Ό,τι έγινε… Έγινε
Γεγονότα
837 – Αρχίζει η λειτουργία του Σχολείου των Τεχνών στην Αθήνα, του ιδρύματος από το οποίο προέκυψαν αργότερα τόσο το Πολυτεχνείο όσο και η Ανώτατη Σχολή Καλών Τεχνών. Η ίδρυσή του στηρίζεται σε βασιλικό διάταγμα που δημοσιεύθηκε στις 31 Δεκεμβρίου 1836 με το τότε ελληνικό ημερολόγιο, δηλαδή στις 12 Ιανουαρίου 1837 με το σημερινό. Αφορά μια ουσιαστική στιγμή στην οργάνωση της εκπαίδευσης του νεοσύστατου ελληνικού κράτους, όταν οι ανάγκες για κατασκευές, τεχνική κατάρτιση και καλλιτεχνική διδασκαλία συναντιούνταν ακόμη στον ίδιο θεσμό.
Στην αρχή το σχολείο είχε κυρίως πρακτικό προσανατολισμό. Απευθυνόταν σε ανθρώπους που χρειάζονταν γνώσεις σχεδίου και τεχνών για την εργασία τους και λειτουργούσε τις Κυριακές και τις γιορτές. Η Αθήνα, νέα πρωτεύουσα του κράτους, χρειαζόταν τεχνίτες με καλύτερη εκπαίδευση, καθώς η οικοδομική δραστηριότητα και η δημιουργία δημόσιων υποδομών αύξαναν τις απαιτήσεις. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον διαμορφώθηκε σταδιακά και η θέση της συστηματικής καλλιτεχνικής εκπαίδευσης. Η ζωγραφική και η γλυπτική απέκτησαν ευρύτερο χώρο σε ένα πρόγραμμα που αρχικά υπηρετούσε διαφορετικές επαγγελματικές ανάγκες.
Το 1843 επισημοποιήθηκε η λειτουργία τριών τμημάτων: του σχολείου των Κυριακών, του καθημερινού σχολείου για τις βιομηχανικές τέχνες και του ανώτερου σχολείου για τις ωραίες τέχνες. Δεν είχαν, λοιπόν, όλα αυτή τη μορφή από την πρώτη ημέρα. Η διάκριση δείχνει πώς η καλλιτεχνική εκπαίδευση άρχισε να αποκτά ιδιαίτερη φυσιογνωμία. Τα ευρωπαϊκά ακαδημαϊκά πρότυπα επηρέασαν τη διδασκαλία, τις τεχνικές και τις αντιλήψεις για το έργο του καλλιτέχνη. Παράλληλα, οι μαθητές και οι δάσκαλοι διαμόρφωσαν σχέσεις με τις κοινωνικές και πολιτιστικές αναζητήσεις της ελληνικής κοινωνίας.
Η αυτοτελής ανώτατη συγκρότηση της Σχολής κατοχυρώθηκε το 1930. Η ιστορική της πορεία συνδέθηκε με το συγκρότημα της οδού Πατησίων και αργότερα με τα πρώην υφαντήρια Σικιαρίδη στην οδό Πειραιώς. Η μεταφορά σε έναν παλιό βιομηχανικό χώρο έδωσε νέες δυνατότητες στα εργαστήρια και στις εκθέσεις. Η σημασία της διαδρομής της δεν περιορίζεται στα κτίρια ή στους διάσημους αποφοίτους. Συνδέεται με τη διαμόρφωση δημόσιας καλλιτεχνικής εκπαίδευσης, με τη μετάδοση της τεχνικής γνώσης και με τη δυνατότητα της τέχνης να συζητά κριτικά την εποχή της.
1902 – Οι ανασκαφές στην Κω οδηγούν στην αναγνώριση του Ασκληπιείου, με κεντρικά πρόσωπα τον Γερμανό αρχαιολόγο Ρούντολφ Χέρτσογκ και τον Κώο ιστοριοδίφη Ιάκωβο Ζαρράφτη. Η εξέλιξη έχει ιδιαίτερη σημασία για την αρχαιολογία του νησιού, επειδή επιτρέπει τη συστηματική μελέτη ενός ιερού με μεγάλη ακτινοβολία στην αρχαιότητα. Οι ερευνητές μπορούσαν πλέον να εξετάσουν τη διάταξη των κτισμάτων, τις επιγραφές και τα υπόλοιπα ευρήματα στον ίδιο τον χώρο. Η αναγνώριση του συγκροτήματος έδινε συγκεκριμένο υλικό περιεχόμενο στις αναφορές των αρχαίων συγγραφέων και δημιουργούσε νέα ερωτήματα για την ιστορία του.
