...
| Ένα γεγονός |

Ντανταϊσμός | Ένα κίνημα αισθητικής αναρχίας
| Η εξέγερση του παραλόγου απέναντι στην τέχνη και την Ιστορία |
Όταν μιλάμε για τον Ντανταϊσμό, δεν μιλάμε απλώς για ένα καλλιτεχνικό ρεύμα που εμφανίστηκε σε κάποια γωνιά της Ευρώπης μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, αλλά για μια σχεδόν εκρηκτική χειρονομία άρνησης, η οποία γεννήθηκε μέσα από την αγανάκτηση απέναντι στη βαρβαρότητα του πολέμου και απέναντι σε εκείνο που οι ίδιοι οι δημιουργοί του αντιλαμβάνονταν ως ασφυκτική πνευματική αγκύλωση, η οποία δεν περιόριζε μόνο την τέχνη αλλά διαπότιζε την καθημερινή ζωή, διαμορφώνοντας ένα περιβάλλον όπου η λογική, η πρόοδος και ο πολιτισμός είχαν αποδειχθεί ανίκανα να αποτρέψουν τη μαζική καταστροφή. Ο Ντανταϊσμός, που αναπτύχθηκε στις εικαστικές τέχνες, στη λογοτεχνία και κυρίως στην ποίηση, στο θέατρο και στη γραφιστική, υιοθέτησε ως βασικό του γνώρισμα τον εσκεμμένο παραλογισμό, μέσα από τον οποίο επιδίωξε να αποδομήσει τα κυρίαρχα αισθητικά ιδανικά, ενώ ταυτόχρονα λειτούργησε ως μια πράξη αισθητικής αναρχίας, η οποία αμφισβητούσε κάθε αυθεντία και κάθε καθιερωμένη ιεραρχία, προετοιμάζοντας έτσι το έδαφος για τον υπερρεαλισμό, που θα αποτελούσε ουσιαστικά τη μετεξέλιξή του.
Εάν επιχειρήσει κανείς να εντοπίσει την ακριβή στιγμή και τον τόπο γέννησης του κινήματος, θα διαπιστώσει ότι η ίδια η φύση του Νταντά αντιστέκεται σε κάθε τέτοια τακτοποίηση, καθώς ο Ραούλ Χάουσμαν, ο οποίος υπήρξε ηγετική μορφή στο Βερολίνο, υποστήριζε ότι το να αναζητάς την απαρχή του Ντανταϊσμού μοιάζει με το να προσπαθείς να βρεις τη γενέτειρα του Ομήρου, ενώ ο ίδιος θεωρούσε τον εαυτό του ιδρυτή ήδη από το 1915, την ώρα που ο Φράνσις Πικαμπιά προβαλλόταν από άλλους ως ο γεννήτορας του κινήματος ήδη από το 1913, και ο Άλφρεντ Μπαρ τοποθετούσε την απαρχή του το 1916 στη Νέα Υόρκη και στη Ζυρίχη, γεγονός που δείχνει ότι το Νταντά δεν γεννήθηκε ως οργανωμένο πρόγραμμα αλλά ως διάχυτη στάση, η οποία εκδηλωνόταν σχεδόν ταυτόχρονα σε διαφορετικά σημεία του κόσμου, ενώ ήδη από το 1915 είχαν εμφανιστεί ντανταϊστικά έργα στη Ρωσία και ενώ τα μανιφέστα των Ιταλών φουτουριστών του 1909 παρουσίαζαν εντυπωσιακές συγγένειες με όσα θα ακολουθούσαν λίγα χρόνια αργότερα.
Η ουδέτερη Ελβετία, η οποία κατά τη διάρκεια του πολέμου αποτέλεσε καταφύγιο για καλλιτέχνες και διανοούμενους, προσέφερε το κατάλληλο έδαφος ώστε να αποκρυσταλλωθεί αυτό το πνεύμα, το οποίο βρήκε την εστία του στη Ζυρίχη και ειδικότερα στο περίφημο Cabaret Voltaire, όπου την 1η Φεβρουαρίου 1916 ο Χούγκο Μπαλ εγκαινίασε έναν χώρο που προοριζόταν να λειτουργήσει ως κέντρο καλλιτεχνικής ψυχαγωγίας, χωρίς ίσως να φαντάζεται ότι θα μετατρεπόταν σε πυρήνα ενός διεθνούς κινήματος, καθώς εκεί συγκεντρώθηκαν προσωπικότητες διαφορετικών εθνικοτήτων, όπως ο Τριστάν Τζαρά και ο Μαρσέλ Γιανκό, οι οποίοι συνέβαλαν στη διαμόρφωση μιας ομάδας που σύντομα θα αποκτούσε σαφή ταυτότητα, εκδίδοντας τον Ιούνιο του 1916 το περιοδικό Cabaret Voltaire και ακούγοντας τον Μπαλ να απαγγέλλει το πρώτο μανιφέστο στις 14 Ιουλίου, ενώ το 1917 κυκλοφόρησε το περιοδικό Dada υπό την επιμέλεια του Τζαρά, ο οποίος μετά την αποχώρηση του Μπαλ αναδείχθηκε σε κεντρική φυσιογνωμία της διεθνούς διάδοσης του κινήματος.
