπεράτωση του ελληνικού ζητήματος”. Το Σεπτέμβριο έως και Νοέμβριο του ιδίου έτους, μια επιτροπή οριοθετών χάραξε τα τελικά και οριστικά έως τότε, σύνορα των δυο κρατών. Το ανεξάρτητο ελληνικό βασίλειο, το Φεβρουάριο του 1833, με την έλευση του Όθωνα, εκτεινόταν σε 47.516 τετραγωνικά χιλιόμετρα (περιλαμβανομένης και της Εύβοιας) και αριθμούσε 750.000 κατοίκους.

 

1989 – Το κομμουνιστικό καθεστώς της Κίνας γράφει μία από τις πιο μαύρες σελίδες της ιστορίας του, με τη σφαγή των φοιτητών στην πλατεία Τιεν Αν Μεν. Η Σφαγή της Πλατείας Τιεν Αν Μεν έλαβε χώρα στις 4 Ιουνίου 1989, όταν ο κινέζικος στρατός έπνιξε στο αίμα την πολυήμερη φοιτητική διαμαρτυρία στο Πεκίνο με κύριο αίτημα τη χορήγηση πολιτικών ελευθεριών. Η φωτογραφία με τον νεαρό διαδηλωτή να αψηφά τα τανκς, που τράβηξε ο αμερικανός φωτογράφος Τζεφ Βίντενερ, είναι η πιο συγκλονιστική εικόνα, που ιστορικά θα θυμίζει τα γεγονότα.
Οι δειλές μεταρρυθμίσεις του Μάο Τσετούνγκ προς την οικονομία της αγοράς επιταχύνθηκαν από τους διαδόχους του μετά το θάνατο του «μεγάλου τιμονιέρη» το 1976. Ο Ντεγκ Σιάο Πινγκ, που ήταν ο ιθύνων νους, οδήγησε την Κίνα σταδιακά στην οριστική εγκατάλειψη της κολεκτιβοποίησης και στην ταχύτερη οικονομική φιλελευθεροποίηση με το σύνθημα «η οικονομία έχει τον πρώτο λόγο». Ωστόσο, έκανε ελάχιστες πολιτικές παραχωρήσεις, φοβούμενος την αντίδραση των συντηρητικών στοιχείων του Κομμουνιστικού Κόμματος.
Το μονοκομματικό κράτος παρέμενε άθικτο στην Κίνα, υφίστατο όμως πιέσεις. Στις αρχές της δεκαετίας του ‘80, προβλήθηκαν αιτήματα για έναν «πέμπτο εκσυγχρονισμό», που θα συνόδευε τους άλλους τέσσερις (γεωργία, βιομηχανία, άμυνα, επιστήμη – τεχνολογία). Έπειτα από μία χαλάρωση του πολιτικοϊδεολογικού ελέγχου και την κριτική που άσκησε ο αστροφυσικός Φανγκ Λιζί στο Κόμμα, το 1986 έγιναν διαδηλώσεις με δημοκρατικά αιτήματα σε 15 κινεζικές πόλεις.
Ο Ντεγκ Σιαοπίνγκ, που ήταν ο αναμφισβήτητος ηγέτης της χώρας χωρίς να έχει κάποιο σημαντικό θεσμικό αξίωμα, απάντησε με σκληρά κατασταλτικά μέτρα, με σπουδαιότερο θύμα τον γενικό γραμματέα του Κόμματος Χου Γιαομπάνγκ, που αποπέμφθηκε από τη θέση του. Οι συντηρητικοί βρήκαν την ευκαιρία να ξεκινήσουν εκστρατεία κατά της «πνευματικής μόλυνσης» και της «διάβρωσης από τις ιδέες της μπουρζουαζίας».