Η αναζήτηση του ιερού στηρίχθηκε στη μελέτη των αρχαίων αναφορών, στην τοπογραφία και στη γνώση της περιοχής. Η συμμετοχή του Ζαρράφτη έχει ιδιαίτερη σημασία, επειδή υπενθυμίζει τον ουσιαστικό ρόλο των τοπικών ερευνητών σε ανακαλύψεις που συχνά καταγράφονται αποκλειστικά στο όνομα του επικεφαλής μιας αποστολής. Το Ασκληπιείο εντοπίστηκε σε κατάφυτη πλαγιά έξω από την πόλη, σε θέση που συνδύαζε το φυσικό περιβάλλον με τη δυνατότητα ανάπτυξης ενός μεγάλου θρησκευτικού συγκροτήματος. Το 1902 άνοιξε έτσι ένα νέο κεφάλαιο στη μελέτη της αρχαίας Κω και των θεραπευτικών της παραδόσεων.
Τα μνημεία που σώζονται ανήκουν κυρίως στους ελληνιστικούς και στους ρωμαϊκούς χρόνους. Το συγκρότημα αναπτύχθηκε σε διαδοχικά άνδηρα, με ναούς, στοές και εγκαταστάσεις που εξυπηρετούσαν διαφορετικές λειτουργίες. Εδώ η φροντίδα του σώματος συνδεόταν με τη λατρεία του Ασκληπιού και με τις αντιλήψεις της εποχής για την υγεία. Χρειάζεται, όμως, να αποφεύγεται μια εύκολη ταύτιση: ο Ιπποκράτης έζησε νωρίτερα από τη μνημειακή διαμόρφωση που βλέπουμε σήμερα. Η σπουδαία ιατρική παράδοση του νησιού δεν επιτρέπει να παρουσιάζουμε κάθε σωζόμενο κτίσμα ως χώρο όπου δίδαξε ή θεράπευσε ο ίδιος.
Η ανακάλυψη έγινε αφετηρία για νέες ανασκαφές, μελέτες και επεμβάσεις ανάδειξης. Το ιερό απέκτησε κεντρική θέση στην ιστορική ταυτότητα του νησιού και στη γνωριμία του κοινού με την αρχαία ιατρική. Η ακριβής ημέρα της ταυτοποίησής του δεν προκύπτει με την ίδια σαφήνεια από όλες τις αφηγήσεις: αναφέρονται διαδοχικά ευρήματα μέσα στον Οκτώβριο. Γι’ αυτό η συνηθισμένη καταχώριση στις 15 Οκτωβρίου χρειάζεται επιφύλαξη. Το βέβαιο είναι το έτος και η κοινή συμβολή της αρχαιολογικής αποστολής, της τοπικής γνώσης και της εργασίας όσων έφεραν τα κατάλοιπα στο φως.
1940 – Στις 15 Οκτωβρίου πραγματοποιείται στη Νέα Υόρκη η πρεμιέρα της ταινίας του Τσάρλι Τσάπλιν «Ο Μεγάλος Δικτάτωρ». Ο πόλεμος έχει ήδη αρχίσει στην Ευρώπη, η ναζιστική Γερμανία έχει καταλάβει μεγάλο μέρος της και οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν έχουν ακόμη εισέλθει στη σύγκρουση. Μέσα σε αυτές τις συνθήκες, ο Τσάπλιν επιλέγει να σατιρίσει ανοικτά τον Χίτλερ, τον Μουσολίνι και τον μηχανισμό της φασιστικής εξουσίας. Η απόφαση έχει σαφή πολιτική βαρύτητα, καθώς η κινηματογραφική βιομηχανία υπολογίζει τις αγορές της και ένα μέρος της αμερικανικής κοινής γνώμης αντιδρά στην προοπτική εμπλοκής στον πόλεμο.
