20 Αυγούστου 2022

Νίκος Κούνδουρος: «Μαγική Πόλις»

Νίκος Κούνδουρος, «Μαγική Πόλις»
Η πρώτη κινηματογραφική ταινία του Κούνδουρου,
γυρίστηκε το 1954 και πρωτοπροβλήθηκε στις 18 Ιουλίου 1955

 

  • επιμέλεια κειμένου:
    Λευτέρης Τηλιγάδας

Νίκος Κούνδουρος (1926-2017)

Ο Νίκος Κούνδουρος γεννήθηκε στον Άγιο Νικόλαο της Κρήτης. Ο πατέρας του, Ιωσήφ Κούνδουρος, ήταν γνωστός δικηγόρος και πολιτικός. Σπούδασε ζωγραφική και γλυπτική στην Ανώτατη Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας και αποφοίτησε σε ηλικία 22 ετών. Λόγω πολιτικών πεποιθήσεων, πέρασε μεγάλο χρονικό διάστημα στην Μακρόνησο, από όπου έφυγε το 1952. Δύο χρόνια αργότερα, το 1954, ολοκλήρωσε την πρώτη του ταινία, Μαγική πόλη, η οποία παρουσιάστηκε στο Φεστιβάλ Βενετίας. Ακολουθεί Ο δράκος, το 1956, που συμμετείχε στο Φεστιβάλ Βενετίας και Οι παράνομοι, το 1958, που συμμετείχε στο Φεστιβάλ Βερολίνου. Το 1960 με Το ποτάμι κερδίζει τα βραβεία σκηνοθεσίας και μουσικής στην πρώτη εβδομάδα Ελληνικού κινηματογράφου στη Θεσσαλονίκη και το βραβείο σκηνοθεσίας στο Φεστιβάλ της Βοστώνης. Το 1978, η ταινία 1922, απέσπασε τα βραβεία καλύτερης ταινίας, σκηνοθεσίας, φωτογραφίας, α’ γυναικείου ρόλου, β’ ανδρικού ρόλου και σκηνικών και κοστουμιών στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης καθώς και τα βραβεία καλύτερης ταινίας και σκηνοθεσίας στο Φεστιβάλ του Καίηπ Τάουν το 1982. Το 1985, το Μπορντέλλο, προβλήθηκε εκτός συναγωνισμού στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης. Άλλες ταινίες του: Μικρές ΑφροδίτεςVortex ατό πρόσωπο της Μέδουσας, Τα τραγούδια της φωτιάς, Μπάιρον, μπαλάντα για έναν δαίμονα, Οι φωτογράφοι, Ιφιγένεια εν Ταύροις, Αντιγόνη.

Μαγική Πόλις

 

Η Απόφαση
Ο Μάνος Χατζιδάκις ήταν ένα χρόνο πιο μεγάλος από εμένα. Μια μέρα του λέω: «θέλω να κάνω και εγώ ταινία».
«Να κάνεις» μου λέει, και βάζουμε μπροστά το μηχανισμό. Αρχίσαμε να χτίζουμε με ενθουσιασμό αυτό που θα ήτανε αργότερα η ζωή μου. Αυτός είχε φίλους. Εγώ είχα αυτόν. Βρέθηκαν συνεργάτες, βρέθηκαν τα λίγα χρήματα, στήθηκε σιγά – σιγά εκείνο το μαγικό κουτί από ρολά ζελατίνας, από σενάριο, από ηθοποιούς, από τεχνικούς, από ενθουσιασμό. Όλοι όμορφοι, όλοι νέοι και ο Μάνος χαμογελούσε τρυφερά. Και το έργο τέλειωσε και όλοι τα χάσανε και εμείς πρώτοι. Την ταινία την είπαμε «Μαγική Πόλη».

Η Υπόθεση
Ο νεαρός φορτηγατζής Κοσμάς (Γιώργος Φούντας) παλεύει να τα φέρει βόλτα και να ξεχρεώσει το αμάξι του, μια και η θεία του δεν δέχεται να υποθηκεύσει το σπίτι της για χάρη του. Ένας άνθρωπος του υποκόσμου (Στέφανος Στρατηγός) του προτείνει μια μεταφορά κι εκείνος δέχεται. Θα μπλέξει, όμως, στα γρανάζια του υποκόσμου και θα κοντέψει να χάσει το φορτηγό του. Με τη βοήθεια των γειτόνων του θα βγει αλώβητος από αυτή την περιπέτεια και θα κερδίσει την καρδιά της αγαπημένης του (Μαργαρίτα Παπαγεωργίου).