 

 

2006 – Κινηματογραφική απόδραση από τον Κορυδαλλό. Η θεαματική απόδραση οργανώθηκε από το διαβόητο κακοποιό Νίκο Παλαιοκώστα, ο οποίος, μαζί με κάποιον συνεργάτη του, νοίκιασαν το ελικόπτερο για λόγους αναψυχής, χρησιμοποιώντας ψεύτικα ονόματα.
Ο πιλότος είχε υποβάλει σχέδιο πτήσης από Καραδαμύλη Καλαμάτας για Μαρούσι και Ασπρόπυργο, ωστόσο, εν πτήσει, οι δύο άνδρες τον έπιασαν όμηρο, απειλώντας τον με όπλο, χειροβομβίδες και εκρηκτικά. Με τον τρόπο αυτό ανάγκασαν τον πιλότο να τους βοηθήσει στην υλοποίηση του σχεδίου τους.
Στη συνέχεια το ελικόπτερο προσγειώθηκε ανενόχλητο στο προαύλιο της πρώτης ακτίνας των φυλακών Κορυδαλλού, απ όπου παρέλαβε τον αδερφό του «φαντομά» Νίκου Παλαιοκώστα, Βασίλη, ο οποίος είχε συλληφθεί έπειτα από τροχαίο, και τον επικίνδυνο Αλβανό κακοποιό Αλκέτ Ριτζάι, που έχει καταδικαστεί για τη δολοφονία του Θανάση Κορωπιώτη.
Οι φύλακες αιφνιδιάστηκαν και, ενώ προσπάθησαν να εμποδίσουν την απόδραση, εν τούτοις δεν τα κατάφεραν. Τη σύγχυσή τους επέτεινε το γεγονός ότι το ελικόπτερο ήταν λευκού χρώματος, με μπλε λωρίδες, και έμοιαζε έτσι με αυτά που χρησιμοποιεί η αστυνομία.
Ακολούθως, το ελικόπτερο προσγειώθηκε στο νεκροταφείο του Σχιστού, απ όπου οι τέσσερις άνδρες διέφυγαν με δύο μοτοσικλέτες, τύπου enduro, προς άγνωστη κατεύθυνση, ενώ οι αστυνομικοί, που έσπευσαν στην περιοχή, έπιασαν τον πιλότο, ο οποίος ισχυρίστηκε ότι εκβιάστηκε για να βοηθήσει στην απόδραση.
Το Mega μάλιστα μετέδωσε ότι ο Νίκος Παλαιοκώστας είχε και διάθεση για χιούμορ, καθώς, εγκαταλείποντας τον πιλότο στην περιοχή του Σχιστού, του έδωσε ένα κομπολόι, λέγοντάς του: «Αυτό είναι για να θυμάσαι τον Παλαιοκώστα».
Για να καθυστερήσει μάλιστα τους αστυνομικούς, ο Νίκος Παλαιοκώστας είχε αφήσει μέσα στο ελικόπτερο και μια χειροβομβίδα. Ένα ακόμη στοιχείο που δυσχέρανε το έργο των αστυνομικών, ήταν ότι την ώρα της απόδρασης βρίσκονταν στον αέρα περί τα 18 ελικόπτερα, τα περισσότερα εκ των οποίων χρησιμοποιούνταν για την ασφαλή διεξαγωγή του «Ράλι Ακρόπολις».
Περί τις 8.30 το βράδυ της Κυριακής βρέθηκαν στην περιοχή του Σκαραμαγκά, κοντά στο ξενοδοχείο Αλφα, οι δύο μαύρες μοτοσικλέτες που χρησιμοποίησαν οι δράστες για να ξεφύγουν.
Οι μοτοσικλέτες, οι οποίες είχαν κλαπεί από τις περιοχές Αργυρούπολης και Καλλιθέας, ήταν σκεπασμένες με κουκούλες και είχαν ακόμα ζεστές τις μηχανές. Παραμένει άγνωστο με τι μέσο έφυγαν από εκεί οι τέσσερις καταζητούμενοι.
Οι Αρχές «πιάστηκαν στον ύπνο» στην περίπτωση αυτή, καθώς ο τρόπς της απόδρασης ήταν πρωτοφανής για τα ελληνικά χρονικά. O αρχιφύλακας του Κορυδαλλού, μιλώντας στην τηλεόραση του ΑΝΤ1 αμέσως μετά το αρχικό σοκ, δήλωσε ότι δεν ήξερε πόσοι και ποιοί κρατούμενοι έλειπαν και πως επρόκειτο να γίνει καταμέτρηση.
Η καταμέτρηση ωστόσο δεν χρειάστηκε να γίνει, καθώς οι συγκρατούμενοι που βρίσκονταν στο προαύλιο, ανέφεραν στους αστυνομικούς ποιοί ήταν αυτοί που είχαν αποδράσει.

