19 Οκτωβρίου 2026
🌅 Ανατολή ήλιου: 07:37 – Δύση ήλιου: 18:42 – Διάρκεια ημέρας: 11 ώρες 5 λεπτά
🌓 Σελήνη 8 ημερών.

Είναι η 292η ημέρα του έτους κατά το Γρηγοριανό ημερολόγιο.
Υπολείπονται 73 ημέρες για τη λήξη του.
Χρόνια πολλά στους: Κλεοπάτρα, Κλειώ, Πάτρα, Πατρούλα,
Φήλιξ, Φίληκα, Φίληξα και Φιλήκη
Γεγονότα
1964 – Στο θέατρο Ρεξ – Μαρίκα Κοτοπούλη της Αθήνας, παρουσιάζεται για πρώτη φορά μπροστά σε κοινό το «Άξιον Εστί» του Μίκη Θεοδωράκη, βασισμένο στην ομώνυμη ποιητική σύνθεση του Οδυσσέα Ελύτη. Η βραδιά αποτελεί σταθμό για την ελληνική μουσική, καθώς ένα απαιτητικό ποιητικό έργο αποκτά νέα, συλλογική ζωή μέσα από τη συνύπαρξη συμφωνικής μουσικής, λαϊκού τραγουδιού, χορωδίας και απαγγελίας. Ο Θεοδωράκης δεν αντιμετωπίζει την ποίηση ως υλικό για μεμονωμένα τραγούδια. Επιχειρεί να δημιουργήσει ένα ολοκληρωμένο έργο που απευθύνεται και στο ευρύ κοινό, χωρίς να εγκαταλείπει τη σύνθετη μουσική του μορφή.
Το ποίημα του Ελύτη είχε εκδοθεί το 1959, ενώ ο Θεοδωράκης άρχισε να εργάζεται πάνω στη μελοποίησή του το 1960. Η ποιητική σύνθεση οργανώνεται σε τρεις μεγάλες ενότητες, τη «Γένεσιν», τα «Πάθη» και το «Δοξαστικόν». Μέσα από αυτές, η προσωπική εμπειρία συνδέεται με τη συλλογική μνήμη, τον πόλεμο, την Κατοχή, την Αντίσταση και τις πληγές του Εμφυλίου. Η μουσική ακολουθεί αυτή τη διαδρομή με διαφορετικές φωνές και ηχητικά σύνολα. Στην πρώτη παρουσίαση συμμετέχουν ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης ως λαϊκός τραγουδιστής, ο Θεόδωρος Δημήτριεφ στον ρόλο του ψάλτη και ο Μάνος Κατράκης στην αφήγηση, μαζί με τη Μικρή Ορχήστρα Αθηνών, λαϊκή ορχήστρα και τη Μικτή Χορωδία της Θάλειας Βυζαντίου.
Η προσμονή εκείνης της βραδιάς είναι μεγάλη. Το θέατρο γεμίζει, αλλά κανείς από τους δημιουργούς δεν μπορεί να θεωρήσει δεδομένη την ανταπόκριση του κοινού σε μια τόσο ασυνήθιστη μουσική πρόταση. Ο ίδιος ο Θεοδωράκης θα θυμηθεί αργότερα τη συγκίνηση και την αγωνία των συντελεστών, τον Ελύτη να κινείται ανήσυχος στα παρασκήνια, τον Μπιθικώτση και τον Δημήτριεφ ιδιαίτερα σφιγμένους και τον Κατράκη βαθιά φορτισμένο. Η θερμή υποδοχή επιβεβαιώνει ότι η σύνδεση της λόγιας ποίησης με τη λαϊκή μουσική γλώσσα μπορεί να βρει απήχηση πολύ πέρα από τους συνηθισμένους κύκλους της συναυλιακής ζωής.
Στα χρόνια που ακολουθούν, αποσπάσματα όπως το «Ένα το χελιδόνι» και το «Της Δικαιοσύνης ήλιε νοητέ» περνούν στη συλλογική μνήμη, ενώ το έργο συνδέεται και με τις δημοκρατικές διεκδικήσεις της εποχής. Η ηχογράφησή του διευρύνει ακόμη περισσότερο την απήχηση της πρώτης παρουσίασης. Για τον Θεοδωράκη, το «Άξιον Εστί» αποτελεί κορυφαίο παράδειγμα της προσπάθειάς του να φέρει το συμφωνικό και το λαϊκό στοιχείο σε κοινό δημιουργικό πεδίο. Για τον Ελύτη, είναι μία από τις σημαντικότερες δημιουργίες της ποιητικής του διαδρομής, η οποία τιμήθηκε συνολικά με το Νόμπελ Λογοτεχνίας το 1979. Η πρεμιέρα του 1964 μένει έτσι στην ιστορία όχι μόνο ως μουσικό γεγονός, αλλά και ως στιγμή κατά την οποία η ποίηση έγινε δημόσια, κοινή εμπειρία.