Ο δημιουργός γράφει το σενάριο, σκηνοθετεί, αναλαμβάνει την παραγωγή και ερμηνεύει δύο κεντρικούς ρόλους. Είναι ένας Εβραίος κουρέας, που υφίσταται τις διώξεις του καθεστώτος, και ο δικτάτορας Αντενόιντ Χίνκελ, που κυβερνά τη φανταστική Τομανία. Η εξωτερική ομοιότητα των δύο προσώπων οργανώνει την πλοκή και επιτρέπει στον Τσάπλιν να εξετάσει από διαφορετικές πλευρές την αυθαιρεσία της εξουσίας. Δίπλα του εμφανίζονται η Πολέτ Γκοντάρ και ο Τζακ Όουκι, ο οποίος υποδύεται τον Ναπαλόνι, μια αναγνωρίσιμη σάτιρα του Μουσολίνι.
Πρόκειται για την πρώτη πλήρως ομιλούσα μεγάλου μήκους ταινία του Τσάπλιν. Ο δημιουργός, που είχε επιμείνει για χρόνια στη δύναμη της βουβής κωμωδίας, χρησιμοποιεί τώρα τον λόγο για να αποκαλύψει τη δημαγωγία και για να διατυπώσει τη δική του έκκληση. Οι παράλογοι λόγοι του Χίνκελ, οι τελετουργίες υποταγής και η γνωστή σκηνή με την υδρόγειο απογυμνώνουν τη μεγαλομανία του δικτάτορα. Την ίδια στιγμή, οι επιθέσεις εναντίον των Εβραίων κατοίκων δίνουν συγκεκριμένο κοινωνικό περιεχόμενο στη σάτιρα. Η καταπίεση παρουσιάζεται μέσα από τις πράξεις εκείνων που την ασκούν και τις ζωές εκείνων που την υφίστανται.
Στο τέλος, ο κουρέας καλείται να μιλήσει μπροστά στο πλήθος και η κωμωδία παραχωρεί χώρο σε μια άμεση έκκληση για ελευθερία, αλληλεγγύη και δημοκρατία. Η ταινία γνώρισε μεγάλη εμπορική επιτυχία και προτάθηκε για πέντε Όσκαρ. Αργότερα, ο Τσάπλιν εξήγησε ότι η πλήρης γνώση της ναζιστικής φρίκης θα δυσκόλευε μια τέτοια κωμική προσέγγιση. Η παρατήρηση αυτή δεν αναιρεί την έγκαιρη αντιφασιστική του στάση. Δείχνει τα όρια της σάτιρας μπροστά σε μια βία της οποίας η έκταση δεν είχε ακόμη αποκαλυφθεί.
Γεννήσεις
70 π.Χ. – Γεννιέται κοντά στη Μάντοβα ο Πόπλιος Βεργίλιος Μάρων, γνωστός ως Βιργίλιος, ένας από τους σημαντικότερους ποιητές της λατινικής λογοτεχνίας. Ως ημερομηνία γέννησής του παραδίδεται η 15η Οκτωβρίου. Η ζωή του συμπίπτει με την κρίση της Ρωμαϊκής Δημοκρατίας, τους εμφύλιους πολέμους και την επικράτηση του Οκταβιανού Αυγούστου. Αυτή η εμπειρία της ανασφάλειας και της αναζήτησης μιας νέας τάξης διαπερνά τα έργα του, ακόμη και όταν το θέμα τους φαίνεται να βρίσκεται μακριά από την πολιτική, στην ύπαιθρο, στη γεωργία ή στον κόσμο του μύθου.
Οι αρχαίες βιογραφικές παραδόσεις τον συνδέουν με σπουδές στην Κρεμόνα, στο Μιλάνο και στη Ρώμη, ενώ σημαντική θέση στη διαμόρφωσή του είχε η ελληνική παιδεία. Στη Νάπολη ήρθε σε επαφή με την επικούρεια φιλοσοφία και το περιβάλλον του Σείρωνα. Για αρκετές λεπτομέρειες της προσωπικής του ζωής δεν διαθέτουμε την ίδια βεβαιότητα που έχουμε για τα ποιήματά του. Ασφαλέστερος οδηγός παραμένει η ίδια η συγγραφική του πορεία, η οποία αναδεικνύει βαθιά γνώση της ελληνικής γραμματείας και συνεχή προσπάθεια δημιουργικής συνομιλίας με αυτήν.
Στα «Βουκολικά», μια συλλογή δέκα ποιημάτων, αξιοποιεί την παράδοση του Θεόκριτου. Οι βοσκοί, οι έρωτες και τα τραγούδια τους συνυπάρχουν με αναφορές στην απώλεια της γης και στην αναστάτωση που προκαλούν οι πολιτικές συγκρούσεις. Στα «Γεωργικά» στρέφεται στην καλλιέργεια, στην κτηνοτροφία και στη μελισσοκομία. Το έργο δεν περιορίζεται σε πρακτικές οδηγίες. Εξετάζει τον ανθρώπινο μόχθο, την αβεβαιότητα της παραγωγής και τη σχέση με μια φύση που απαιτεί επίμονη εργασία. Η σύνδεσή του με τον κύκλο του Μαικήνα τον φέρνει κοντά στο πολιτικό και πολιτιστικό περιβάλλον της νέας εξουσίας.
Η «Αινειάδα», το μεγάλο έπος του σε δώδεκα βιβλία, αφηγείται την πορεία του Αινεία από την κατεστραμμένη Τροία στην Ιταλία. Συνομιλεί με τα ομηρικά έπη και προσφέρει στη Ρώμη μια αφήγηση για την καταγωγή και τον ιστορικό της προορισμό. Παράλληλα, επιμένει στις απώλειες, στον ξεριζωμό και στη σκληρότητα του πολέμου. Η πολιτική της διάσταση δεν εξαντλεί, επομένως, το νόημά της. Ο Βιργίλιος πέθανε το 19 π.Χ., αφήνοντας τεράστια επιρροή στην ευρωπαϊκή λογοτεχνία. Αιώνες αργότερα, ο Δάντης τον επέλεξε ως οδηγό του στη «Θεία Κωμωδία», αναγνωρίζοντας το κύρος που είχε αποκτήσει η ποιητική του φωνή.
1810 – Γεννιέται στη Βιέννη ο Σίμων Σίνας, τραπεζίτης, διπλωμάτης και σημαντικός χρηματοδότης εκπαιδευτικών και κοινωφελών ιδρυμάτων. Η γέννησή του τοποθετείται στις 15 Αυγούστου. Ήταν γιος του Γεωργίου Σίνα και ανήκε σε οικογένεια με καταγωγή από τη Μοσχόπολη, η οποία είχε αναπτύξει ισχυρή οικονομική παρουσία στην κεντρική Ευρώπη. Η οικογενειακή ιστορία συνδέεται με τα εμπορικά δίκτυα της διασποράς και με τη συγκέντρωση μεγάλων περιουσιών μέσα στην αυτοκρατορία των Αψβούργων.
Ο Σίμων μεγάλωσε και μορφώθηκε στη Βιέννη, συμμετείχε στις οικογενειακές δραστηριότητες και κληρονόμησε σημαντικό πλούτο. Η οικονομική του επιφάνεια του επέτρεψε να στηρίξει δημόσια έργα και ιδρύματα σε διαφορετικές χώρες. Παράλληλα, ανέλαβε την εκπροσώπηση της Ελλάδας σε ευρωπαϊκές αυλές. Ο όρος «υπουργός», που συναντάται σε ορισμένες περιγραφές της δράσης του, χρειάζεται αποσαφήνιση: εδώ αφορά διπλωματικό αξίωμα, την ιδιότητα του πληρεξούσιου υπουργού ή πρέσβη. Δεν σημαίνει ότι έγινε μέλος των κυβερνήσεων της Αυστρίας, της Βαυαρίας ή της Πρωσίας, όπως μπορεί να καταλάβει ένας σημερινός ακροατής.