Τίτλος κινηματογραφικής ταινίας: Μαγική πόλις
Έτος: 1954 | Διάρκεια: 80′
Σκηνοθεσία: Νίκος Κούνδουρος | Σενάριο: Μαργαρίτα Λυμπεράκη
Φωτογραφία: Κώστας Θεοδωρίδης
Σκηνικά: Πάνος Παπαδόπουλος, Νίκος Νικολαϊδης
Μουσική σύνθεση: Μάνος Χατζιδάκις
Παραγωγός: Νίκος Κούνδουρος, Δέσποινα Σκαλοθέου
Εταιρία παραγωγής: Αθηναϊκή Κινηματογραφική Εταιρία
Ηθοποιοί: Γιώργος Φούντας (Κοσμάς Μπέτσος) , Μαργαρίτα Παπαγεωργίου (Μαρία) , Στέφανος Στρατηγός , Θανάσης Βέγγος (Θανάσης) , Εύα Μπρίκα , Χάρης Γρηγορίου , Ανδρέας Ντούζος , Ευτυχία Παυλογιάννη , Τάσος Κατραπάς , Φάνης Καμπάνης , Νατάσα Καλπίδου, Μάνος Κατράκης (παρατηρητής-αφηγητής) , Μίμης Φωτόπουλος , Ανέστης Βλάχος , Νίκος Τσαχιρίδης , Ζωή Μάγγου (τραγούδι) , Έφη Λίντα (χορεύτρια) , Μιρέλλα Κουτσοκώστα (χορεύτρια) , Ziglinde Mayet (χορεύτρια)
Η ταινία προβλήθηκε τη σαιζόν 1954-1955 και έκοψε 67.770 εισιτήρια. Ήρθε στην 4η θέση σε 14 ταινίες.

Σε πρώτο πρόσωπο

 

Η γέννησή μου είναι λίγο τρελή, γιατί η μάνα μου είχε δύσκολη γέννα και ο πατέρας μου την έφερε από τον Άγιο Νικόλαο της Κρήτης στην Αθήνα για να γεννήσει σε ένα νοσοκομείο πολυτελείας. Εκεί γεννήθηκα, μέσα στον κόσμο των Ανακτόρων, αλλά ο πατέρας μου, Κρητικός μέσ’ από την ψυχή του ολόκληρη, δεν το δέχτηκε αυτό! Με πήρε τυλιγμένο σε μια πάνα και με έφερε πίσω στον Άγιο Νικόλαο, όπου και ενεγράφην στο Μητρώο Αρρένων του Ιανουαρίου του 1927. Ενώ, δηλαδή, έχω γεννηθεί στις 15 Δεκεμβρίου του 1926, οι ημερομηνίες γέννησής μου είναι δύο: μία βιολογική και μία γραφειοκρατική.

Ο πατέρας μου ήταν δικηγόρος και πολιτικός του Βενιζέλου. Έγινε υπουργός Δικαιοσύνης και μπλέχτηκε για τα καλά με την πολιτική, πράγμα που δεν άρεσε σε όλους. Στους Κρητικούς, όμως, άρεσε, αφού έχουν την ιδιαιτερότητα να θέλουν παντού δικούς τους ανθρώπους. Ο Ιωσήφ Κούνδουρος, λοιπόν, έγινε επί σειρά ετών ο άνθρωπός τους, περνώντας απ’ όλα τα αξιώματα της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας. Μετά την ήττα του Βενιζέλου, ο πατέρας μου εξορίστηκε και βρέθηκε στην Αφρική, στο Καμερούν, εκδίδοντας μάλιστα μια ελληνόφωνη εφημερίδα. Γύρισε πίσω και πέθανε το ’42 στην Αθήνα. Εγώ τότε ήμουν 16 ετών και θυμάμαι απολύτως τον θάνατό του ως κάτι συνταρακτικό. Ήμασταν και τρία αδέρφια: ο Ρούσσος πρώτος, που έγινε ντοκιμαντερίστας, εγώ μετά και τελευταίος ο Γιώργος, ένας τύπος μπον-βιβέρ. Η μητέρα μας ήταν επίσης κόρη εισαγγελέα, του Γιαμαλάκη, βαρύγδουπο όνομα για την Κρήτη την εποχή εκείνη! Έτσι, βρέθηκα να μεγαλώνω, κατά κάποιον τρόπο, σαν αρχοντόπουλο.

