Γέγονε 3 Μαΐου στην Ελλάδα και στον κόσμο


...

Ο γέγονε… Γέγονε |


Γεγονότα

 

1837 – Η Οικία Κλεάνθη – Σάουμπερτ στην Πλάκα, όπου φιλοξενήθηκε το Πρώτο Πανεπιστήμιο της Αθήνας. Εγκαινιάζεται το Οθώνειον Πανεπιστήμιον (νυν Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών), που στεγάζεται προσωρινά στην Πλάκα. Είναι η πρώτη ανώτατη σχολή σ’ όλη την ανατολική Μεσόγειο.

Η ιδέα για την ίδρυση του Πανεπιστημίου Αθηνών ανήκε στον Ιωάννη Καποδίστρια και η υλοποίηση της στον βασιλιά Όθωνα. Ιδρύθηκε με βασιλικό διάταγμα στις 14 Απριλίου του 1837 και εγκαινιάστηκε στις 3 Μαΐου του ίδιου χρόνου. Πρωτοστεγάστηκε στην κατοικία του αρχιτέκτονα Σταμάτη Κλεάνθη, επί της οδού Θόλου, στη βορειοανατολική πλευρά της Ακρόπολης. Ήταν το πρώτο Πανεπιστήμιο, όχι μόνο του νεοσύστατου Ελληνικού Κράτους, αλλά και της Ανατολικής Μεσογείου.

Το Οθώνειον Πανεπιστήμιον, όπως λεγόταν πριν πάρει το σημερινό όνομα Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιον Αθηνών, αποτελούνταν από τέσσερις σχολές: Θεολογίας, Νομικής, Ιατρικής και Τεχνών (η οποία περιλάμβανε τότε τις Εφαρμοσμένες Επιστήμες και τα Μαθηματικά). Το 1904, η Σχολή των Τεχνών διασπάστηκε σε δύο Σχολές, σε αυτή των Τεχνών και αυτή των Επιστημών, η οποία περιέλαβε τις νέες Σχολές Φυσικής, Μαθηματικών και Φαρμακευτικής.

Το 1919 προστέθηκε το τμήμα της Χημείας και το 1922 η Σχολή Φαρμακευτικής ξεχώρισε ως τμήμα. Μια άλλη αλλαγή έγινε όταν στην Ιατρική Σχολή προστέθηκε το τμήμα της Οδοντιατρικής. Με πρώτο πρύτανη τον Κωνσταντίνο Σχινά, το πανεπιστήμιο είχε αρχικώς 33 τακτικούς και εκτάκτους καθηγητές, 52 φοιτητές και 75 μη εγγεγραμμένους ακροατές, ως επί το πλείστον γηραιούς φουστανελοφόρους αγωνιστές του ’21, δημοσίους υπαλλήλους και μαθητές γυμνασίου.

 

1941 – Οι Βούλγαροι συστήνουν τη «Διοίκηση του Αιγαίου» στα κατακτηθέντα ελληνικά εδάφη, με πρωτεύουσα την Ξάνθη. Στις 3 Μαΐου 1941 με απόφαση του βουλγαρικού Υπουργικού Συμβουλίου συστάθηκε η «Διοίκηση του Αιγαίου» ως νέα διοικητική περιφέρεια της Βουλγαρίας με πρωτεύουσα την Ξάνθη. Η «Διοίκηση του Αιγαίου» ενσωματώθηκε στην 4η περιφέρεια του βουλγαρικού κράτους (Στάρα Ζαγκόρα – Πλόβντιδ – Μπελομόριε) και διαιρέθηκε σε 11 επαρχίες (Αλεξανδρουπόλεως, Κομοτηνής, Ξάνθης, Καβάλας, Δράμας, Σερρών, Σιδηροκάστρου, Ζίχνης, Θάσου, Ελευθερουπόλεως και Χρυσουπόλεως).

Για να επιτευχθεί περαιτέρω διοικητική ενσωμάτωση στο βουλγαρικό κορμό ορισμένες κοινότητες της κατεχόμενης περιοχής δεν εντάχθηκαν σας επαρχίες αυτές, αλλά σε προϋπάρχουσες βουλγαρικές (Ζλάτογκραντ, Ιβαήλοβγκραντ, Σβίλεγκραντ). Η περιοχή διαιρέθηκε σε τρεις στρατιωτικές διοικήσεις, όπου έδρευαν αντίστοιχα τρεις μεραρχίες πεζικού του βουλγαρικού στρατού, ενώ στρατιωτικές φρουρές εγκαταστάθηκαν σε όλους τους μεγάλους οικισμούς.

