...
| Λευτέρης Τηλιγάδας |
Ο διάδοχος Κωνσταντίνος στο Αγρίνιο
| Η τοπική κοινωνία έστησε τον εαυτό της στη σκηνή
για να αποδείξει ότι ανήκει, υπακούει και ελπίζει. |
Υπάρχουν στιγμές που η κοινωνία μιας πόλης δεν αποκαλύπτει τον εαυτό της μέσα από την καθημερινότητά της, αλλά μέσα από την υπερβολή της. Το Αγρίνιο υποδέχθηκε τον πρώτο χρόνο του εικοστού αιώνα, τον διάδοχο του θρόνου εκείνη την εποχή με μια δημόσια παράσταση πίστης, όπου η τοπική κοινωνία έστησε τον εαυτό της στη σκηνή για να αποδείξει ότι ανήκει, υπακούει και ότι ελπίζει. Στολίστηκε για να πείσει τον εαυτό της ότι συμμετέχει σε κάτι μεγαλύτερο, ακόμη κι αν αυτό το «μεγαλύτερο» ήταν ήδη προαποφασισμένο. Πίσω από τα χρώματα, τα υφάσματα και τις ζητωκραυγές, διακρίνεται η βαθύτερη ανάγκη για αναγνώριση από την εξουσία και, ταυτόχρονα, η ανάγκη της εξουσίας να επιβεβαιωθεί μέσα από το πλήθος. Αυτή η συνάντηση ήταν μια συμφωνία, όπου οι πολλοί προσφέρουν ενθουσιασμό και οι λίγοι προσφέρουν υποσχέσεις. Και μέσα σε αυτή τη συμφωνία, το θέαμα γίνεται πραγματικότητα.
Σύμφωνα με εφημερίδες των Αθηνών, ΕΜΠΡΟΣ και ΣΚΡΙΠ, από νωρίς το πρωί, το Αγρίνιο είχε μετατραπεί σε σκηνικό θριάμβου. Ο στολισμός της πόλης είχε ολοκληρωθεί και ήταν πραγματικά εντυπωσιακός. Ποτέ ξανά επαρχιακή πόλη δεν είχε παρουσιάσει τέτοιο φαντασμαγορικό θέαμα. Υπήρχε ένας άτυπος ανταγωνισμός ανάμεσα στους κατοίκους, για το ποιος θα δείξει μεγαλύτερη αφοσίωση στον Διάδοχο. Πέντε χιλιάδες στολισμένες στήλες με μυρτιές, είχαν τοποθετηθεί ανά είκοσι βήματα και από τις δύο πλευρές των δρόμων, γεμάτες με κάθε είδους σημαίες και εικόνες τις βασιλικής οικογένειας.
Σημαίες είχαν αναρτηθεί και σε κάθε μπαλκόνι και σπίτι, με τους περίφημους τάπητες του Αγρινίου, να καλύπτουν ολόκληρες προσόψεις σπιτιών. Ξεχώριζαν ιδιαίτερα τα σπίτια του δημάρχου Μπαϊμπά και του βουλευτή Σκαλτσοδήμου, ενώ ολόκληρη η πόλη έμοιαζε βυθισμένη σε ένα κύμα χρωμάτων, με εντυπωσιακές αψίδες, διακοσμημένες με ζωγραφικά έργα του Γεράκη, που έδιναν έναν ιδιαίτερο τόνο μεγαλοπρέπειας.
Ακόμη πιο εντυπωσιακή ήταν η εικόνα στον Άγιο Κωνσταντίνο, από τον οποίο θα έμπαινε ο διάδοχος στην πόλη, κι απ’ όπου ξεκινούσε η κύρια διακόσμηση. Χιλιάδες άνθρωποι, όχι μόνο από το Αγρίνιο αλλά και από τα γύρω χωριά, είχαν κατακλύσει την περιοχή. Η πεδιάδα και οι λόφοι ήταν γεμάτοι κόσμο. Κι όσο πλησίαζε η ώρα της άφιξης, η ένταση ανέβαινε.
Τελικά, γύρω στις 4:00 το απόγευμα, ο διάδοχος έκανε την εμφάνισή του, συνοδευόμενος από τετρακόσιους περίπου έφιππους που είχαν βγει για να τον προϋπαντήσουν μέχρι τον Αχελώο.
