6 Ιουλίου 2022

Ένας Γερμανός Αξιωματικός στο Αγρίνιο

Aυτός ο Γερμανός με την πνευματική συγκρότηση και τις απόψεις που διατύπωνε
δεν μπορούσε να ενέχεται σε εγκληματικές πράξεις σε βάρος των Ελλήνων

  • Μια γραπτή μαρτυρία του Μιχάλη Σταφυλά

O μεγάλος Γερμανός συγγραφέας Χάινριχ Μπελ την ημέρα που το 1972 ήρθε στην Αθήνα, για να συμπαρασταθεί στους κρατούμενους της Χούντας, άκουσε από την τηλεόραση πως του απονεμήθηκε το Βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας. Επακολούθησαν συνεντεύξεις, φωτογραφίσεις και αναφορές στα βιβλιογραφικά του.

 Ο Γερμανός συγγραφέας Χάινριχ Μπελ

Ένας ξένος δημοσιογράφος τον ρώτησε πώς αντιμετώπισαν οι Γερμανοί συγγραφείς το ναζισμό και τον πόλεμο. Και ο Χάινριχ Μπελ αποκρίθηκε: «Όσοι δεν κατάφεραν να φύγουν από τη χώρα, δεν μπορούσαν να κάνουν τίποτα. Κανένας δεν μπορούσε να πάει κόντρα σ’ ένα χείμαρρο. Η θεωρία για την α-ρεία φυλή ήταν μια ουτοπία, όπως ουτοπία ήταν και πολλά πράγματα στο χιτλερικό καθεστώς. Όταν ο πόλεμος ήρθε, προσπάθησα να μείνω έξω από τη μάχη, μακριά από το μέτωπο, όσο μπορούσα πιο πολύ, όχι για να σώσω το τομάρι μου, γιατί αυτό το θεωρούσα γελοίο. Ήμουν στη Γαλλία πολύ καιρό στρατιώτης Κατοχής. Έπειτα ήρθε ο καιρός που είπα στον εαυτό μου: «Μα την αλήθεια θα πρέπει να δοκιμάσεις να δεις πώς είναι εκεί στο Μέτωπο». Θα μπορούσα να αποφύγω να με στείλουν στη Ρωσία, αλλά ήμουνα νέος και άμυαλος. Τι πελώρια βλακεία».

Κι όταν ρωτήθηκε αν οι άλλοι γνωστοί συγγραφείς πήγαν στον πόλεμο σαν στρατιώτες του Χίτλερ, αράδιασε πολλούς, ανάμεσα στους ο-ποίους και τον συμπολίτη του Willy Loebe που υπηρέτησε στην Ελλάδα.

Ποιος θα φανταζόταν πως θα φτάναμε στα ίχνη αυτού του Γερμανού συγγραφέα και αξιωματικού του στρατού Κατοχής και μάλιστα στην περιοχή του Αγρινίου. Παλιότερα ασχολήθηκα με το θέμα, αλλά τώρα με τα νέα στοιχεία, νομίζω πως έχει ευρύτερη διάσταση. Πρέπει να δούμε και για τη στάση των Ταγμάτων Ασφαλείας. Και πρώτα απ’ όλα αν υπήρξαν και Έλληνες που στα χρόνια της Κατοχής ήταν χειρότεροι από τους Γερμανούς. Φαίνεται πως ήταν. Το ανακαλύπτουμε μέσα από γράμματα αυτού του Γουΐλι Λέμπε, στον οποίο αναφέρθηκε ο συμπολίτης του Νομπελίστας.