Ο εκβουλγαρισμός της διοίκησης επιτεύχθηκε με την εγκατάσταση νέων πολιτικών, στρατιωτικών και αστυνομικών αρχών, καθώς και οικονομικών, υγειονομικών, κτηνιατρικών και γεωπονικών υπηρεσιών, σε αντικατάσταση των καταλυθέντων ελληνικών. Όλες οι υπηρεσίες ακολούθησαν τα βουλγαρικά πρότυπα και υπάχθηκαν στις αντίστοιχες του βουλγαρικού κράτους. Στις 14 Μαΐου 1941 η Βουλγαρία ανακοίνωσε επίσημα την προσάρτηση των κατακτημένων περιοχών θεωρώντας πλέον την εγκατάσταση της στην περιοχή ως οριστική.

 

1946 – Λίγες μέρες μετά τον θρίαμβό του στον Μαραθώνιο της Βοστώνης, ο Στέλιος Κυριακίδης γίνεται δεκτός από τον πρόεδρο των ΗΠΑ Χάρι Τρούμαν στον Λευκό Οίκο, μαζί με τον δεύτερο, τον Αμερικάνο Τζόνι Κέλι (15 φορές βγήκε στην καριέρα του μέσα στην πρώτη πεντάδα του μαραθωνίου της Βοστώνης, ενώ το 2000 ανακηρύχθηκε από το Runner’s World ο κορυφαίος δρομέας για τον περασμένο αιώνα).

Ρωτάει ο Χάρι Τρούμαν τον Τζόνι Κέλι:

– Καλά, βρε παιδί μου. Πώς έχασες απ’ αυτόν τον κοκαλιάρη κι αδύναμο Έλληνα;
– Μόνο εγώ έχασα; Κανένας δεν μπόρεσε να τον κερδίσει. Εγώ έτρεχα για τον εαυτό μου κι αυτός για έναν ολόκληρο λαό, για μια ιδεολογία…
Ο Τρούμαν χαμογελάει και γυρνάει προς τον Κυριακίδη.

Ρωτάει ο Χάρι Τρούμαν τον Τζόνι Κέλι:
– Καλά, βρε παιδί μου. Πώς έχασες απ’ αυτόν τον κοκαλιάρη κι αδύναμο Έλληνα;
– Μόνο εγώ έχασα; Κανένας δεν μπόρεσε να τον κερδίσει. Εγώ έτρεχα για τον εαυτό μου κι αυτός για έναν ολόκληρο λαό, για μια ιδεολογία…

Ο Τρούμαν χαμογελάει και γυρνάει προς τον Κυριακίδη.
– Εσύ,παιδί μου, είσαι άξιος συγχαρητηρίων. Για πες μου. Τι θες να κάνω για σένα; Θες ρούχα; Τρόφιμα να δυναμώσεις; Χρήματα; Ό,τι θες από μένα.
– Σας ευχαριστώ, πρόεδρε. Δεν θέλω τίποτα για εμένα. Το μόνο που ζητώ, κύριε Τρούμαν, είναι να στείλετε ρούχα και τρόφιμα στα 7 εκατομμύρια Έλληνες που λιμοκτονούν.

Αυτό ζητάω. Να βοηθήσετε τον λαό μου που υποφέρει.

Αυτό που έγινε μετά ήταν απίστευτο. Από δωρεές των Αμερικάνων μαζεύτηκαν τόνοι από τρόφιμα, φάρμακα, κουβέρτες. Δεν είχαν πώς να τα μεταφέρουν. Μόλις βρέθηκαν έξι καράβια, με την συνδρομή της οικογενειας Λιβανού, έφτασε η βοήθεια στην Ελλάδα. Το «Πακέτο Κυριακίδη», όπως το ονόμασαν. Όλες οι αμερικάνικες εφημερίδες τον είχαν πρωτοσέλιδο, ενώ ο ίδιος έτρεχε από Πολιτεία σε Πολιτεία της Αμερικής για να φέρει κι άλλη βοήθεια στην τσακισμένη Ελλάδα.