Η υποδοχή στον Άγιο Κωνσταντίνο ήταν επίσημη, με τον δήμαρχο Μπαϊμπά και το δημοτικό συμβούλιο παρόντες. Μετά τις προσφωνήσεις ακολούθησε η παρουσίαση των βουλευτών Σκαλτσοδήμου και Αναγνωστόπουλου, καθώς και άλλων αξιωματούχων, όπως του ειρηνοδίκη, Λαγκαδά, του ταμία, Αγτόρου, του εφόρου, Πέτσα του διευθυντή του τηλεγραφείου, Ψιλόπουλου, του διευθυντή του καπνοκοπτηρίου, Χριστοδούλια και των μελών του δημοτικού συμβουλίου. Στη συνέχεια ο Διάδοχος προχώρησε μέσα από ασφυκτικό πλήθος προς τη Μητρόπολη, όπου τελέστηκε δοξολογία.
Βγαίνοντας από τον ναό και πηγαίνοντας προς το σπίτι του Παπαφώτη, στο οποίο και θα διέμενε, δήλωσε ότι τον εντυπωσίασε ιδιαίτερα ο στολισμός της πόλης και κυρίως το σπίτι του δημάρχου. Οι ανταποκριτές των εφημερίδων αναφέρουν, ότι ξεχώρισαν επίσης τα μπαλκόνια των Τριανταφυλλίδη και Τσακανίκα Κατευθυνόμενος προς το νυχτερινό του κατάλυμα, το οποίο βρισκόταν στη διασταύρωση των σημερινών δρόμων Μακρή και Χαριλάου Τρικούπη, και περνώντας από την πλατεία Μπέλλου τον περίμενε ένα ακόμη θέαμα. Πάνω τελευταία αψίδα της διαδρομής στέκονταν κοπέλες ντυμένες σαν άγγελοι, με τεχνητά φτερά, που τον έραναν με άφθονα λουλούδια.
Από το μπαλκόνι του σπιτιού όπου διέμενε, ευχαρίστησε τον κόσμο για την εντυπωσιακή και πρωτοφανή υποδοχή και τόνισε ότι δεν τη θεωρεί προσωπική τιμή, αλλά αναγνώριση του έργου που είχε αναλάβει, ως αρχιστράτηγος. «Σας ευχαριστώ εξ όλης καρδίας διά την λαμπράν και πρωτοφανή υποδοχήν», είπε, «την οποίαν μου εκάματε. Αισθάνομαι ότι η υποδοχή αύτη δεν αφορά τόσον το άτομόν μου όσον το έργον το οποίον ανέλαβον, ο δε ενθουσιασμός σας αυτός δεν δύναται ή να μ’ ενθαρρύνη σπουδαίως διά να εργασθώ μετά μεγαλυτέρας έτι επιμελείας και αφοσιώσεως εις την κατάρτισιν του στρατού του εργαλείου τούτου δι’ ου μόνου το Έθνος θα δυνηθή να πραγματοποιήση το ιδανικόν του».
Την επόμενη ημέρα, συνοδευόμενος από τον επιτελάρχη και τον δήμαρχο, επισκέφθηκε ξανά τον Άγιο Κωνσταντίνο και περιηγήθηκε στην περιοχή για περίπου μισή ώρα Εξέφρασε τον θαυμασμό του για την ομορφιά του τοπίου και τη γονιμότητα της πεδιάδας και επιστρέφοντας στην πόλη, την διέσχισε για ακόμη μία φορά, με τη φιλαρμονική να παιανίζει συνεχώς. Στη μία το μεσημέρι αναχώρησε μέσα σε δυνατές επευφημίες για το Αιτωλικό, από όπου θα συνέχιζε με έκτακτη αμαξοστοιχία προς το Μεσολόγγι, όπου και εκεί τον περίμενε νέα υποδοχή. Παράλληλα, είχε ήδη ανακοινωθεί και η επιστροφή του στον Πειραιά η οποία θα γινόταν τα ξημερώματα του Σαββάτου με το πλοίο «Μυκάλη».