Είχαμε μερίδιο σε ένα μεγάλο πυρηνελαιουργείο, το οποίο μας μεγάλωσε, μας σπούδασε. Ήταν η πηγή της οικονομικής μας ευμάρειας. Κατάλαβα κάπως περίεργα ότι η Τέχνη ήταν ο προορισμός μου. Ο πατέρας μου είχε μια αδυναμία στις βυζαντινές εικόνες. Εμένα μου άρεσε να τις «διορθώνω» κι έτσι βρέθηκα ανακατεμένος με χρώματα, με πινέλα, με όλον αυτό τον μαγικό κόσμο της ζωγραφικής που μου αποκαλυπτόταν. Ήρθε η στιγμή ν’ αποφασίσω με τι θα ασχοληθώ. Ο Ρούσσος ήθελε να γίνει γιατρός, ο Γιώργος –σας είπα– ήταν μπον-βιβέρ και τον απασχολούσαν τα κορίτσια και τα καφενεία περισσότερο, οπότε εγώ μπήκα στην Καλών Τεχνών. Σπούδασα με σεβασμό γλυπτική και ζωγραφική για τέσσερα χρόνια. Στη γλυπτική είχα καθηγητή τον Τόμπρο, έναν εξαίρετο καλλιτέχνη και άνθρωπο. Εκεί, Καλών Τεχνών και Αρχιτεκτονική συστεγάζονταν και σιγά-σιγά μπήκε η ιδέα στον νου μου να γίνω αρχιτέκτονας. Έδωσα εξετάσεις, αλλά τον πρώτο χρόνο με συνέλαβε η αστυνομία και με έστειλαν στο Μακρονήσι. Θυμάμαι με συγκίνηση ένα άλλο περιστατικό. Ήμουν χτυπημένος για τα πολιτικά, πάλι στο νοσοκομείο. Ήρθε να με δει ο Χατζιδάκις. Πήγα να του μιλήσω ξεψυχισμένα κι έπαθα αιμόπτυση. Κι εκείνος, νομίζοντας ότι θα πεθάνω, έσκυψε και με φίλησε στο στόμα!

Παρόλο που θα λέγαμε ότι η καριέρα μου ως αρχιτέκτονα διακόπηκε, αυτό δεν συνέβη. Στην εξορία μου «έχτιζα» χώρους για τους αξιωματικούς, χώρους για το εκκλησίασμα, χώρους για τους δυστυχισμένους, χώρους για τους θεατρίνους! Έφτιαξα το πρώτο θέατρο της Μακρονήσου από πέτρες, τούβλα και χώμα. Χωρίς να το πολυθέλω, γλίστρησα στη σκηνοθεσία θεάτρου.

Στη Μακρόνησο γνώρισα πάρα πολύ κόσμο. Ανήκα σε μια επίλεκτη ομάδα διανοούμενων αντιφρονούντων. Μεταξύ αυτών και ο Άρης Αλεξάνδρου, ο ποιητής. Επειδή πηγαινοερχόμουν στην Αθήνα για να πάρω τούβλα, κεραμίδια και υλικά, μου λέει μια μέρα ο Αλεξάνδρου: «Ψάξε, σε παρακαλώ, να βρεις τη μάνα μου και να της πας αυτό το γράμμα». Αυτός ήταν ο πυρήνας της κινηματογραφικής μου σταδιοδρομίας, γιατί, ψάχνοντας τη μαμά του Αλεξάνδρου, βρέθηκα στο Δουργούτι, σε έναν πραγματικά άθλιο συνοικισμό προσφύγων από παράγκες με τενεκέδες για σκεπή. Τους αγάπησα και με αγάπησαν κι όταν ξεκαθάρισαν μέσα μου τα πράγματα, είπα: «Θα κάνω μια ταινία για να καταγράψω αυτό τον κόσμο της απόλυτης φτώχειας». Μου ήταν εντελώς άγνωστος ο κόσμος αυτός.

Σινεμά δεν είχα σπουδάσει, δεν είχα καν ιδέα πού μπαίνει η μηχανή λήψης. Με συντρόφια από το Μακρονήσι έγινε η πρώτη μου ταινία, η Μαγική Πόλη, που σίγουρα ήξεραν από κινηματογράφο παραπάνω από μένα. Κοντά τους έμαθα κι εγώ το σινεμά.