 

Γεννήσεις

 

1939 – Πάουλ Κάιπερς, ολλανδός γεωπόνος, πρωτοπόρος των θερμοκηπίων στην Ελλάδα. Ήταν ευρύτερα γνωστός στην Ιεράπετρα της Κρήτης ως ο «Ολλανδός». Γεννήθηκε στο Ελστ του Χέλντερλαντ. Αρχικά πειραματίστηκε με κηπευτικά στη Σύρο, όπου έφτασε το 1963 έπειτα από παρέμβαση της καθολικής εκκλησίας. Στη συνέχεια, πήγε στην Ιεράπετρα, όπου και εγκαταστάθηκε με τη σύζυγό του. Προσέφερε τα μέγιστα στην αγροτική ανάπτυξη της Ιεράπετρας, όπου ανέπτυξε τα θερμοκήπια. Απέκτησε 2 κόρες, εκ των οποίων η μία γεννήθηκε μετά τον αδόκητο θάνατό του. Ο Κούπερ σκοτώθηκε σε τροχαίο δυστύχημα με μοτοσυκλέτα στην περιοχή της Ιεράπετρας Κρήτης (στο Στόμιο, όπου βρίσκεται σήμερα η προτομή του, έργο του Φρίξου Θεοδοσάκη), στις 9 Σεπτεμβρίου 1971, σε ηλικία μόλις 32 ετών. To δυστύχημα συνέβη όταν έπεσε διερχόμενο αυτοκίνητο επάνω στην μοτοσυκλέτα που οδηγούσε ο γεωπόνος. Ο δήμος της Ιεράπετρας έδωσε το όνομα του Κούπερ (ή Κούπερς) σε έναν κεντρικό δρόμο.

 

1944 – Λάκης Κομνηνός, έλληνας ηθοποιός. Το πραγματικό του όνομα είναι Απόστολος Πάστος. Γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Λέσβο, αλλά η απώτερη καταγωγή της οικογένειάς του είναι από την Κεφαλλονιά. Φοίτησε για δύο χρόνια στη Δραματική Σχολή του Πέλου Κατσέλη και στη συνέχεια αποφοίτησε από τη Δραματική Σχολή του Κ. Μιχαηλίδη. Επίσης, παρακολούθησε μαθήματα Κινηματογράφου και Θεάτρου στην Ακαδημία Τεχνών του Ιλινόις στις ΗΠΑ.
Πρωτοεμφανίστηκε στο θέατρο στην τραγωδία Αντιγόνη και στον κινηματογράφο στην ταινία Εγωισμός (με το όνομα Λάκης Πάστος).[1] Διακρίθηκε στον κινηματογράφο σε ρόλους ωραίου και μοιραίου άντρα, «αρχηγού των κακών», κατασκόπου – πράκτορα, ξένου (Γερμανού ή Άγγλου) ή νεαρού με πλούσια καταγωγή.
Τη δεκαετία του 1970 πρωταγωνίστησε σε κοσμοπολίτικες ταινίες, κάποιες από τις οποίες είχαν διεθνές καστ και υψηλό για τα ελληνικά δεδομένα μπάτζετ, ενώ κυκλοφόρησαν και σε άλλες χώρες εκτός της Ελλάδας.
Στο ραδιόφωνο, ο Κομνηνός συμμετείχε σε εκπομπές και ως αφηγητής σε πολυάριθμα ντοκυμαντέρ.
Το 1975 ίδρυσε την δική του εταιρία παραγωγής, την Πανθέαμα, η οποία από το 1996 συνέχισε τη δραστηριότητά της με το νέο τίτλο Media Team. Έχει ασχοληθεί και με τη σκηνοθεσία.
Μετά την άνοδο του ΠΑΣΟΚ στην εξουσία, το 1981, έγινε διευθυντής στην ΥΕΝΕΔ μέχρι την κατάργησή της λίγο αργότερα, τον Νοέμβριο του 1982. Ο διορισμός του είχε σημασία, καθώς όλοι οι προηγούμενοι διευθυντές της ΥΕΝΕΔ ήταν αξιωματικοί του Στρατού.