Όταν οι σημαίες κατέβηκαν και οι αψίδες έμειναν άδειες, όπως συμβαίνει σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, το Αγρίνιο επέστρεψε στην επαρχιώτικη καθημερινότητα του. Αυτό που έμεινε δεν ήταν μόνο η ανάμνηση μιας «μεγάλης ημέρας», αλλά και το αποτύπωμα μιας συλλογικής έξαρσης που δύσκολα εξηγείται εκ των υστέρων. Η επίσκεψη του Κωνσταντίνου καταγράφηκε ως θρίαμβος. Όμως κάθε τέτοιος θρίαμβος αφήνει πίσω του ένα ερώτημα: ποιος πραγματικά ωφελείται από αυτή την έκρηξη λατρείας; Η πόλη που για λίγες ώρες ένιωσε κέντρο του κόσμου ή η εξουσία που επιβεβαίωσε, χωρίς αντίσταση, την ισχύ της;
Η ιστορία μέσα από τις καταγραφές της θα θυμάται πάντα το θέαμα, αλλά σπανίως θα φωτίζει την ουσία της ανάγκης που το γέννησε. Κι η ουσία αυτή κατά την εκτίμηση μου, θα είναι πάντα πιο σκληρή απ’ όσο συνήθως αντέχει να παραδεχτεί μια κοινωνία. Ο διάδοχος δεν γίνεται αποδέκτης λατρείας επειδή ενσαρκώνει κάτι ανώτερο, αλλά επειδή λειτουργεί ως ορατό σημείο πάνω στο οποίο μπορεί να προβληθεί η ανάγκη μιας κοινωνίας να πειθαρχήσει. Γιατί η εξουσία δεν επιβάλλεται απλώς από πάνω, παράγεται από κάτω, μέσα από τη διάθεση να υπάρξει κάποιος ανώτερος. Χωρίς αυτή τη βαθιά, σχεδόν υπαρξιακή ανάγκη για καθοδήγηση, κανένα τέτοιο θέαμα δεν θα μπορούσε να υπάρξει. Κι όσο αυτό εξακολουθεί, θα συνεχίσει να ντύνει τις κοινωνίες με σημαίες, για να κρύψει αυτό που ίδιες δεν τολμούν να κοιτάξουν κατάματα: την κοινωνική και πολιτική τους χειραφέτηση.
Κλείνοντας να σημειώσουμε ότι το Αγρίνιο από τα πρώτα χρόνια της ίδρυσης του μέχρι και την δημιουργία των πρώτων καπνεργοστασίων και την εκμετάλλευση ή αξιοποίηση, κατ’ άλλους, του εργατικού δυναμικού των προσφύγων, τελούσε κάτω από το οικονομικό καθεστώς μιας μεταφεδουαρχικής χωροδεσποτικής αριστοκρατίας γαιοκτημόνων, οι οποίοι διοικούσαν την περιοχή με βάση τα οικονομικά και κοινωνικά πρότυπα που κληρονόμησαν από τους προκατόχους Οθωμανούς φεουδάρχες, οικοδομώντας και υπηρετώντας παράλληλα έναν ιδιότυπο εθνικισμό, που από τη μια οραματιζόταν τη «Μεγάλη Ελλάδα» και από την άλλη εναντιωνόταν στην απόδοση των «εθνικών γαιών» στους Σουλιώτες. Είναι φυσικό επόμενο, η επίσκεψη, ενός Κωνσταντίνου (του ΙΒ΄, όπως αναφερόταν σε πολλά λαϊκά αναγνώσματα και κάρτες λίγο πριν την έναρξη των Βαλκανικών Πολέμων, αποκτώντας με αυτό το χαρακτηριστικό ιδιότητες νόμιμου διαδόχου του τελευταίου αυτοκράτορα του Βυζαντίου Κωνσταντίνου ΙΑ΄ Παλαιολόγου), να δημιουργεί γραφικές εκδηλώσεις πατριωτικού υπερρεαλισμού, σαν αυτές που αποτυπώθηκαν παραπάνω.
——————————————————————————————————————————————————————–
Υποσημείωση: Οι χρονολογίες που καταγράφονται πριν την 16η Φεβρουαρίου 1923 είναι σύμφωνες με την χρονολόγηση των πηγών. Για την αντιστοίχιση με τη σημερινή χρονολόγηση πρέπει στην αντίστοιχη χρονολογία να προστεθούν 13 μέρες.
Πηγές: ΕΜΠΡΟΣ, Πέμπτη 3.5.1901, Έτος 5ο, αρ. φύλ. 1619, σελ. 1 | ΕΜΠΡΟΣ Παρασκευή 4.5.1901 Έτος 5ο, αρ. φύλ. 1620 σελ. 1 | ΣΚΡΙΠ, Πέμπτη 3.5.1901, Έτος 6ο, αρ. φύλ. 2.059, σελ. 1
Φωτογραφία: Κωνσταντίνος και Μπαϊμπάς
Σύνθεση δύο διαφορετικών φωτογραφιών.
——————————————————————————————————
Η μνήμη είναι μια δυνατότητα για να διευρύνουμε το μέλλον
και όχι για να το συρρικνώσουμε στο ήδη ξεπερασμένο παρελθόν