 

Γεννήσεις

 

1469 – Νικολό Μακιαβέλι. Γεννήθηκε σε μία φτωχή οικογένεια της Φλωρεντίας και ήταν γιος του Μπερνάρντο Μακιαβέλι και της Μπαρτολομέα Νέλι. Ο πατέρας του μερίμνησε ώστε ο νεαρός Νικολό να λάβει ουμανιστική εκπαίδευση, σύμφωνη με τα κλασικά πρότυπα της εποχής. Η εκπαίδευση αυτή και η σχέση του με Φλωρεντίνους ουμανιστές είχαν ως αποτέλεσμα να λάβει το 1498 το αξίωμα δεύτερου καγκελαρίου της φλωρεντινής δημοκρατίας.

Από τη θέση αυτή ο Μακιαβέλι ασχολούταν με τη διοίκηση των περιοχών υπό τον έλεγχο της Φλωρεντίας και ήταν επίσης ένας από τους έξι γραμματείς του πρώτου καγκελάριου και μέλος του συμβουλίου των “Δέκα του Πολέμου” που συνεπαγόταν τη συμμετοχή του σε διπλωματικές αποστολές. Οι αποστολές του τον έφεραν σε επαφή με αρκετές από τις ισχυρότερες πολιτικές προσωπικότητες της εποχής του στην Ευρώπη, όπως τον βασιλιά της Γαλλίας Λουδοβίκο ΙΒ΄, τον Πάπα Ιούλιο Β΄ και τον αυτοκράτορα της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας Μαξιμιλιανό Α΄. Στον Μακιαβέλι έκανε επίσης μεγάλη εντύπωση ο Καίσαρας Βοργίας, που είχε διοριστεί από τον πατέρα του, τον Πάπα Αλέξανδρο ΣΤ΄, Δούκας της Ρωμανίας. Οι κρίσεις που διατύπωνε στις επιστολές προς τη φλωρεντινή σινιορία για αυτά τα πρόσωπα που συνάντησε ως απεσταλμένος αποτέλεσαν την πρώτη ύλη για τα πορτραίτα τους που σκιαγράφησε στο έργο του Il principe (Ο Ηγεμών).

Το 1512, με τη βοήθεια των ισπανικών στρατευμάτων του Φερδινάνδου, οι Μέδικοι επέστρεψαν στη Φλωρεντία και κατέλυσαν τη δημοκρατία (repubblica). Ο Μακιαβέλι αποπέμφθηκε από τη θέση του και λίγους μήνες αργότερα υπέστη βασανιστήρια και φυλακίστηκε για μικρό διάστημα, ως ύποπτος συμμετοχής σε συνωμοσία εναντίον των Μεδίκων. Αποσύρθηκε στο πατρικό του κτήμα στην περιοχή Σαντ’ Αντρέα και εκεί το δεύτερο μισό του 1513 συνέγραψε τον Ηγεμόνα, σε μια αποτυχημένη προσπάθεια να αποκτήσει την εύνοια των Μεδίκων. Τα επόμενα χρόνια ο Μακιαβέλι συμμετείχε στις συζητήσεις μια ομάδας ουμανιστών που συναντώνταν στους κήπους του Κόζιμο Ρουτσελάι και συνέγραψε μία κωμωδία, τον Μανδραγόρα (1518) και την Τέχνη του Πολέμου (1521). Επηρεασμένος από τις συζητήσεις αυτές συνέγραψε και τις Διατριβές για τα πρώτα δέκα βιβλία της Ιστορίας του Τίτου Λίβιου.

Λίγο μετά από την ολοκλήρωση των Διατριβών, ο Μακιαβέλι κατάφερε να επιστρέψει στη Φλωρεντία και το 1520 του ανατέθηκε η συγγραφή της ιστορίας της Φλωρεντίας. Το καθεστώς των Μεδίκων, όμως, ανατράπηκε το Μάιο του 1527, η δημοκρατία παλινορθώθηκε και ο Μακιαβέλι έχασε τη θέση του. Απογοητευμένος πέθανε λίγο αργότερα στη Φλωρεντία από πάθηση του στομάχου.