 

1975 – Αντζελίνα Τζολί, αμερικανίδα ηθοποιός. Η Τζολί γεννήθηκε στις 4 Ιουνίου του 1975 στο Λος Άντζελες, Καλιφόρνια. Είναι κόρη του γνωστού ηθοποιού, Τζον Βόιτ και της Μαρσελίν Μπερθράντ. Ο αδερφός της είναι ο επίσης ηθοποιός, Τζέιμς Χέβεν. Οι νονοί της είναι οι ηθοποιοί, Τζάκλιν Μπίσετ και Μαξιμίλιαν Σελλ. Το 1976, μετά τον χωρισμό των γονιών της, η ίδια και ο αδερφός της έζησαν με την μητέρα τους, η οποία είχε εγκαταλείψει τις φιλοδοξίες της ως ηθοποιός προκειμένου να μεγαλώσει τα παιδιά της. Η Αντζελίνα έχει δηλώσει ότι από μικρή παρακολουθούσε ταινίες με την μητέρα της και έτσι αποφάσισε να γίνει ηθοποιός. Το 1981, η Αντζελίνα με την μητέρα της, τον αδερφό της και τον πατριό της και σκηνοθέτη, Μπιλ Ντέι μετακόμισαν στην Νέα Υόρκη όμως 5 χρόνια αργότερα, η Αντζελίνα επέστρεψε στο Λος Άντζελες προκειμένου να φοιτήσει σε σχολείο υποκριτικής. Παράλληλα με το σχολείο εργάστηκε σε διάφορες παραγωγές. Στην ηλικία των 14, η Αντζελίνα άρχισε να εργάζεται ως μοντέλο μόδας, κυρίως στο Λος Άντζελες, τη Νέα Υόρκη και το Λονδίνο. Η Αντζελίνα Τζολί όπως έχει δηλώσει υπέστη κατάθλιψη σε όλη της την εφηβεία λόγω του ότι οι συμμαθητές της στο γυμνάσιο-λύκειο “Beverly Hills High School” την κορόιδευαν επειδή ήταν εξαιρετικά αδύνατη, λεπτή και φορούσε γυαλιά και σιδεράκια. Αυτός ήταν και ο λόγος που λίγο αργότερα, η Αντζελίνα άρχισε να φοράει μαύρα, έκανε τατουάζ και στην ηλικία των 20 (περίπου) ξεκίνησε να παίρνει ναρκωτικά από τα οποία απεξαρτήθηκε αρκετά χρόνια αργότερα. Η Αντζελίνα δεν είχε ποτέ καλές σχέσεις με τον πατέρα της και αυτό γιατί η αιτία διαζυγίου των γονιών της ήταν οι απιστίες του. Το 2001, προσπάθησαν να συμβιβαστούν μέσα από τη συνεργασία τους στην ταινία “Lara Croft: Tomb Raider” αλλά η σχέση τους επιδεινώθηκε. Τον Ιούλιο το 2002, η Αντζελίνα υπέβαλε αίτηση να μειωθεί από την ταυτότητα της το επίθετο του πραγματικό της επίθετο “Βόιτ” αλλά ο πατέρας της ισχυρίζονταν ότι η κόρη του έχει ψυχολογικά προβλήματα. Τον Αύγουστο της ίδιας χρονιάς όμως, η Αντζελίνα δήλωσε πως δεν επιθυμεί να έχει το επίθετο του πατέρα της ούτε καμία σχέση μαζί του. Επίσης δήλωσε ότι υιοθέτησε ένα αγοράκι, τον Mάντοξ και δεν θεωρεί για το παιδί της καλή επιρροή τον πατέρα της. Στις 27 Ιανουαρίου 2007, η μητέρα της, Μαρσελίν πέθανε από καρκίνο των ωοθηκών και η Αντζελίνα αποφάσισε να συμφιλιωθεί με τον πατέρα της.