1980 – Ολοκληρώνεται η επιστροφή της Ελλάδας στην ενιαία στρατιωτική δομή του ΝΑΤΟ. Έχουν προηγηθεί διαπραγματεύσεις ανάμεσα στην Αθήνα, τη Συμμαχία και την Άγκυρα, ενώ η συμφωνία εγκρίνεται επισήμως στις 20 Οκτωβρίου από το ελληνικό Υπουργικό Συμβούλιο και την αρμόδια Επιτροπή Αμυντικού Σχεδιασμού του ΝΑΤΟ. Η ημερομηνιακή διάκριση έχει σημασία, καθώς η πολιτική συμφωνία είχε ουσιαστικά διαμορφωθεί τις προηγούμενες ημέρες, αλλά η τυπική ολοκλήρωση της επανένταξης έγινε στις 20 του μήνα. Η εξέλιξη αυτή κλείνει μια εξαετή περίοδο ιδιαίτερης έντασης στις σχέσεις της Ελλάδας με την Ατλαντική Συμμαχία.
Η αφετηρία βρίσκεται στον Αύγουστο του 1974. Μετά τη δεύτερη φάση της τουρκικής εισβολής στην Κύπρο, η κυβέρνηση εθνικής ενότητας του Κωνσταντίνου Καραμανλή ανακοινώνει στις 14 Αυγούστου την αποχώρηση των ελληνικών ενόπλων δυνάμεων από τη στρατιωτική διοίκηση του ΝΑΤΟ. Η Αθήνα καταγγέλλει την αδυναμία της Συμμαχίας να αποτρέψει την επίθεση ενός κράτους μέλους εναντίον της Κύπρου και εκφράζει την οργή της για τη στάση των δυτικών συμμάχων. Η Ελλάδα δεν παύει τότε να είναι μέλος του ΝΑΤΟ. Παραμένει στους πολιτικούς θεσμούς του οργανισμού, αλλά αποσύρεται από την ενιαία στρατιωτική του δομή, επιδιώκοντας να ασκήσει πίεση για την ασφάλεια της χώρας και το Κυπριακό.
Το 1980 η κυβέρνηση του Γεωργίου Ράλλη επιλέγει την επάνοδο, θεωρώντας ότι η συμμετοχή στη στρατιωτική οργάνωση θα ενισχύσει τη δυνατότητα της Ελλάδας να επηρεάζει τις συμμαχικές αποφάσεις. Καθοριστικό ρόλο στις διαπραγματεύσεις έχει το σχέδιο του ανώτατου συμμαχικού διοικητή στην Ευρώπη, Αμερικανού στρατηγού Μπέρναρντ Ρότζερς. Η Τουρκία αποδέχεται τελικά τη φόρμουλα επιστροφής, χωρίς όμως να εξαφανίζονται οι αντιπαραθέσεις για τις περιοχές επιχειρησιακής ευθύνης και τον έλεγχο στο Αιγαίο. Στις δυτικές πρωτεύουσες η συμφωνία αντιμετωπίζεται ως ενίσχυση της νοτιοανατολικής πτέρυγας του ΝΑΤΟ, σε μια περίοδο αναζωπύρωσης του Ψυχρού Πολέμου.
Στο εσωτερικό της χώρας, αντίθετα, η απόφαση προκαλεί έντονες πολιτικές και κοινωνικές αντιδράσεις. Το ΠΑΣΟΚ και το ΚΚΕ καταγγέλλουν την επανένταξη, προβάλλοντας το επιχείρημα ότι το Κυπριακό παραμένει άλυτο και ότι η στρατιωτική εξάρτηση από τις Ηνωμένες Πολιτείες περιορίζει την εθνική αυτονομία. Το σύνθημα «ΕΟΚ και ΝΑΤΟ το ίδιο συνδικάτο» εκφράζει ένα ευρύτερο αντιδυτικό και αντιιμπεριαλιστικό ρεύμα της Μεταπολίτευσης. Λίγους μήνες αργότερα, την 1η Ιανουαρίου 1981, η Ελλάδα θα ενταχθεί στην Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα. Η επιλογή του Οκτωβρίου του 1980 θα παραμείνει σημείο πολιτικής διαφωνίας: για την κυβέρνηση ήταν κίνηση στρατηγικής ασφάλειας, ενώ για την αντιπολίτευση επιστροφή σε μια συμμαχία που δεν είχε αποτρέψει την τραγωδία της Κύπρου.