Όταν οι Γερμανοί καταχτητές αποχωρούσαν από την Ελλάδα, η μονάδα στην οποία υπηρετούσε ο Εκπαιδευτικός Σύμβουλος και συγγραφέας Γουΐλι Λέμπε στάθμευσε κοντά στη Λάρισα και για να ‘ναι σίγουροι έβαλαν μερικούς κατοίκους μπροστά από τη φάλαγγα για να γλυτώσουν από τα πυρά των ανταρτών. Και η εντολή του Συνταγματάρχη ήταν ρητή: σε περίπτωση επίθεσης των ανταρτών θα εκτελούνταν μερικοί για να στα-ματήσουν την επίθεση. Στάθμευσαν κάπου στα Τέμπη και ένας απ’ αυτούς -αξιωματικός- έπιασε κουβέντα με κάποιους κρατούμενους. Ανάμεσα σ’ αυτούς και ο δικηγόρος Δημήτρης Παπαγιάννης, μετέπειτα βουλευτής της ΕΡΕ. Όπως μου έλεγε ο Παπαγιάννης (καλός φίλος όταν έμενα στη Λάρισα), αυτός ο αξιωματικός ήταν ευγενικός και με την παρέμβαση ενός γερμανομαθούς Λαρισαίου μίλησαν για πολλά πράγματα από τα οποία ο Έλληνας συνομιλητής του διαπίστωσε ότι επρόκειτο για μορφωμένο άνθρωπο που προσδιόριζε τον πόλεμο σαν το χειρότερο κακό του κόσμου. Εκείνη την ώρα αυτοί οι ξένοι που έφευγαν δεν ήταν καταχτητές. Ήταν άνθρωποι τρομαγμένοι, που δεν ήξεραν αν θα έφταναν στην πατρίδα τους. Ο Πόλεμος γι’ αυτούς έληξε, αλλά η δύσκολη ειρήνη τότε άρχιζε.

Ο Παπαγιάννης διαπίστωσε ότι αυτός ο Γερμανός με την πνευματική συγκρότηση και τις απόψεις που διατύπωνε δεν μπορούσε να ενέχεται σε εγκληματικές πράξεις σε βάρος των Ελλήνων. Ήταν μια εξαίρεση ενός κανόνα;

Όταν άφησαν ελεύθερους τους Λαρισαίους να γυρίσουν στα σπίτια τους, ο Παπαγιάννης με τον Λέμπε άλλαξαν τις διευθύνσεις τους γιατί διαπίστωσαν πως είχαν κάτι κοινό: το μίσος τους για τον πόλεμο. Μιας μέρας κράτηση μεταβλήθηκε σε μια φιλία – αν μπορούμε να την προσδιορίσουμε έτσι.

– Όταν φτάσω στην πατρίδα μου -αν φτάσω- θα σου εξομολογηθώ κάτι σε γράμμα μου. Δεν το κάνω τώρα για να μην θεωρήσεις ότι το κάνω για να δείξω τον καλό, για να πάψεις να μας θεωρείς όλους όσοι βρεθήκαμε χωρίς τη θέλησή μας στρατιώτες Κατοχής με όλα τα φοβερά εγκλήματα που γίνανε…

Και μόλις έφτασε στη Γερμανία δεν ξέχασε την υπόσχεσή του. Έστειλε στον Παπαγάννη ένα πολυσέλιδο γράμμα με πολλές πληροφορίες γύρω από τη ζωή του και τα επακόλουθα της πολεμικής περιπέτειας, της ατομικής και της εθνικής.

«Κάτι που σας είπα πως θα σας γράψω το κάνω τώρα. Και το κάνω για να σας βοηθήσω να δείτε την ιστορία της χώρας σας με όλες τις παραμέτρους. Όχι για να δικαιολογήσω τους συμπατριώτες μου εγκληματίες πολέμου αλλά για να δείτε πως εγκληματίες είναι παντού – είχατε κι εσείς δικούς σας, που κάποτε έδειχναν χειρότεροι από μας…».

Αυτό το κείμενο ήταν ένα σημείωμα χωριστό που συνόδευε το κυρίως γράμμα του, από το οποίο θα δούμε αυτό που αναφέρεται στο Αγρίνιο, στα Τάγματα Ασφαλείας και στον ηρωισμό αγωνιστών της Εθνικής Αντίστασης.