 

1919 – Πιτ Σίγκερ. Αμερικανός τραγουδοποιός, εμβληματική μορφή της φολκ μουσικής και του τραγουδιού διαμαρτυρίας στις Ηνωμένες Πολιτείες. Μεγάλες του επιτυχίες υπήρξαν τα τραγούδια «If I Had a Hammer», «Where Have All the Flowers Gone» και «Turn! Turn! Turn!», ενώ συνέβαλε στην καθιέρωση του σπιρίτσουαλ «We Shall Overcome» ως του ύμνου της αμερικανικής Αριστεράς και των κινημάτων διαμαρτυρίας.

Ο Πίτερ Σίγκερ (Peter Seeger) γεννήθηκε στις 3 Μαΐου του 1919 στη Νέα Υόρκη, από μουσική οικογένεια, η οποία του έδωσε το ερέθισμα να ασχοληθεί με τη μουσική. Το 1937 έγινε δεκτός στο Πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ, αλλά το εγκατέλειψε μετά από λίγους μήνες για να ταξιδέψει και να γνωρίσει την Αμερική. Στα ταξίδια του ανακάλυψε τα προβλήματα και τις ανησυχίες του απλού Αμερικανού και τα εξέφρασε με το μπάντζο του, παίζοντας σε απεργιακές συγκεντρώσεις και διαδηλώσεις για τα ανθρώπινα δικαιώματα.

Στις αρχές της δεκαετίας του ’50 εντάχθηκε στο Κομμουνιστικό Κόμμα των ΗΠΑ, αλλά το εγκατέλειψε το 1951, απογοητευμένος από τη σοβιετική εκδοχή του κομμουνισμού. To 1956 καταδικάστηκε για ασέβεια, επειδή αρνήθηκε να συνεργαστεί με την Επιτροπή Αντιαμερικανικών Ενεργειών, του περιβόητου γερουσιαστή ΜακΚάρθι και να καταδώσει τους συντρόφους του. Θα δικαιωθεί δικαστικά, αλλά θα εξαφανιστεί από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης για περίπου 17 χρόνια.
Έγινε γνωστός το 1948 με το φωνητικό συγκρότημα «The Weavers», τραγουδώντας επιτυχίες, όπως τα «Goodnight, Irene» και «If I Had a Hammer», που έγινε γνωστό αργότερα από το τρίο των Peter, Paul and Mary. Όταν η μπάντα τον έδιωξε υπό τις πιέσεις της κυβέρνησης, εκείνος έγραψε ορισμένα από τα πιο αρχετυπικά τραγούδια της δεκαετίας του ’60., όπως το «Where Have All the Flowers Gone», που έγινε ύμνος κατά του πολέμου του Βιετνάμ και το θρυλικό «Turn! Turn! Turn!», που έκαναν επιτυχία οι Byrds.

Συνέβαλε στην καθιέρωση του Μπομπ Ντίλαν, αν και αργότερα συγκρούστηκε μαζί του, όταν ο Ντίλαν εισήγαγε τον ηλεκτρικό ήχο στη φολκ μουσική. Επηρέασε καλλιτέχνες, όπως η Τζόαν Μπαέζ και ο Μπρους Σπρίνγκστιν, ο οποίος τον χαρακτήρισε «ζωντανό αρχείο της αμερικάνικης μουσικής και συνείδησης». Ο «Μπος» κυκλοφόρησε το 2006 τον δίσκο «We Shall Overcome: The Seeger Sessions», με τραγούδια που έκανε γνωστά ο Πιτ Σίγκερ, ενώ το 2009 οι δυο τους έπαιξαν μαζί στην ορκωμοσία του αμερικανού προέδρου Μπαράκ Ομπάμα.

Παρέμεινε ενεργός μουσικά για πάνω από εβδομήντα χρόνια. Η τελευταία του εμφάνιση ήταν στις 21 Σεπτεμβρίου του 2013 στο «Farm Aid», την ετήσια μουσική εκδήλωση για την ενίσχυση των αναξιοπαθούντων γεωργών, που έγινε στο Σαρατόγκα Σπρινγκς της Νέας Υόρκης.
Ο Πιτ Σίγκερ πέθανε στις 27 Ιανουαρίου του 2014 στη Νέα Υόρκη, σε ηλικία 94 ετών. Πριν από λίγους μήνες είχε φύγει από τη ζωή η επί εβδομήντα χρόνια σύζυγός του, η σκηνοθέτιδα Τόσι Σίγκερ, με την οποία είχε αποκτήσει τέσσερα παιδιά.