Να σας πω και μια αστεία ιστορία: η Λυμπεράκη, που είχε γράψει το σενάριο, είχε μητέρα που ήταν ακόλουθος της Φρειδερίκης, της βασίλισσας. «Έχει λεφτά η μάνα μου», μας λέει, οπότε βάζουμε με τον Χατζιδάκι τα καλά μας για να συναντήσουμε τη μάνα της στου Ζόναρς και να την πείσουμε να χρηματοδοτήσει την ταινία! Φτάνουμε, μάλλον με συμπάθησε, αφού κι εγώ ήμουν αστός και όχι λαϊκό παιδί. Κάποια στιγμή σταματά μπροστά στου Ζόναρς ένα ταξί και πετάγεται από μέσα ένα θηρίο! «Ρε Κούνδουρε», φωνάζει!  Εγώ τα χάνω και σηκώνομαι προς το μέρος του. «Ρε, δεν με θυμάσαι;», συνεχίζει αυτός. «Ρε, εγώ είμαι που γάμησα τον πιτσιρικά στη Μακρόνησο κι εσύ με γλίτωσες από το σύρμα»!
Τα ‘χασα, ο κόσμος όλος είχε γυρίσει να δει ποιος γάμησε τον πιτσιρικά. «Πάει η ταινία, πάει η χρηματοδότηση, πάνε τα όνειρα, πάνε όλα», είπα μέσα μου. Επιστρέφω στο τραπέζι, όπου η ακόλουθος της βασίλισσας γυρνάει και με ρωτάει: «Τι θα πει “εγάμησα”;».
Μάλιστα! Η κυρία αυτή δεν ήξερε τι θα πει «γάμησα» και η ταινία έγινε κανονικά! Με έχουν πει νεορεαλιστή σκηνοθέτη, αλλά εγώ πάλι δεν είχα ιδέα από νεορεαλισμό. Το ίδιο κι αργότερα, με το Vortex, που με είπαν «νουβέλ βαγκ». Ίσως να μην ήξερα τον προορισμό μου και να δρούσα καλλιτεχνικά από ένστικτο και βαθιά θέληση”

Ακούγεται κοινοτοπία να λες «ο άνθρωπος της ζωής μου ήταν ο τάδε», αλλά για μένα, ναι, ο άνθρωπος της ζωής μου ήταν ο Μάνος Χατζιδάκις. Η μάνα του ήταν φίλη με τη μάνα μου, πίνανε τα καφεδάκια τους. Μια μέρα, λέει η κυρία Αλίκη: «Να σου γνωρίσω τον γιο μου». Κι έτσι γνώρισα τον Μάνο. Άκου τώρα ιστορία: ήμουν απ’ τους ανθρώπους που κράταγαν το φέρετρο του Χατζιδάκι. Το διανοείσαι; Είναι πολύ σκληρό, έπειτα από μια κοινή πορεία τόσων χρόνων…
Ο Χατζιδάκις ήταν ομοφυλόφιλος, αλλά δεν το έδειχνε εκείνα τα χρόνια, έχει σημασία αυτό. Εγώ δεν είχα καταλάβει τίποτα και από κουτσομπολιά μόνο μάθαινα ότι ήταν αυτό που ήταν. Έκανα πως δεν ήξερα μέχρι το τέλος της ζωής του. Ήταν και ήμουν διακριτικός. Τον προστάτευα, όμως, στον δρόμο, όταν περπατούσαμε και δεχόταν πειράγματα ρατσιστικά του στυλ «ψιτ, εσύ καλέ» και τέτοια. Ο Χατζιδάκις δεν συμπαθούσε καθόλου το μπουζούκι. «Θες να σε πάω κάπου, Μάνο, να δεις έναν άλλο κόσμο;», τον ρωτάω ένα βράδυ. Και τον πήγα σε μια τρύπα στην Ομόνοια, εκεί όπου έπαιζε ο Μάρκος Βαμβακάρης και γνωρίστηκαν. Θυμάμαι, μάλιστα, ότι και ο Βαμβακάρης, σαν είδε τους μάγκες έτοιμους να πειράξουν τον ευαίσθητο Χατζιδάκι, τράβηξε μια καρέκλα, τον φώναξε κοντά του και του είπε: «Εσύ εδώ θα κάθεσαι, νεαρέ, δίπλα μου!». Μετά την εμπειρία αυτή, ο επίσης αστός Χατζιδάκις γνώρισε τον κόσμο του ρεμπέτικου και συνέθεσε την περίφημη ομιλία του στο Θέατρο Τέχνης.

