Ροζέ Βαντίμ | Ο σκηνοθέτης της επιθυμίας


...

|Ροζέ Βαντίμ |

Ο σκηνοθέτης της επιθυμίας

| Ανάμεσα στη μεταπολεμική απελευθέρωση των ηθών,
το ανδρικό βλέμμα και την εμπορευματοποίηση της ελευθερίας |


Ο Ροζέ Βαντίμ δεν ζήτησε ποτέ συγχωροχάρτι από την Ιστορία του κινηματογράφου, δεν διεκδίκησε θέση ανάμεσα στους μεγάλους φορμαλιστές, ούτε ενδιαφέρθηκε να τον αγαπήσουν οι κριτικοί. Υπήρξε, όμως, ένας από τους πιο αποκαλυπτικούς καθρέφτες της μεταπολεμικής Ευρώπης: μιας κοινωνίας που προσπαθούσε να τινάξει από πάνω της τη σκόνη του πολέμου, την ενοχής και την υποκρισία, κοιτάζοντας με πείσμα –και συχνά με απληστία– το σώμα, την επιθυμία και την ελευθερία.

Γεννημένος στο Παρίσι το 1928, γιος Λευκορώσου εβραϊκής καταγωγής διπλωμάτη και Γαλλίδας ηθοποιού, ο Βαντίμ μεγάλωσε μέσα σε ένα περιβάλλον κοσμοπολίτικο, πολύγλωσσο, σχεδόν προορισμένο να αμφισβητεί σύνορα – εθνικά, πολιτισμικά, ηθικά. Τα παιδικά του ταξίδια στην Αίγυπτο και την Τουρκία, η εμπειρία της εξορίας και της μετανάστευσης του πατέρα του μετά το 1917, αλλά και ο πρόωρος οικογενειακός κλονισμός, σφυρηλάτησαν έναν χαρακτήρα ανήσυχο, αυτάρκη, βαθιά ατομικιστή. Δεν είναι τυχαίο ότι πολύ νωρίς αποποιήθηκε ακόμη και το επώνυμό του: ο Βαντίμ αυτοκατασκευάστηκε, όπως ακριβώς αυτοκατασκεύαζε αργότερα και τις ηρωίδες του.

Σπούδασε Πολιτικές Επιστήμες στο Παρίσι, σε μια εποχή που η Ευρώπη αναστοχαζόταν τον εαυτό της ανάμεσα στον Ψυχρό Πόλεμο, την αποαποικιοποίηση και την άνοδο νέων κοινωνικών κινημάτων. Όμως η πολιτική σκέψη δεν τον κράτησε. Ούτε η λογοτεχνία, παρά τη σύντομη απόπειρα με ένα μυθιστόρημα που έφτασε στα χέρια του Αντρέ Ζιντ. Η παρότρυνση του Ζιντ να στραφεί στο σινεμά του άνοιξε την πόρτα: δίπλα στον Μαρκ Αλεγκρέ, ο Βαντίμ μαθαίνει το επάγγελμα, ενώ ταυτόχρονα δουλεύει ως δημοσιογράφος στο Paris Match, απορροφώντας τον παλμό μιας εποχής που διψούσε για εικόνες, πρόσωπα και σκάνδαλα.

Το σινεμά του Βαντίμ γεννήθηκε στο σταυροδρόμι ανάμεσα στη δημοσιογραφική αίσθηση της επικαιρότητας και στη λαχτάρα της αγοράς για νέους μύθους. Και ο πρώτος, καθοριστικός μύθος είχε ένα όνομα: Μπριζίτ Μπαρντό. Όταν ο Βαντίμ είδε τη φωτογραφία της στο Elle το 1949, δεν είδε απλώς ένα όμορφο κορίτσι. Διέκρινε ένα κοινωνικό ρήγμα. Μαζί της, και κυρίως μέσω της ταινίας Και ο Θεός… έπλασε τη γυναίκα (1956), ο γαλλικός κινηματογράφος είδε για πρώτη φορά μια γυναίκα που δεν απολογείται για την επιθυμία της. Όχι μια μοιραία γυναίκα του φιλμ νουάρ, ούτε μια τραγική ηρωίδα, αλλά ένα σώμα που κινείται, γελά, πεινά, ποθεί, βαριέται.