Γεννήσεις
1931 – Στις 19 Οκτωβρίου 1931 γεννιέται στο Πουλ, στη νότια Αγγλία, ο Ντέιβιντ Τζον Μουρ Κόρνγουελ, ο άνθρωπος που θα γίνει παγκοσμίως γνωστός με το λογοτεχνικό ψευδώνυμο Τζον λε Καρέ. Θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους συγγραφείς κατασκοπικής λογοτεχνίας, επειδή απομακρύνει το είδος από την εικόνα του ακατανίκητου πράκτορα και το φέρνει πιο κοντά στον πραγματικό κόσμο των μυστικών υπηρεσιών. Στα βιβλία του κυριαρχούν η αμφιβολία, η πολιτική σκοπιμότητα, οι προσωπικές απώλειες και η δυσκολία να ξεχωρίσει κανείς το καθήκον από τη συνείδηση. Οι ήρωές του σπάνια βρίσκουν καθαρές απαντήσεις, ακόμη κι όταν ολοκληρώνουν την αποστολή τους.
Τα παιδικά του χρόνια σημαδεύονται από τη δύσκολη σχέση με τον πατέρα του, έναν άνθρωπο με διαρκείς οικονομικές και προσωπικές περιπέτειες. Ο νεαρός Κόρνγουελ σπουδάζει γλώσσες στο Πανεπιστήμιο της Βέρνης και στη συνέχεια στην Οξφόρδη. Εργάζεται επίσης ως εκπαιδευτικός πριν περάσει στη διπλωματική υπηρεσία και συνδεθεί με τις βρετανικές υπηρεσίες πληροφοριών MI5 και MI6. Αυτή η εμπειρία τού προσφέρει βαθύτερη γνώση της γραφειοκρατίας, της μυστικότητας και των αντιφάσεων του κατασκοπικού μηχανισμού. Όταν αρχίζει να γράφει, δεν παρουσιάζει τους πράκτορες ως αψεγάδιαστους υπερασπιστές της πατρίδας, αλλά ως πρόσωπα που λειτουργούν μέσα σε συστήματα εξουσίας, παραπλάνησης και συχνά ηθικού συμβιβασμού.
Το πρώτο του μυθιστόρημα, «Call for the Dead», κυκλοφορεί το 1961 και παρουσιάζει τον Τζορτζ Σμάιλι, έναν διακριτικό, επίμονο και βαθιά ανθρώπινο αξιωματικό πληροφοριών. Η διεθνής αναγνώριση έρχεται το 1963 με τον «Κατάσκοπο που γύρισε από το κρύο», μια ιστορία που απογυμνώνει τον Ψυχρό Πόλεμο από τα εύκολα ηρωικά σχήματα. Αργότερα, η τριλογία που συγκροτούν τα μυθιστορήματα «Κι ο κλήρος έπεσε στον Σμάιλι» του 1974, «Ο έντιμος μαθητής» του 1977 και «Οι άνθρωποι του Σμάιλι» του 1979 εδραιώνει τη θέση του στην παγκόσμια λογοτεχνία. Η προδοσία και οι εσωτερικές συγκρούσεις των δυτικών μυστικών υπηρεσιών γίνονται υλικό για σύνθετη πολιτική και ψυχολογική αφήγηση.
Μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, ο λε Καρέ δεν εγκαταλείπει την κριτική του ματιά. Στη «Μικρή τυμπανίστρια», στον «Ρωσικό οίκο», στον «Επίμονο κηπουρό» και σε μεταγενέστερα μυθιστορήματα εξετάζει τη βία, τη διεθνή πολιτική, τη διαφθορά και τη δράση μεγάλων οικονομικών συμφερόντων. Πολλά έργα του μεταφέρονται στον κινηματογράφο και στην τηλεόραση, κερδίζοντας νέους αναγνώστες και θεατές. Παραμένει ενεργός μέχρι τα τελευταία χρόνια της ζωής του, διατυπώνοντας δημόσια τις πολιτικές του θέσεις και επιμένοντας ότι η λογοτεχνία οφείλει να εξετάζει τη σχέση της εξουσίας με την αλήθεια. Πεθαίνει στις 12 Δεκεμβρίου 2020 στην Κορνουάλη, σε ηλικία 89 ετών, αφήνοντας ένα έργο που ξεπέρασε τα στενά όρια του κατασκοπικού μυθιστορήματος.