«Willy Loebe
Studieeral

Harbourg 13 -Isestrasse ΝO 13/1
Harbourg, denn 6 I.V. 1947

Αγαπητέ κύριε Παπαγιάννη,

Και τώρα έχω μια προσωπική επιθυμία. Το 1944 ήμουν διοικητής του Αεροδρομίου παρά το Αγρίνιον. Η Διοίκησις ήταν εγκατεστημένη στο χωριό Δοκίμι που ήταν κοντά στο Αγρίνιο. Εγνώρισα μεταξύ των χωρικών καλούς ανθρώπους και εγίναμε φίλοι, αφού προηγουμένως έσωσα τη ζωή εννέα από τους κατοίκους του. Και θα σας διηγηθώ τα παρακάτω σχετικά. Την πρώτη μέρα του Πάσχα έγινε σαμποτάζ από τους αντάρτες εναντίον του σιδηροδρόμου Μεσολογγίου-Αγρινίου κατά το οποίο σκοτώθηκαν πολλοί Γερμανοί στρατιώτες. Τα τάγματα Ασφαλείας του Αγρινίου ύστερα από αυτό συνέλαβαν από κάθε χωριό που βρισκόταν κοντά στη σιδηροδρομική γραμμή πολλούς κατοίκους. Θα εκτελούνταν όλοι α-πό τους ταγματασφαλίτες, είτε ήταν αθώοι είτε ένοχοι. Από το Δοκίμι πιάσανε 13, που ήταν όλοι ήσυχοι και αθώοι χωρικοί. Δυστυχώς, όμως, από τη στιγμή που έμαθα για τις συλλήψεις ως την επέμβασή μου είχαν εκτελεστεί 4 από αυτούς. Μόνο χάρις στη γρήγορη και δραστική επέμβασή μου κατόρθωσα την τελευταία  στιγμή να σώσω τους υπόλοιπους και να επιστρέψουν στα σπίτια τους.

Ύστερα από αυτό γίναμε οι καλύτεροι φίλοι. Από τη στάση μου γενικά κατάλαβαν ίσως το χαρακτήρα μου και δεν με απέφευγαν όπως γινόταν με άλλους συναδέλφους μου. Επίσης ήμουν φίλος του ιερέα και προπαντός δυο αδελφών, που τη διεύθυνσή τους την έχασα δυστυχώς κατά την επιστροφή μου. Κατοικούσαν κοντά στην πλατεία που ήταν η βρύση. Τον έναν τον έλεγαν Φώτη και τον άλλον Γιάννη. Επειδή εγώ δεν ξέρω ελληνικά θα σας παρακαλούσα αν έχετε χρόνο να γράψετε στον ιερέα και να του διαβιβάσετε τους χαιρετισμούς μου και ότι βρίσκομαι στο Αμβούργο. Τους σκέπτομαι και τους εύχομαι ό,τι επιθυμούν και ευχάριστο μέλλον.

Θα ήμουν ευγνώμων αν με πληροφορούσατε τι γίνονται οι αδελφοί Γιάννης και Φώτης. Θυμάμαι με ευχαρίστηση τις μέρες που καθόμασταν στον κήπο τους και τους παρακαλώ να μου στείλουν λίγον καπνό γιατί εδώ δεν υπάρχει και θα προσπαθήσω και εγώ να τους δώσω κάποια χαρά. Στην επιστολή εσωκλείω και τη φωτογραφία μιας οικογένειας από το Αγρίνιο που είχε το σπίτι της στο δρόμο προς το αεροδρόμιο. Στη φωτογραφία είναι η μητέρα, δυο παιδιά, η κόρη και εγώ, ενώ το τρίτο παιδί μας φωτογράφιζε.

Ίσως με αναγνωρίσουν. Δυο από τα παιδιά ήταν υπάλληλοι του σιδηροδρόμου. Το τρίτο ήταν έμπορος στο Αγρίνιο. Αυτός συνελήφθη από τους ταγματασφαλίτες σαν συνεργάτης των ανταρτών. Αμέσως η αδελφή η οποία ήταν διδασκάλισσα παρουσιάστηκε σε μένα και μου ανέφερε το γεγονός.

Αφού πρώτα πληροφορήθηκα τι άνθρωποι ήταν, αμέσως πήγα στο διοικητή των τσολιάδων και κατόρθωσα να του σώσω τη ζωή, γιατί τότε η ζωή δεν είχε καμιά αξία.