Η ταινία δεν ήταν αριστούργημα – ήταν όμως ιστορικό γεγονός. Σε μια μεταπολεμική κοινωνία όπου η ηθική τάξη παρέμενε ανδρική και τιμωρητική, η Μπαρντό του Βαντίμ εμφανίζεται σαν πρόκληση εν κινήσει. Δεν μιλά πολύ, δεν εξηγείται, αλλά υπάρχει. Και αυτή η ύπαρξη αρκούσε για να ξεσηκώσει ηθικολόγους, να διχάσει κοινά, να αλλάξει το βλέμμα του σινεμά πάνω στο γυναικείο σώμα. Ο ίδιος ο Βαντίμ θα πει αργότερα ότι τότε «δεν είχαμε συνηθίσει την τόλμη και το χιούμορ που συνοδεύει τον ερωτισμό».

Από εκεί και πέρα, η πορεία του θα είναι άρρηκτα δεμένη με τις γυναίκες της ζωής του. Όχι απλώς ως ερωτικές συντρόφους, αλλά ως κινηματογραφικές κατασκευές. Προσπάθησε να επαναλάβει το θαύμα με την Ανέτ Στρόιμπεργκ, χωρίς επιτυχία. Με την Κατρίν Ντενέβ, όμως, συνέβη κάτι διαφορετικό: όχι ένας μύθος σεξουαλικής πρόκλησης, αλλά η γέννηση μιας αιθέριας, σχεδόν διανοούμενης φιγούρας. Ο Βαντίμ δεν την παντρεύτηκε ποτέ, αλλά τη διαμόρφωσε βαθιά – και ίσως εκεί φάνηκε μια άλλη πλευρά του: λιγότερο εμπορική, πιο παιδαγωγική.

Η πιο αμφιλεγόμενη σχέση του υπήρξε εκείνη με την Τζέιν Φόντα. Η Μπαρμπαρέλα την καθιέρωσε ως παγκόσμιο σύμβολο του σεξ, αλλά η ίδια αργότερα μίλησε για έναν Βαντίμ σκληρό, μισογύνη, εξουσιαστικό. Κι εδώ ακριβώς βρίσκεται το δικό του δίλλημα: απελευθέρωση ή εκμετάλλευση; Ο Βαντίμ άνοιξε δρόμους, αλλά δεν ενδιαφέρθηκε ιδιαίτερα για το πού οδηγούν. Η ελευθερία στο σινεμά του είναι αισθητική, όχι πολιτική. Το βλέμμα του είναι ανδρικό, διεκδικητικό, συχνά κυνικό.

Κι όμως, μέσα σε αυτή την εμπορευματοποίηση της επιθυμίας, κάτι ράγισε οριστικά. Οι γυναίκες του Βαντίμ δεν ζητούν άδεια. Και μόνο αυτό, στη δεκαετία του ’50 και του ’60, αρκούσε για να θεωρηθεί επαναστατικό. Το σινεμά του δεν υπήρξε φεμινιστικό, αλλά υπήρξε αποσταθεροποιητικό. Και η αποσταθεροποίηση είναι πάντα το πρώτο στάδιο κάθε κοινωνικής μετατόπισης.

Στη δεκαετία του ’90, αποσύρθηκε σχεδόν αθόρυβα στην τηλεόραση. Πέθανε το 2000, αφήνοντας πίσω του μια φιλμογραφία που συχνά κατηγορήθηκε για ρηχότητα και όχι άδικα. Όμως, όπως σημείωσε και ο Ζακ Σιράκ, υπήρξε «σκηνοθέτης της ζωής, του πάθους για τη ζωή και της ελευθερίας». Και ίσως αυτό είναι το κλειδί: ο Ροζέ Βαντίμ δεν μας αφορά σήμερα ως πρότυπο, αλλά ως σύμπτωμα. Μας θυμίζει ότι η απελευθέρωση της εικόνας δεν ταυτίζεται πάντα με την απελευθέρωση του προσώπου κι ότι ο ερωτισμός μπορεί να είναι ταυτόχρονα και τα δύο: και απελευθερωτικός και περιοριστικός.

——–————————————————
Επιμέλεια: Lef.T

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *