Αννί Ερνώ – Παίζοντας διαρκώς μεταξύ ενικού και πληθυντικού

Η Αλίς Ντιόπ για την Αννί Ερνώ:
«Η ανύψωση, στην τάξη της λογοτεχνίας πραγμάτων,
που δεν ήταν προορισμένα να μπουν στο πεδίο της»

  • της Έφης Γιαννοπούλου

Πριν μια βδομάδα, σε ένα από τα τραπεζάκια της “Γαρδένιας”, της καντίνας στο Πεδίον του Άρεως, κάτω από τον μεσημεριανό φθινοπωρινό ήλιο, μια κοπέλα διάβαζε ένα βιβλίο κι εγώ έσκυψα λίγο από πάνω της για να διακρίνω τον τίτλο του… Πιάσαμε την κουβέντα, ήταν Γαλλίδα, ήταν εδώ για διακοπές και διάβαζε Αννί Ερνώ. Είπαμε δυο κουβέντες για τη συγγραφέα.

Είναι σπουδαία συγγραφέας η Ερνώ, και φυσικά και άξιζε το Νόμπελ, που είναι ένα βραβείο λογοτεχνικό και με έναν τρόπο (γεω)πολιτικό (είναι επίσης πολιτική και πολιτικοποιημένη συγγραφέας η Ερνώ) και φέτος η Ακαδημία απέφυγε το αυτονόητο και εύκολο πολιτικό statement, να βραβεύσει έναν/μία Ουκρανό/ή ή τον Σαλμάν Ρουσντί και προτίμησε μια συγγραφέα μιας πολιτικής ιδιωτικότητας (το ιδιωτικό είναι πολιτικό και τούμπαλιν), μια ταξική φυγάδα, όπως η ίδια προσδιορίζει τον εαυτό της, που όμως πάντα βρίσκεται κοντά στην τάξη που άφησε πίσω της, που γράφει για να διαβαστεί ακριβώς από αυτήν. Μια πρόζα λιτή, απλή, χωρίς καλολογικά στοιχεία, απογυμνωμένη και χειρουργικής ακρίβειας, όπως την περιγράφει και το κείμενο της βράβευσής της, ευφυώς και στοχαστικά μπανάλ, θα μπορούσε να πει κανείς. Μια πρόζα που αυτοβιογραφείται παίζοντας διαρκώς μεταξύ ενικού και πληθυντικού, μεταξύ του αυτοβιογραφούμενου “εγώ” και του “εμείς”, το οποίο αποζητά και έρχεται να συναντήσει η αυτοβιογραφική της πένα.

Είναι πολύ ωραία και εύστοχα τα λόγια της κινηματογραφίστριας Αλίς Ντιόπ για το έργο της Ερνώ, η οποία λέει αρχικά ότι πρώτη φορά υποδέχτηκε την ανακοίνωση του Νόμπελ με κλάματα:

“Η έξοδος από μια κατάσταση ευθραυστότητας, η υπέρβαση της ντροπής, η αφήγηση της βιωμένης βίας, η ανύψωση, στην τάξη της λογοτεχνίας πραγμάτων, που δεν ήταν προορισμένα να μπουν στο πεδίο της, όπως αυτές οι ιδιοφυείς σελίδες για τη μυρωδιά της χλωρίνης στο σπίτι, τόσο εμμονική με την καθαριότητα ήταν η μητέρα της, μυρωδιά που έχω νιώσει, που σχεδόν την έφερα πάνω σε όλη μου την παιδική ηλικία, όλα αυτά ήταν συγκλονιστικά. Η εμπειρία μου ως γυναίκας διαπεράστηκε από τη λογοτεχνία της, κι αυτό είναι κάτι ισχυρό, πολιτικό, χειρουργικό. Φώτισε, ονόμασε, όσα είχα ζήσει, εντόπισε και μετασχημάτισε την ευθραυστότητά μου σε δύναμη, μου επέτρεψε να γίνω η γυναίκα που είμαι».

 

Πηγή

AgrinioStories