27 Μαΐου 2022

Μενέλαος Λουντέμης: Χωρίς ελαφρυντικό

Λουντέμης: «Κείνο το βράδυ σώπαιναν οι λύκοι, γιατί ούρλιαζαν οι άνθρωποι!»

Πολυγραφότατος και πολυδιαβασμένος λογοτέχνης, ο επονομαζόμενος και Μαξίμ Γκόργκι της Ελλάδας. Η «πένα» του έχει αμεσότητα, λυρισμό, δύναμη και ρεαλισμό. Έργα του, όπως τα μυθιστορήματα «Συννεφιάζει», «Οι κερασιές θα ανθίσουν φέτος» και το μπεστ-σέλερ «Ένα παιδί μετράει τ’ άστρα» διαβάστηκαν πολύ από τη νεολαία τις δεκαετίες του ’50, του ’60 και του ’70.

Στα ελληνικά γράμματα εμφανίσθηκε πολύ νωρίς, το 1927, με δημοσιεύσεις ποιημάτων του σε εφημερίδες της Έδεσσας. Το 1930 ποιήματα και διηγήματά του δημοσιεύτηκαν στο λογοτεχνικό περιοδικό «Νέα Εστία», ενώ το 1934 υπογράφει για πρώτη φορά ως Μενέλαος Λουντέμης στο διήγημά του «Μια νύχτα με πολλά φώτα κάτω από μια πόλη με πολλά αστέρια».

Έπειτα από μια οδύσσεια μετακινήσεων, ο Λουντέμης θα έλθει στην Αθήνα και θα γνωριστεί με αριστερούς διανοούμενους, οι οποίοι σύχναζαν στη λέσχη «αν Σουσί» της οδού Πατησίων. Καθοριστική ήταν η γνωριμία του με τους διακεκριμένους ομοτέχνους του Κώστα Βάρναλη, Άγγελο Σικελιανό και Μιλτιάδη Μαλακάση. Ο τελευταίος θα τον βοηθήσει να βρει δουλειά ως βιβλιοθηκάριος στην «Αθηναϊκή Λέσχη» και να ανασάνει οικονομικά.

Στην κατοχή οργανώθηκε στο ΕΑΜ και διετέλεσε γραμματέας της οργάνωσης διανοουμένων. Κατά τον εμφύλιο συλλαμβάνεται για τα αριστερά του φρονήματα, δικάζεται για εσχάτη προδοσία και καταδικάζεται σε θάνατο, ποινή που δεν εκτελέστηκε ποτέ. Αντ’ αυτού, εξορίζεται σε στρατόπεδα συγκέντρωσης στη Μακρόνησο και στον Άη Στράτη, μαζί με το Θεοδωράκη και τον Ρίτσο.

Το 1956 τον μετέφεραν στην Αθήνα από τον τόπο εξορίας του για να δικαστεί, επειδή, σύμφωνα με το κατηγορητήριο, στο βιβλίο του «Βουρκωμένες μέρες» αναφέρονται «….προπαρασκευαστικές πράξεις εσχάτης προδοσίας….». Στη δίκη που έγινε με τον εμφυλιοπολεμικό νόμο 509/47, οι μάρτυρες υποστήριξαν ότι το βιβλίο του «προπαγανδίζει τας πολιτικάς του ιδέας, θίγει την έννοια του κράτους, κλονίζει την εμπιστοσύνη του λαού στη Δικαιοσύνη, καλλιεργεί το μίσος».

 

 