Θάνατοι
1909 – Πεθαίνει στο Τορίνο ο Ιταλός γιατρός και πανεπιστημιακός Τσέζαρε Λομπρόζο, μία από τις πιο γνωστές και αμφιλεγόμενες μορφές στην ιστορία της εγκληματολογίας. Είχε γεννηθεί στις 6 Νοεμβρίου 1835 στη Βερόνα, σε εβραϊκή οικογένεια, και ήταν 73 ετών όταν πέθανε. Το όνομά του συνδέθηκε με την προσπάθεια να μελετηθεί η εγκληματική συμπεριφορά με εργαλεία της ιατρικής και της ανθρωπολογίας. Συνδέθηκε όμως και με θεωρίες που απέδιδαν σε έμφυτα σωματικά χαρακτηριστικά την τάση προς το έγκλημα, αντιλήψεις οι οποίες αργότερα αμφισβητήθηκαν και απορρίφθηκαν από τη σύγχρονη επιστήμη.
Ο Λομπρόζο σπουδάζει ιατρική στην Παβία, με περιόδους φοίτησης και σε άλλα ευρωπαϊκά πανεπιστήμια, και αποφοιτά το 1858. Υπηρετεί ως στρατιωτικός γιατρός σε μια εποχή πολέμων και πολιτικών αλλαγών που οδηγούν στην ιταλική ενοποίηση. Αργότερα διδάσκει στην Παβία, ασχολείται με την ψυχιατρική, τις νευρολογικές παθήσεις και τις συνθήκες στα ψυχιατρικά ιδρύματα, ενώ εργάζεται για ένα διάστημα στο άσυλο του Πεζάρο. Από το 1873 συνδέει την πανεπιστημιακή του πορεία με το Τορίνο. Υποστηρίζει την ανάγκη ειδικής αντιμετώπισης των ανθρώπων με σοβαρές ψυχικές διαταραχές που βρίσκονται αντιμέτωποι με το ποινικό σύστημα, μέσα όμως σε ένα ιστορικό πλαίσιο όπου οι αντιλήψεις για την ψυχική ασθένεια ήταν πολύ διαφορετικές από τις σημερινές.
Το 1876 δημοσιεύει το βιβλίο «Ο εγκληματίας άνθρωπος», γνωστό με τον ιταλικό τίτλο «L’uomo delinquente». Σε αυτό αναπτύσσει τη θεωρία του «εκ γενετής εγκληματία», υποστηρίζοντας ότι ορισμένες ανατομικές ιδιομορφίες μαρτυρούν μια υποτιθέμενη βιολογική προδιάθεση στην παραβατικότητα. Οι απόψεις του σχετίζονται με το κλίμα του επιστημονικού θετικισμού του 19ου αιώνα, όταν πολλοί ερευνητές πίστευαν ότι η ανθρώπινη συμπεριφορά μπορούσε να εξηγηθεί πρωτίστως με μετρήσεις του σώματος. Η προσέγγιση αυτή είχε σοβαρά μεθοδολογικά προβλήματα. Υποτίμησε τον ρόλο της φτώχειας, της κοινωνικής ανισότητας και των θεσμών, ενώ ενίσχυσε στερεότυπα για ανθρώπους και κοινωνικές ομάδες.
Ο Λομπρόζο παντρεύεται το 1870 τη Νίνα ντε Μπενεντέτι και αποκτά μαζί της πέντε παιδιά. Η κόρη του Τζίνα θα ασχοληθεί αργότερα με τη μελέτη και τη διάδοση του έργου του. Ο ίδιος ιδρύει επιστημονικές εκδόσεις, συγκεντρώνει συλλογές που συνδέονται με την εγκληματολογική έρευνα και επηρεάζει για δεκαετίες τις συζητήσεις γύρω από την ποινική ευθύνη. Η ιστορική του σημασία δεν προκύπτει από την επιστημονική εγκυρότητα της θεωρίας του «γεννημένου εγκληματία», αλλά από το γεγονός ότι έστρεψε την προσοχή στη συστηματική έρευνα της παραβατικότητας και προκάλεσε μια μεγάλη συζήτηση για τα όρια της επιστήμης. Η περίπτωσή του υπενθυμίζει πόσο επικίνδυνο μπορεί να γίνει ένα επιστημονικό επιχείρημα όταν μετατρέπει τις κοινωνικές προκαταλήψεις σε δήθεν φυσικούς νόμους.
Διαβάστε περισσότερα γεγονότα αυτής της μέρας