Το όνομά του συνδέθηκε ιδιαίτερα με την ανέγερση του μεγάρου της Ακαδημίας Αθηνών, σε σχέδια του Θεόφιλου Χάνσεν. Η χρηματοδότηση του κτιρίου υπήρξε καθοριστική, αλλά η ιστορία του πρέπει να διακρίνεται από την ιστορία του θεσμού: η Ακαδημία άρχισε να λειτουργεί το 1926, πολύ μετά τον θάνατό του. Ο Σίνας ενίσχυσε επίσης τη λειτουργία του Αστεροσκοπείου, συνεχίζοντας την προσφορά του πατέρα του, και υποστήριξε φιλανθρωπικές και εκπαιδευτικές πρωτοβουλίες. Αντίστοιχη δράση ανέπτυξε στη Βιέννη και στη Βουδαπέστη, σε ένα περιβάλλον όπου οι μεγάλες δωρεές συνδέονταν με το κοινωνικό κύρος των ισχυρών οικογενειών.
Η συμβολή του έχει μετρήσιμα αποτελέσματα στην εκπαίδευση, στην έρευνα και στη δημόσια αρχιτεκτονική. Χρειάζεται, ωστόσο, να εξετάζεται μέσα στις κοινωνικές συνθήκες της εποχής. Η εξάρτηση βασικών ιδρυμάτων από την περιουσία λίγων εύπορων ανθρώπων φανερώνει και τις περιορισμένες δυνατότητες του ελληνικού κράτους. Ο ευεργετισμός υπήρξε σημαντικός, χωρίς να καταργεί το ζήτημα της σταθερής δημόσιας χρηματοδότησης. Ο Σίνας πέθανε στη Βιέννη το 1876 και τη στήριξη έργων συνέχισε η σύζυγός του Ιφιγένεια. Η μνήμη του διατηρείται κυρίως μέσα από ιδρύματα που απέκτησαν ευρύτερη κοινωνική χρησιμότητα και διάρκεια πολύ μεγαλύτερη από τη δική του ζωή.
Θάνατοι
1564 – Ανδρέας Βεσάλιος. Υπήρξε Φλαμανδός ιατρός, ανατόμος και ερευνητής, ο οποίος θεωρείται ο θεμελιωτής της νεότερης επιστήμης της ανατομίας. Γεννήθηκε στις Βρυξέλλες, όταν το Βέλγιο αποτελούσε τμήμα της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, και σπούδασε ιατρική στη Λουβέν και στο Παρίσι. Από νεαρή ηλικία έδειξε έντονο ενδιαφέρον για τη μελέτη της ανθρώπινης ανατομίας, πραγματοποιώντας ο ίδιος νεκροτομές σε ανθρώπινα πτώματα, σε μια εποχή που κάτι τέτοιο θεωρούνταν σχεδόν ιεροσυλία.
Η κορυφαία συμβολή του υπήρξε το έργο του De humani corporis fabrica libri septem («Περί της κατασκευής του ανθρώπινου σώματος», 1543), το οποίο συνιστά την πρώτη πλήρη και ακριβή περιγραφή της ανθρώπινης ανατομίας. Με αυτό το έργο, ο Βεσάλιος διόρθωσε σημαντικά σφάλματα των αρχαίων ιατρών, κυρίως του Γαληνού, του οποίου οι περιγραφές βασίζονταν σε ανατομές ζώων. Έτσι, ο Βεσάλιος ανέτρεψε παραδόσεις αιώνων και έθεσε τις βάσεις της επιστημονικής παρατήρησης στο πεδίο της ιατρικής.
Εργάστηκε αρχικά ως γιατρός στις Βρυξέλλες και αργότερα στην Πάντοβα, όπου δίδαξε ανατομία, ενώ στη συνέχεια διορίστηκε ιατρός της βασιλικής αυλής στην Ισπανία. Εκεί όμως αντιμετώπισε διώξεις και κατηγορίες από την Ιερά Εξέταση, όταν, κατά τη διάρκεια νεκροτομής, ο φερόμενος ως νεκρός ασθενής παρουσίασε σημάδια ζωής. Η ποινή του θανάτου που του επιβλήθηκε μετατράπηκε, με παρέμβαση του βασιλιά, σε προσκύνημα στους Αγίους Τόπους.