 

Θάνατοι

 

2001 – Ντίνος Ηλιόπουλος, έλληνας ηθοποιός. Γεννήθηκε στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου το 1913 από Έλληνες γονείς. Ο πατέρας του καταγόταν από την Κυπαρισσία, ενώ η μητέρα του είχε γεννηθεί στην Υεμένη. Ο έμπορος πατέρας του καταστρέφεται οικονομικά από το κραχ του 1929 και υποχρεώνεται να μετακομίσει μαζί με τη γυναίκα και τα παιδιά του (δύο αγόρια και τρία κορίτσια) στη Μασσαλία, όπου ο μικρός Ντίνος γράφτηκε στο Δημοτικό και τελείωσε το σχολείο, πετυχαίνοντας με άριστα στις εξετάσεις για το απολυτήριο Λυκείου. Για αυτόν τον λόγο είχε μεγαλύτερη ευχέρεια στη γαλλική, που είχε γίνει η πρώτη του γλώσσα. Το 1935 επέστρεψε με την οικογένειά του στην Ελλάδα και γράφτηκε στο «Berkshire High Commercial School», που υπήρχε τότε στην Αθήνα, για να σπουδάσει εμπορικές επιστήμες και να ακολουθήσει το επάγγελμα του πατέρα του. Αφού πήρε το πτυχίο του και εκπλήρωσε την -παρατεταμένη λόγω πολέμου- στρατιωτική του θητεία, εργάστηκε για σύντομο χρονικό διάστημα σε μια αντιπροσωπεία. Αναζητώντας συνεχώς κάτι διαφορετικό συνέχισε να αλλάζει δουλειές «σαν τα ξυραφάκια του» όπως έλεγε και ο ίδιος, μέχρι που ανακάλυψε την αγάπη και την κλίση του προς το θέατρο.
Απεβίωσε στις 4 Ιουνίου 2001 στην Αθήνα, μετά από μακρά νοσηλεία σε διάφορα νοσοκομεία. Κηδεύτηκε δημοσία δαπάνη στις 6 Ιουνίου 2001 στο Α΄ Νεκροταφείο και στο μνήμα του υπάρχει μια πλάκα, που γράφει κατ’ απαίτησή του: «Με συγχωρείτε κυρίες μου, που δεν μπορώ να σηκωθώ».

 

2007 – Σωτήρης Μουστάκας, έλληνας ηθοποιός. Ο Σωτήρης Μουστάκας γεννήθηκε στο χωριό Κάτω Πλάτρες της επαρχίας Λεμεσού και ήταν ο νεότερος από τα επτά αδέρφια του. Σε ηλικία 15 χρονών, συμμετείχε ενεργά στον Απελευθερωτικό Αγώνα της ΕΟΚΑ την περίοδο 1955 έως 1959, όπου μοίραζε φυλλάδια και έγραφε συνθήματα στους τοίχους. Συνελήφθη από τους Άγγλους και φυλακίστηκε για περίοδο εφτά μηνών. Μόλις αποφυλακίστηκε τελείωσε το σχολείο και το 1958 αναχώρησε για την Αθήνα για να σπουδάσει ηθοποιία, παρά τις αντιρρήσεις του πατέρα του.
Το 1954, πήγε σε μια θεατρική παράσταση του Νίκου Σταυρίδη στη Λεμεσό, όπου και ανακάλυψε την αγάπη του για το θέατρο. Μετά το τέλος της παράστασης, ο Μουστάκας πλησίασε τον Σταυρίδη, τον μιμήθηκε και απέσπασε την προσοχή του. Στη συνέχεια του είπε πως θέλει να γίνει κι αυτός ηθοποιός και ο Σταυρίδης του είπε να έρθει στην Αθήνα και να τον βρει. Όταν έφτασε στην Αθήνα, έπιασε δουλειά σ’ ένα εστιατόριο ως σερβιτόρος, και μετά από προτροπή του Σταυρίδη έδωσε εξετάσεις στη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου, όπου πέρασε με την δεύτερη προσπάθεια. Τότε γνώρισε την ηθοποιό Μαρία Μπονέλου, την οποία νυμφεύθηκε το 1973 και με την οποία απέκτησε μια κόρη, την ηθοποιό και σοπράνο Αλεξία Μουστάκα. Την ίδια περίοδο πέρασε και στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών.