 

Θάνατοι

 

1833 – Ο Δημήτριος Γαλανός ο «Αθηναίος» (1760-1833) είναι ο πρώτος και πλέον εύγλωττος Έλληνας Ινδολόγος των νεότερων χρόνων. Προσέφερε πολλά στη γνώση μας για τις φιλολογικές, φιλοσοφικές και θρησκευτικές παραδόσεις της Ινδίας. Γεννήθηκε το 1760 από οικογένεια μεσαίας τάξης στην Αθήνα. Ο πατέρας του Παντολέων και η μητέρα του Διαμάντω είχαν τρεις γιους και μια κόρη ονόματι Κάργια.

Ο μεγαλύτερος αδελφός του πέθανε σε μικρή ηλικία και ο νεώτερος, ο Φιλάρετος, ανέλαβε τη διαχείριση της πατρικής περιουσίας. Η εκπαίδευση του Δημήτριου ξεκίνησε στη γενέτειρά του, την Αθήνα, υπό την εποπτεία του γνωστού διδάσκαλου Ιωάννη Βενιζέλου. Σε ηλικία 14 ετών μετέβη στο Μεσολόγγι, εμπορικό κέντρο της δυτικής Ελλάδας, το οποίο διατηρούσε στενές σχέσεις με τους Έλληνες εμπόρους της Βενετίας. Εκεί μελέτησε με τον διακεκριμένο γραμματικό Παναγιώτη Παλαμά.1 Μετά από τέσσερα χρόνια ο Γαλανός εγκατέλειψε το Μεσολόγγι και ταξίδεψε στην Πάτμο,2 όπου μελέτησε αρχαία ελληνικά, φιλοσοφία, λατινικά, ρητορική και εκκλησιαστική μουσική επί έξι χρόνια. Διευθυντής της σχολής εκείνη την περίοδο ήταν ο Δανιήλ Κεραμεύς. Αργότερα ο Γαλανός εξέφρασε την ευγνωμοσύνη του για τους πρώτους δασκάλους του σε γράμματα που έγραψε από το Βαρανάσι, όταν πληροφορήθηκε για τον θάνατό τους.

Ολοκληρώνοντας τις σπουδές του, ο Γαλανός πήγε στην Κωνσταντινούπολη να συναντήσει τον θείο του Γρηγόριο, μητροπολίτη της Καισαρείας εκείνη την εποχή και Πρωτόθρονο της Ιεράς Συνόδου στην Κωνσταντινούπολη. Εργαζόμενος εκεί ως δάσκαλος, συνάντησε τον Μαντρατζόγλου, έναν εμπορικό αντιπρόσωπο των Ελλήνων της Βεγγάλης στην Κωνσταντινούπολη. Αυτή η συνάντηση έπαιξε αποφασιστικό ρόλο στη ζωή του Γαλανού. Ο Μαντρατζόγλου τον βρήκε ιδανικό για τα παιδιά των Ελλήνων εμπόρων που είχαν εγκατασταθεί στο Ναραγιανγκάντζ (Narayanganj) κοντά στην Ντάκα (Dhaka) και την Καλκούτα και του προσέφερε μια θέση δασκάλου εκεί.

Ο Γαλανός, επιθυμώντας να διευρύνει τις γνώσεις του, αποδέχθηκε πρόθυμα την προσφορά του Μαντρατζόγλου και προετοιμάστηκε για το ταξίδι του στην Ανατολή, «… για να φέρει το φως της πατρικής εκπαίδευσης στους Έλληνες της Ινδίας, και να στείλει από εκεί στην Ελλάδα μερικούς σπινθήρες του φωτός της Ασίας», σύμφωνα με τα λόγια του Γεννάδιου.4 Όταν ο Γαλανός εξέφραζε την επιθυμία του αυτή, δεν γνώριζε πως δεν θα έβλεπε ποτέ ξανά την πατρίδα του. Δαπάνησε από την προσωπική του περιουσία για την αρχική κατάρτιση της βιβλιοθήκης του πανεπιστημίου. Θεωρείται ο ιδρυτής της βιβλιοθήκης, η οποία με τη δωρεά αυτή ιδρύθηκε τέσσερα έτη προ του Πανεπιστημίου.