Κατά την επιστροφή του από τα Ιεροσόλυμα, το πλοίο του ναυάγησε κοντά στη Ζάκυνθο, όπου ο Βεσάλιος πέθανε εξαντλημένος σε ηλικία 50 ετών, στις 15 Οκτωβρίου 1564. Σήμερα, στη Ζάκυνθο, μνημείο τιμά τον πρωτοπόρο αυτόν επιστήμονα που με την έρευνά του άνοιξε τον δρόμο της σύγχρονης ιατρικής γνώσης.
1964 – Πεθαίνει στις 15 Οκτωβρίου στη Σάντα Μόνικα της Καλιφόρνιας ο Κόουλ Πόρτερ, από τους σημαντικότερους δημιουργούς του αμερικανικού μουσικού θεάτρου. Ήταν εβδομήντα τριών ετών και άφηνε τραγούδια που είχαν ήδη περάσει από τις σκηνές του Μπρόντγουεϊ στον κινηματογράφο και στο ρεπερτόριο μεγάλων τραγουδιστών της τζαζ και της δημοφιλούς μουσικής. Η ιδιαιτερότητά του ήταν ότι έγραφε τόσο τη μουσική όσο και τους στίχους, ελέγχοντας τη σχέση ανάμεσα στη μελωδία, στον ρυθμό της γλώσσας και στο θεατρικό νόημα κάθε τραγουδιού.
Γεννήθηκε το 1891 στο Περού της Ιντιάνας, σε εύπορη οικογένεια, και πήρε από παιδί μουσικά μαθήματα. Φοίτησε στην Ακαδημία του Γουόρτσεστερ, η οποία ήταν σχολείο και όχι μουσική ακαδημία, και αργότερα στο Γέιλ. Εκεί έγραψε τραγούδια για φοιτητικές παραστάσεις και ανέπτυξε τη θεατρική του εμπειρία. Η οικογενειακή προσδοκία για νομική σταδιοδρομία δεν επικράτησε. Η μουσική έγινε η βασική του επιλογή, παρότι τα πρώτα επαγγελματικά βήματα δεν έφεραν αμέσως την επιτυχία που θα γνώριζε αργότερα. Η αρχική του εμφάνιση στο Μπρόντγουεϊ με το «See America First», το 1916, δεν καθόρισε την τελική έκβαση της πορείας του.
Η εγκατάσταση στο Παρίσι και η ζωή σε διεθνείς καλλιτεχνικούς κύκλους επηρέασαν το ύφος του. Το 1919 παντρεύτηκε τη Λίντα Λι Τόμας. Στα τραγούδια του συνυπάρχουν το ερωτικό υπονοούμενο, η ειρωνεία και η προσεκτική επεξεργασία της γλώσσας. Τίτλοι όπως «Night and Day», «Begin the Beguine» και «I’ve Got You Under My Skin» απέκτησαν αυτοτελή ζωή πέρα από τις παραστάσεις και τις ταινίες για τις οποίες γράφτηκαν. Οι ερμηνευτές μπορούσαν να αναδείξουν διαφορετικές όψεις τους, από τη χορευτική ευφορία μέχρι την επιμονή και την αμφιβολία του ερωτευμένου προσώπου.
Το 1937 τραυματίστηκε σοβαρά σε ατύχημα ιππασίας και έζησε επί χρόνια με πόνους και αλλεπάλληλες χειρουργικές επεμβάσεις. Συνέχισε, ωστόσο, να γράφει. Μετά το «Anything Goes» και άλλες επιτυχίες, το «Kiss Me, Kate», που παρουσιάστηκε το 1948 και συνδεόταν με τον Σαίξπηρ, αποτέλεσε νέο μεγάλο σταθμό. Δημιούργησε επίσης για τον κινηματογράφο, μεταξύ άλλων για το «High Society». Η αντοχή του έργου του εξηγείται από τη συνθετική του δεξιοτεχνία και από στίχους που αφήνουν χώρο στην επιθυμία και στην κοινωνική παρατήρηση. Ακόμη και όταν περιγράφουν έναν προνομιούχο κόσμο, τα τραγούδια του αναγνωρίζουν τις αντιφάσεις των ανθρώπων που τον κατοικούν.
————————————————————————
Πηγές: sansimera.gr, el.wikipedia