 

2019 – Χρήστος Σιαμαντάς, έλληνας επιχειρηματίας. Υπήρξε ένας από τους πιο σημαντικούς ανθρώπους στο χώρο του ελληνικού Τύπου και των εκδόσεων. Συνέδεσε το όνομά του με τις εφημερίδες. «Ελευθεροτυπία», «Μεσημβρινή» και «Επικαιρότητα», καθώς και με τον εκδοτικό οίκο «Ελληνική Μορφωτική Εστία» (αργότερα μετονομάστηκε σε «Μορφωτική Εστία»).
Ο Χρήστος Σιαμαντάς γεννήθηκε το 1934 στο χωριό Μακύνεια (πρώην Κάτω Μαμμάκω) της Αιτωλοακαρνανίας. Το 1957 εγκαταστάθηκε στην Αθήνα και άρχισε να ασχολείται με τις εκδόσεις βιβλίων. Μέσω του εκδοτικού του οίκου «Ελληνική Μορφωτική Εστία» (αργότερα μετονομάστηκε σε «Μορφωτική Εστία»), εξέδωσε σημαντικά βιβλία όπως τα απομνημονεύματα του Γουίνστον Τσόρτσιλ και του Σαρλ Ντε Γκολ, την «Ιστορία της Νεώτερης Ελλάδος» του Γεωργίου Ρούσσου αλλά και μετέπειτα τα βιβλία για τον Κωνσταντίνο Καραμανλή του Κρις Γκουντχάουζ και του Τάκη Λαμπρία.
Αμέσως μετά την μεταπολίτευση ενεπλάκη στα εκδοτικά του Τύπου. Στις 21 Ιουλίου 1975 εξέδωσε, μαζί με τον Κίτσο Τεγόπουλο (1920-2006), την εφημερίδα «Ελευθεροτυπία», που τάραξε τα λιμνάζοντα ύδατα του ελληνικού Τύπου. Έγινε γνωστή ως «η εφημερίδα των 100 συντακτών», με πρώτο διευθυντή τον Αλέκο Φιλιππόπουλο, τον οποίο διαδέχθηκε τον Απρίλιο του 1976 ο Σεραφείμ Φυντανίδης. Τον Νοέμβριο της ίδιας χρονιάς κυκλοφόρησε η «Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία», η πρώτη κυριακάτικη έκδοση απογευματινής εφημερίδας, της οποίας υπήρξε ο πρώτος εκδότης. Στα τέλη του 1978 αποχώρησε από την «Ελευθεροτυπία» μεταβιβάζοντας το 49% των μετοχών που κατείχε στον επιχειρηματία Άρη Βουδούρη, τον μετέπειτα ιδρυτή και εκδότη της εφημερίδας «Ελεύθερος Τύπος».
Δύο χρόνια μετά, το 1980, αγόρασε από την Ελένη Βλάχου τον τίτλο της εφημερίδας «Μεσημβρινή» της οποίας η έκδοσή είχε ανασταλεί από τη Χούντα των Συνταγματαρχών τον Απρίλιο του 1967. Η εφημερίδα επανεκδόθηκε με διευθυντή τον δημοσιογράφο και στενό συνεργάτη του Κωνσταντίνου Καραμανλή, Τάκη Λαμπρία, που ήταν και ο δημιουργός και επικεφαλής της προδικτατορικής «Μεσημβρινής». Το 1982, μεταβίβασε το σύνολο των μετοχών της εφημερίδας στον όμιλο Βαρδινογιάννη. Τον Νοέμβριο του 1988, ο Χρήστος Σιαμαντάς επανήλθε στον χώρο του Τύπου με την έκδοση της εφημερίδας «Επικαιρότητα» και ένα χρόνο αργότερα με την «Κυριακάτικη Επικαιρότητα», με τον Σπύρο Καρατζαφέρη και τον Πάνο Κολιοπάνο. Η εφημερίδα, που στήριξε το ΠΑΣΟΚ και τον Ανδρέα Παπανδρέου τα δύσκολα χρόνια του «Βρώμικου ’89», ανέστειλε την λειτουργία της στα τέλη του 1991.
Το 1993, ανέλαβε πρόεδρος στην Χρηματιστηριακή Βορείου Ελλάδος (αργότερα μετονομάστηκε σε Βορείου Ελλάδος ΑΕΠΕΥ), η οποία το 1995 εξαγοράστηκε από τον γιό του Βασίλη Σιαμαντά. Ο Χρήστος Σιαμαντάς, παρέμεινε πρόεδρος της εταιρείας έως και τον θάνατό του, που επισυνέβη στις 4 Ιουνίου 2019.

 

 

Πηγές: Σαν σήμερα, el.wikipedia