 

1987 – Δαλιδά. Γεννήθηκε στην Αίγυπτο από Ιταλούς γονείς και το πραγματικό της όνομα ήταν Ιολάντα Κριστίνα Τζιλιότι (Iolanda Cristina Gigliotti). Ο πατέρας της, Πιέτρο Τζιλιότι, ήταν βιολιστής στην όπερα του Καΐρου. Ξεκίνησε την καριέρα της το 1951 ως μοντέλο σε οίκο μόδας, ενώ το 1955 στέφθηκε σε καλλιστεία, Μις Αίγυπτος. Την ίδια χρονιά αναχώρησε για το Παρίσι με σκοπό να κάνει κινηματογραφική καριέρα, ενώ στην πορεία απέκτησε τη γαλλική υπηκοότητα.

Τελικά, χωρίς να εγκαταλείψει την ηθοποιία, στράφηκε κυρίως στο τραγούδι, όταν το 1956 ήλθε μια απρόσμενα μεγάλη επιτυχία, τραγουδώντας το Βambino, το οποίο αν και 45άρι κατάφερε να πουλήσει περισσότερα από 300 χιλιάδες αντίτυπα την πρώτη εβδομάδα της κυκλοφορίας του. Έκτοτε η καριέρα της απογειώθηκε, καθώς συνεργάστηκε με μεγάλα ονόματα του τραγουδιού, έκανε περιοδείες σε όλο τον κόσμο και οι περισσότεροι δίσκοι της γίνονταν χρυσοί και πλατινένιοι.
Πούλησε περισσότερα από 85 εκατομμύρια αντίτυπα σ’ όλο τον κόσμο, ενώ πρωταγωνίστησε συνολικά σε 11 ταινίες και σε 2 αυτοβιογραφικά ντοκιμαντέρ. Ανάμεσα στα τραγούδια της, ξεχώρισε το ελληνικό Ντιρλαντά το οποίο διασκεύασε στα γαλλικά και ιταλικά ως Darla dirladada, ο Ζορμπάς του Μίκη Θεοδωράκη με γαλλικό στίχο (Zorba), καθώς και Τα παιδιά του Πειραιά επίσης στα γαλλικά (Les enfants du Pirée). Επίσης τεράστια επιτυχία κατάφερε και με τα τραγούδια “Je suis malade”, “Parole Parole”, “C’est fini la comedie”, “Il venait d’avoir 18 ans” και “Histoire d’un amour”.

Στην προσωπική της ζωή η Δαλιδά θεωρήθηκε μια δυστυχισμένη γυναίκα και τραγικό πρόσωπο καθώς δεν κατάφερε ποτέ να αποκτήσει μία οικογένεια όπως ονειρευόταν. Έζησε 3 μεγάλους έρωτες, αρχικά με τον Γάλλο μάνατζερ Λυσιέν Μορισσέ, μετά με τον Ιταλό τραγουδιστή Λουίτζι Τένκο και στη συνέχεια με τον Γάλλο παρουσιαστή Ρισάρ Σανφρέ. Και οι τρεις άντρες είχαν ψυχική εμμονή μαζί της, κάτι που τους οδήγησε στην αυτοκτονία. Αυτό κλόνισε τη Δαλιδά και έτσι το τέλος της, ήταν μοιραία ανάλογο. Στις 3 Μαΐου 1987 βρέθηκε νεκρή στο διαμέρισμά της έχοντας λάβει μία ισχυρή δόση βαρβιτουρικών. Είχε αφήσει σημείωμα στο οποίο ανέφερε: “Η ζωή μου άρχισε να γίνεται ανυπόφορη. Συγχωρέστε με”. Ο ξαφνικός θάνατός της σόκαρε και βύθισε στο πένθος τη Γαλλική και Αιγυπτιακή κοινωνία, ενώ η Δαλιδά θεωρήθηκε το μεγαλύτερο σύμβολο “μοιραίας γυναίκας” (femme fatale).

 

————————————————————————
Πηγές: sansimera.gr, el.wikipedia