Από τότε ήμουν σαν παιδί της γριάς μητέρας. με περιποιούνταν πολύ και θα ήθελα να μάθω τι γίνονται και τους παρακαλώ να μου γράψουν ή αν μπορείτε εσείς να τη μάθετε για να τους γράψω εγώ. Ο παπάς ή οι δυο αδελφοί Γιάννης και Φώτης θα γνωρίζουν ασφαλώς την οικογένεια αυτή».

Αυτά και άλλα πολλά έγραψε ο Γερμανός Λέμπε στον Δ. Παπαγιάννη. Ακολούθησαν και άλλα γράμματα, ένα από τα οποία του γράφει πως ετοιμάζει ένα βιβλίο με τίτλο (ίσως) «Θητεία στην Ελλάδα». Με τις επαφές του με ανθρώπους που εξυπηρέτησε ήθελε να εμβαθύνει στην ψυχολογία των ανθρώπων που βρίσκονται κάτω από τη βία όχι μόνο των ξένων αλλά και των δικών τους, που τους δόθηκαν όπλα από τους καταχτητές. Στο γράμμα αυτό έχει και ένα ανεξάρτητο απόσπασμα από το πολεμικό του ημερολόγιο που θα ενταχθεί (για τότε μιλάμε) στο βιβλίο του:

Τρίτη: Έλληνες σκοτώνουν Έλληνες αυτό σκεφτόμουν βλέποντας κρεμασμένους στην πλατεία του Αγρίνιου τρεις ανθρώπους. Τι φοβερό…

Σάββατο πρωί: Το χώμα κοντά στην εκκλησία βαμμένο κόκκινο. Από το αίμα δεκάδων Ελλήνων που εκτελέστηκαν. Νιώθω ρίγος και αηδία γι’ αυτούς που σκοτώνουν έτσι άδικα… όποιοι κι αν είναι… Προπαντός όταν Έλληνες σκοτώνουν Έλληνες.

Τετάρτη: Ήρθαν στο γραφείο μου δυο εύζωνοι των Ταγμάτων Ασφαλείας (αξιωματικοί) και μου απαιτούσαν να μην επεμβαίνω για τη σωτηρία Ελλήνων γιατί αυτοί είχαν αρμοδιότητα από την Ανώτατη Γερμανική Διοίκηση. Τι θάρρος και τι αυτοθυσία. Αρχίζω να εκτιμώ τους Έλληνες τώρα γιατί η δουλικότητα των τσολιάδων με απογοήτευσε…

Τρίτη: Η ζωή μας γίνεται δύσκολη, επικίνδυνη. Το αντάρτικο έχει γίνει σχεδόν τακτική στρατιωτική δύναμη…

Προσπάθησα να μάθω αν βγήκε το βιβλίο που έγραφε ο Λέμπε. Και σε φίλο μου που έμενε στη Γερμανία έγραψα και παρακάλεσα να τον συναντήσει και να μάθει τα νέα του. Προπαντός ήθελα να μάθω αν ο Γερμανός που ζητούσε επίμονα να δει η Μαρία Δημάδη όταν οι τσολιάδες του Τολιόπουλου την πήγαιναν για εκτέλεση ήταν αυτός ο Γουίλι Λέμπε, ο συγγραφέας και φίλος του Νομπελίστα Χάινριχ Μπελ που μεταπολεμικά με τα βιβλία του και τις δραστηριότητές του είχε γίνει κήρυκας της πα-γκόσμιας ειρήνης και των κοινωνικών αλλαγών.

Δυστυχώς, στο Αρχείο Παπαγιάννη υπάρχει ένα γράμμα της γυναίκας του Λέμπε με ημερομηνία 21 Μαρτίου 1954 που λέει πως ο σύζυγός της πέθανε. Έτσι έκλεισε η ζωή ενός ανθρώπου που πήγε στον πόλεμο, ενώ προσδοκούσε την Ειρήνη.

 


AgrinioStories | Αρχείον Αγρινίου | Επιμέλεια: Λευτέρης Τηλιγάδας