Την ίδια περίπου περίοδο, στη Νέα Υόρκη, όπου είχαν καταφύγει επίσης πολλοί Ευρωπαίοι καλλιτέχνες, διαμορφωνόταν ένα παράλληλο αλλά ιδιόμορφο ντανταϊστικό περιβάλλον, στο οποίο κυριαρχούσαν μορφές όπως ο Μαρσέλ Ντυσάν, ο Μαν Ρέι και ο Πικαμπιά, χωρίς ωστόσο να διατυπωθεί ποτέ επίσημο μανιφέστο ούτε να αυτοπροσδιορίζονται οι ίδιοι ως ντανταϊστές, παρότι μέσα από εκδόσεις όπως το The Blind Man και το New York Dada προωθούσαν μια ριζοσπαστική αισθητική που κορυφώθηκε με τα περίφημα ready made του Ντυσάν, τα οποία μετέτρεπαν καθημερινά αντικείμενα σε έργα τέχνης, αμφισβητώντας ριζικά την έννοια της καλλιτεχνικής δημιουργίας.
Στο Βερολίνο, όπου το κίνημα οργανώθηκε από το 1917 και έπειτα με πιο έντονο πολιτικό χαρακτήρα, ο Ρίχαρντ Χύλζενμπεκ διαδραμάτισε καθοριστικό ρόλο, καθώς με ομιλίες και μανιφέστα επιτέθηκε όχι μόνο στην αστική κοινωνία αλλά και σε άλλα καλλιτεχνικά ρεύματα, ενώ καλλιτέχνες όπως ο Γκεόργκ Γκρος και ο Τζον Χάρτφηλντ ανέπτυξαν το φωτομοντάζ ως όπλο πολιτικής σάτιρας, οδηγώντας το κίνημα σε μια κορύφωση που εκφράστηκε με τη Διεθνή Γιορτή Νταντά του 1920, την ώρα που σε πόλεις όπως η Κολωνία και το Αννόβερο δραστηριοποιούνταν μορφές όπως ο Μαξ Ερνστ και ο Κουρτ Σβίττερς.
Στο Παρίσι, όπου ο Τζαρά είχε ήδη αναπτύξει σχέσεις με κύκλους γύρω από τον Γκυγιώμ Απολλιναίρ και όπου συμμετείχαν προσωπικότητες όπως ο Αντρέ Μπρετόν και ο Λουί Αραγκόν, το Νταντά συνάντησε το έδαφος πάνω στο οποίο θα γεννιόταν ο υπερρεαλισμός, αν και η ρήξη του 1922 μεταξύ Μπρετόν και Τζαρά σηματοδότησε τη σταδιακή εξάντληση της αρχικής ορμής του κινήματος.
Όσο για την ίδια τη λέξη «Dada», η προέλευσή της παραμένει αβέβαιη, καθώς άλλοι τη συνδέουν με τη ρουμανική κατάφαση που επαναλάμβαναν ο Τζαρά και ο Γιανκό, άλλοι με την τυχαία ανακάλυψη σε λεξικό, όπου στα γαλλικά σημαίνει ξύλινο παιδικό αλογάκι, ενώ ο ίδιος ο Τζαρά περιορίστηκε να πει ότι μια λέξη γεννήθηκε χωρίς να ξέρει κανείς πώς, γεγονός που ταιριάζει απόλυτα με το πνεύμα ενός κινήματος το οποίο αρνήθηκε να θεμελιωθεί σε οτιδήποτε σταθερό.
Στην Ελλάδα, όπου ο Ντανταϊσμός έγινε γνωστός με καθυστέρηση την εποχή της Μικρασιατικής Εκστρατείας και μάλιστα όταν ήδη είχε αρχίσει η φθορά του, η επιρροή του υπήρξε σχεδόν ανύπαρκτη, καθώς η ελληνική ποίηση και οι τέχνες γενικότερα ακολούθησαν διαφορετικές διαδρομές, αφήνοντας το Νταντά να λειτουργήσει περισσότερο ως ιστορική αναφορά παρά ως ζωντανό ρεύμα, παρότι η κληρονομιά του, μέσα από την αμφισβήτηση και την αποδόμηση που εισήγαγε, εξακολουθεί να διαπερνά τη σύγχρονη καλλιτεχνική σκέψη.
——————————————————————————————————————————–
Με πληροφορίες από: https://el.wikipedia.org/wiki/Ντανταϊσμος
————————————————————————————
Επιμέλεια: Lef.T