Ο Θεοτοκάτος (συνήγορος του Λουντέμη) παίρνει από το τραπέζι ένα πανόδετο βιβλίο με γαλάζια ξεθωριασμένα εξώφυλλα, το ανοίγει και αρχίζει να απαγγέλλει, καθαρά και βροντόφωνα για να μπορούν να τον παρακολουθούν όλοι:
«Εγώ είμαι ο γκρεμιστής | Γιατί εγώ είμαι κι ο χτίστης | Ο διαλεχτός της άρνησης | Κι ο ακριβογιός της πίστης. | Και θέλει και το γκρέμισμα | Νου και καρδιά και χέρι. | Στου μίσους τα μεσάνυχτα | Τρέμει ενός πόθου αστέρι. | Κι αν είμαι της νυχτιάς βλαστός, | Του χαλασμού πατέρας, | Πάντα κοιτάζω προς το φως | Το απόμαυρο της μέρας. | Εγώ ο σεισμός ο αλύπητος, | Εγώ κι ο ανοιχτομάτης | Του μακρεμένου αγναντευτής | Κι ο κλέφτης κι ο απελάτης | Και με το καριοφύλλι μου | Και με το απελατίκι | Την πολιτεία την κάνω ερμιά, | Γη χέρσα το χωράφι.»
Εδώ ο Θεοτοκάτος σταματά, στρέφεται προς το μάρτυρα και λέει:
– Περιμένω ν’ ακούσω τη γνώμης σας γι’ αυτό το κείμενο κύριε μάρτυς.
Ο Καραχάλιος (μάρτυρας- αστυνόμος γενικής ασφάλειας) όμως σωπαίνει. Ύστερα από λίγο λέει:
– Δεν μπορώ να εκφράσω γνώμη μόνο από ένα απόσπασμα.
– Τότε παρακαλώ τον πρόεδρο να μου επιτρέψει να συνεχίσω, λέει ο Θεοτοκάτος.
«Κάλλιο φυτρώστε αγραγκαθιές | Και κάλλιο ουρλιάστε, λύκοι, | Κάλλιο φουσκώστε ποταμοί, | Και κάλλιο ανοίχτε, τάφοι, | Και, δυναμίτη, βρόντηξε | Και σιγοστάλαξε αίμα | Παρά σε πύργους άρχοντας | Και σε ναούς το ψέμα. | Των πρωτογέννητων καιρών | Η πλάση με τ’ αγρίμια | Ξανάρχεται. Καλώς να’ ρθη. | Γκρεμίζω την ασχήμια…». Εδώ σταματάει πάλι ο συνήγορος και ξαναρωτάει το μάρτυρα:
– Μήπως τώρα κύριε μάρτυς, σχηματίσατε γνώμη;
Αντί για απάντηση ο μάρτυρας ρωτά:
– Τίνος είναι αυτό το βιβλίο;
– Γιατί κύριε μάρτυς σας ενδιαφέρει;
– Ναι, με ενδιαφέρει.
– Γιατί σας ενδιαφέρει; Εσείς είπατε προηγουμένως ότι για να σχηματίσετε άποψη για κάποιο έργο δεν σας ενδιαφέρει ο συγγραφέας αλλά το περιεχόμενο και μόνο αυτό.
– Μα ξέρετε κύριε συνήγορε… Όταν γνωρίζουμε το συγγραφέα μπορούμε να καταλάβουμε καλύτερα τι λέει. Λοιπόν πέστε μου σας παρακαλώ τίνος είναι για να μπορέσω να κρίνω και να εκφέρω γνώμη.
– Δεν θα σας τον πω, γιατί αυτό αντιβαίνει στη συμφωνία που κάναμε πριν λίγο. Κι ύστερα εσείς μόνος σας είπατε ότι κρίνετε αντικειμενικά ένα λογοτεχνικό έργο. Το κρίνετε απ’ το περιεχόμενο κι όχι από το συγγραφέα του.
Εδώ επεμβαίνει ο εισαγγελέας :
– Τέλος πάντων, κύριε συνήγορε, θα μας τον πείτε καμιά φορά αυτόν το συγγραφέα του κειμένου;
Ο Πρόεδρος Φαρμάκης, που έχει χάσει φαίνεται την υπομονή του, γυρίζει προς τον εισαγγελέα και λέει:
– Αφήστε κύριε εισαγγελέα. Κάποιος του ίδιου φυράματος με το Λουντέμη θα είναι κι αυτός.
Ο Θεοτοκάτος ήρεμος άνοιξε το βιβλίο για να συνεχίσει το διάβασμα. Βλέποντας τον ο πρόεδρος τινάχτηκε πάνω σαν να τον σούβλισαν με πυρωμένα σουβλιά και λέει ουρλιάζοντας:
– Κύριε συνήγορε δεν σας επιτρέπω να συνεχίσετε. Δεν σας επιτρέπω να διαβάζετε ενώπιόν μας τέτοια κείμενα. Αυτό που διαβάσατε δεν είναι ποίημα, είναι λίβελλος εναντίον του έθνους, είναι ένα κείμενο αντεθνικόν, που πρέπει να κατασχεθεί και να καταστραφεί αμέσως, ενώ εκείνος που το ’γραψε, αν δεν έχει καταδικαστεί μέχρι τώρα, πρέπει να καθήσει στο εδώλιο μαζί με τον πελάτη σου, να καταδικαστεί για εσχάτη προδοσία και να κρεμαστεί… Αυτός δεν είναι Έλλην, είναι προδότης, εχθρός της πατρίδας… είπε ο πρόεδρος και κάθησε. Έτρεμε ολόκληρος από το θυμό του.
– Κύριε πρόεδρε, λέει ο Θεοτοκάτος, ομολογώ πως τέτοιο λαβράκι δεν το περίμενα στα δίχτυα μου. Εγώ αλλού ψάρευα, συμπληρώνει, δείχνοντας τον μάρτυρα κατηγορίας. Το ποίημα που απήγγειλα πριν λίγο ενώπιόν σας και που εσείς το χαρακτηρίσατε λίβελλον εναντίον του έθνους, αντεθνικόν κλπ κλπ είναι απόσπασμα απ’ το γνωστό ποίημα «Ο εκδικητής» που κυκλοφορεί σήμερα στην Ελλάδα ελεύθερα και διαβάζεται από όλους τους Έλληνες. Εκείνος που τόγραψε και που κατά τη γνώμη σας πρέπει να δικαστεί για προδοσία δεν είναι άλλος από τον εθνικό μας ποιητή Κωστή Παλαμά, που όλο το έθνος τον διαβάζει, τον αγαπά και τον τιμά. Ναι, ο Κωστής Παλαμάς κύριε πρόεδρε. Και για να πεισθείτε καταθέτω το βιβλίο με τα γκρίζα εξώφυλλα λέγοντας:
– Όσο προδότης είναι, κύριε πρόεδρε, ο εθνικός μας ποιητής, άλλο τόσο είναι προδότης κι ο Λουντέμης, που έγραψε το βιβλίο «Βουρκωμένες μέρες» και για το οποίο τόσο λυσσαλέα διώκεται.
Το ακροατήριο ξεσπά σε χειροκροτήματα. Ο πρόεδρος αιφνιδιάζεται, τα χάνει. Δεν ξέρει τι να κάνει. Και για να βγει από τη δύσκολη θέση χτυπά το κουδούνι αμήχανα και διακόπτει τη συνεδρίαση λέγοντας:
– Άνθρωποι είμαστε κι εμείς, δεν μπορεί να τα ξέρουμε όλα.
Τέλος ο Λουντέμης κλήθηκε να απολογηθεί και να κάνει μια αναδρομή στη ζωή του. Ο συγγραφέας περιέγραψε μαζί με το δράμα το δικό του το δράμα ενός ολόκληρου λαού. Όταν έφτασε να περιγράψει το δράμα του παιδιού του όταν ο ίδιος βρισκόταν στη Μακρόνησο, ο πρόεδρος παρατήρησε: «Απορώ … πώς δεν υπογράψατε μια δήλωση για να σώσετε από τη δοκιμασία εσάς και το παιδί σας…». Και ο Λουντέμης απάντησε: «Χρειάστηκαν εκατομμύρια χρόνια ο άνθρωπος για να σταθεί στα δυο του πόδια. Δεν θα τον γυρίσω πάλι πίσω, στα τέσσερα, εγώ!»

 

 

Για την ιστορία ο Λουντέμης καταδικάστηκε σε απαγόρευση κυκλοφορίας των βιβλίων του. Μετά τη δίκη αυτοεξορίστηκε στο Βουκουρέστι, ενώ η στρατιωτική δικτατορία του αφαίρεσε την ελληνική ιθαγένεια. Επέστρεψε στην Ελλάδα το 1976 και πέθανε το 1977.

Επιφανείς πνευματικές προσωπικότητες έσπευσαν να τον υπερασπιστούν (Άγις Θέρος, Γιώργος Θεοτοκάς, Κώστας Βάρναλης, Στράτης Δούκας, Ασημάκης Πανσέληνος, Κώστας Κοτζιάς), υποστηρίζοντας ότι το βιβλίο του «είναι ένα εξαιρετικό έργο, γεμάτο αγάπη για τον άνθρωπο και πίστη στην πορεία του προς το μέλλον».

 

 

Ανάμεσα στους υπερασπιστές του Λουντέμη ήταν κι ο Βάρναλης, ο οποίος δεν είχε καν την υπομονή να περιμένει να τον ειδοποιήσουν. Μόλις πληροφορήθηκε για τη δίκη απ’ τις εφημερίδες ντύθηκε τα γιορτινά του και πήγε μόνος του. Δε λογάριασε ούτε γηρατειά, ούτε φόβο, ούτε κρύο. Διέσχισε τα πυκνά στίφη των πραιτοριανών (που χανε κυκλώσει ολόκληρο το τετράγωνο) και μπήκε στην αίθουσα.
«Κωνσταντίνος Βάρναλης» φώναξε ο κλητήρας. Ο Βάρναλης τον κοιτούσε με χλευαστική απάθεια.
«Δάσκαλε… Εσένα φωνάζουν… του είπαν.
«Εμένα; Τότε τι ‘’Κωνσταντίνος’’ λέει αυτός ο… άντε ας μην το πω».
«Περάστε κ. Βάρναλη», του είπε ο Εισαγγελέας Κατεβαίνης, που ‘κανε τον διανοούμενο.
Ο Βάρναλης πλησίασε κάτω απ’ την έδρα με το χέρι στ’ αφτί. Ο Πρόεδρος ρώτησε:
«Πιο δυνατά!» φώναξε ο Βάρναλης.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: «Έστω. Είναι ένοχος ο κατηγορούμενος;»
ΒΑΡΝΑΛΗΣ: (Με έμφαση): «Ένοχος; Όχι! Για να ‘ναι ένοχος ένας συγγραφέας πρέπει να δίνει αρνητικές απαντήσεις στις τρεις παρακάτω ερωτήσεις:
Πρώτον: Ζώντας σε μια κοινωνία αδικίας με ποιους θα πάει; Με τους αδικητές ή με τους αδικημένους;
Δεύτερο: Αν ο λαός πέσει στα δεσμά της τυραννίας με ποιους θα συνταχθεί; Με τον τυραγνισμένο ή με τον τύραννο;
Και τρίτο και τελευταίο: Αν η Πατρίδα πάει σ’ εθνική σκλαβιά ποιους θα βοηθήσει; Τους κατακτητές ή τους κατακτημένους; Δηλαδή με τους κιοτήδες θα πάει ή με τα παλικάρια;
Γνωρίζω τον κατηγορούμενο από έφηβο. Τον γνωρίζω σαν συγγραφέα, και σαν Έλληνα. Και σας δηλώνω κατηγορηματικά: Και στις τρεις ερωτήσεις ο κατηγορούμενος έδωσε αυτές τις απαντήσεις. Δεν είναι ένοχος».
[…] ΣΥΝΕΔΡΟΣ: «Εις ένα από τα υπό κατηγορίαν κείμενά του και συγκεκριμένα εις το υπό τον τίτλον “Οι λύκοι ανεβαίνουν στον ουρανό”»…
ΒΑΡΝΑΛΗΣ: «Ε;»
ΣΥΝΕΔΡΟΣ: «Ο συγγραφεύς – δια να σώσει την τρυφεράν Ειρηνούλαν από την βουλιμίαν των αφεντικών της – την παραδίδει εις τας χείρας των εργατών».
ΒΑΡΝΑΛΗΣ: «Καλά κάνει».
ΣΥΝΕΔΡΟΣ: «Δε θα μπορούσε, έξαφνα, να την παραδώσει εις χείρας εκείνων οίτινες είναι εντεταλμένοι για την φρούρησιν της τιμής των…»
ΒΑΡΝΑΛΗΣ: «Ποιονών. Των χωροφυλάκων;»
ΣΥΝΕΔΡΟΣ: «Βεβαίως».
ΒΑΡΝΑΛΗΣ: «Όχι! Θα την πουλούσαν στο μπουρδέλο».
ΣΥΝΕΔΡΟΣ: «Κύριε Βάρναλη…»
ΒΑΡΝΑΛΗΣ: «Τη γνώμη μου δε ζητήσατε; Τη γνώμη μου είπα. Ξέρω, εσείς έχετε άλλην γνώμη. Αλλά δεν είσθε σεις ο μάρτυρας».
ΠΡΟΕΔΡΟΣ (διακόπτει): «Κύριε Βάρναλη, πιστεύετε πως ο κατηγορούμενος συμφωνεί με αυτό το είδος υπεράσπισης που του κάνετε;»
ΒΑΡΝΑΛΗΣ: «Ρωτήστε τον εσείς. Αν συμφωνεί μαζί σας, τότε εγώ φεύγω».
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: «Τίποτε άλλο κ. Βάρναλη. Μπορείτε ν’ αποσυρθείτε».
ΒΑΡΝΑΛΗΣ (δυνατά): «Κοιτάξτε μην τύχει και τον αθωώσετε “λόγω αμφιβολιών”! Αν οι Νόμοι σας καταδικάζουν αυτές τις αρετές καταδικάστε τον! Δεν έχει κανένα ελαφρυντικό. Κανένα! Σας το λέω εγώ!»

 

 

Απολογούμενος, ο Λουντέμης δέχτηκε παρέμβαση του προέδρου, ο οποίος του είπε πως «αν πράγματι νιώθεις στοργή για το παιδί και τη γυναίκα σου, θα ‘πρεπε να ‘χεις κάνει δήλωση αποκήρυξης του ΚΚΕ». Και η απάντηση του Λουντέμη: «Χρειάστηκαν εκατομμύρια χρόνια για να γίνουν τα τέσσερα πόδια δύο. Δεν θα τα κάνω πάλι τέσσερα εγώ».

Μετά τη δίκη και την απαγόρευση κυκλοφορίας των βιβλίων του, το κλίμα είναι βαρύ για τον Λουντέμη. Εκπατρίζεται στο Βουκουρέστι και χάνει την ελληνική ιθαγένεια από τη δικτατορία του Παπαδόπουλου. Στη Ρουμανία συνεχίζει το συγγραφικό του έργο, αλλά νοσταλγεί πάντα την πατρίδα, «ένα ελληνικό καφεδάκι…μιά ρετσίαν..», έγραφε σ’ ένα φίλο του. Μετά την μεταπολίτευση ανακτά την ελληνική ιθαγένεια και επιστρέφει στην Ελλάδα το 1976. Δεν πρόλαβε να χαρεί για την επάνοδό του και στις 22 Ιανουαρίου 1977 πεθαίνει από καρδιακή προσβολή και ενταφιάζεται στο Α’ Νεκροταφείο Αθηνών.

Ο Μενέλαος Λουντέμης ανήκει στους έλληνες λογοτέχνες του μεσοπολέμου που στράφηκαν προς τον κοινωνικό ρεαλισμό. Η ιδιοτυπία του έργου του έγκειται στον «ερασιτεχνικό» τρόπο γραφής, τον οποίο υπηρέτησε εν πλήρει συνειδήσει, καθώς ο ίδιος υποστήριζε πως δε τον ενδιαφέρει η Τέχνη, αλλά η καταγραφή της πραγματικότητας και η κατάδειξη της κοινωνικής ανισότητας. Το έργο του εντάσσεται στο ρεύμα του σοσιαλιστικού ρεαλισμού (Κνουτ Χάμσουν, Μαξίμ Γκόργκι, Παναΐτ Ιστράτι κ.ά.): ρεαλιστική απεικόνιση τοπίων και προσώπων με έντονη αισθηματολογία, που αγγίζει κάποτε το μελοδραματισμό, βιωματική γραφή, ηθογραφικά και συμβολικά στοιχεία.

Ποιήματα του Λουντέμη μελοποίησαν οι αδερφοί Κατσιμίχα («Ερωτικό Κάλεσμα») και ο συνθέτης Σπύρος Σαμοίλης («Οι κερασιές θ’ ανθίσουνε και φέτος») με ερμηνευτή τον Αντώνη Καλογιάννη.

 

 

 

 


AgrinioStories |Επιμέλεια: Λευτέρης Τηλιγάδας