Πέραν των προηγούμενων, ο Χατζιδάκις ήταν ο μουσικός μου. Έγραψε μουσική για την «ασπρόμαυρη» περίοδό μου, στη Μαγική Πόλη, στον Δράκο, στους Παράνομους και στο Ποτάμι. Δεν θα μπορούσα να σκεφτώ άλλον συνθέτη για συνεργάτη μου. Εγώ, δε, ήμουνα μούργος, καμία σχέση με τη μουσική. Κάποτε που μπήκα στο Αμερικανικό Προξενείο, πήρε το μάτι μου μια κούτα με δίσκους βινυλίων. Τους έκλεψα διακριτικά έναν-έναν και τους χάρισα στον Χατζιδάκι. Μιλάμε για τη σύγχρονη μουσική του καιρού εκείνου, που δεν είχαμε ιδέα εμείς εδώ. Τι να ξέραμε από Κόπλαντ και Σοστακόβιτς;

[…] το 1963, όταν έκανα τις Μικρές Αφροδίτες, μου λέει ένας φίλος μου, ο Παγιατάκης: «Δεν στέλνεις καμιά ταινία στο Φεστιβάλ Βερολίνου; Δίνουν σημασία στη χώρα καταγωγής της κάθε ταινίας». Ποιον να πήγαινα να ανταγωνιστώ εγώ τώρα και με τι; Κι όμως! Οι Μικρές Αφροδίτες πήγαν στο Βερολίνο και βραβεύτηκαν, τα δε δικαιώματά τους, μερικά χρόνια μετά, τα πήρε ένας δαιμόνιος Γιαπωνέζος, ο οποίος έβγαλε διανομή την ταινία σε μεταμεσονύκτιες προβολές σε αντεργκράουντ νεοϋορκέζικες αίθουσες. Έτσι, η ταινία λατρεύτηκε από το κίνημα των χίπις, αφού τους εξέφραζε με όλη αυτή την «επιστροφή στη φύση» που πρέσβευε.

 

 

«Ο ελληνικός κινηματογράφος άνθησε, μεγαλύνθηκε και γνώρισε δόξες μοναδικές μέσα σε ένα κλίμα ηθογραφίας διανθισμένης κατά περίπτωση με μια λαϊκή θυμοσοφία, λαϊκό χιούμορ και λαϊκό μελόδραμα, στοιχεία που όρισαν και τη θεματολογία του και το ύφος του. Δεν θέλω να κρύψω κάποια περιφρόνησή μου για ένα είδος ελληνικού κινηματογράφου, που μέσα σε μια αλυσίδα παρεξηγήσεων συντηρεί ένα προβληματικό μικρόκοσμο. Συνωστιζόμενοι γύρω από την κολυμβήθρα του Σιλωάμ που λέγεται Ελληνικό Κέντρο Κινηματογράφου, προσκυνητές και ικέτες, οι παλιοί και οι νέοι σκηνοθέτες προσμένουν την έλευση του αρχάγγελου. Ένα κλίμα ανθυγιεινό διαπερνά τον χώρο και μόλις τα τελευταία δύο χρόνια άρχισε να πνέει ένας αέρας ανανέωσης. Οι Έλληνες σκηνοθέτες είμαστε σε διαρκή συναλλαγή με πράγματα που ίσως δεν μας αρέσουν, αλλά αυτά είναι. Είναι τα δικά μας. Είναι σαν τη μυρουδιά μας. Θέλουμε δεν θέλουμε την κουβαλάμε. Αυτή είναι λοιπόν η μυρουδιά μας. ζούμε σ’ αυτό το χώρο, έχουμε αυτόν τον πολιτισμό, έχουμε αυτές τις αποφάσεις κι αυτό το ταμείο, τόσα είναι πάνω κάτω, παραπάνω δεν είναι… και μετέχουμε σ’ αυτό το παιγνίδι… Εμείς. Αυτοί είμαστε. Άλλοτε περήφανοι, άλλοτε μίζεροι ή όμορφοι, αυτοί είμαστε. Γι’ αυτό δεν υπάρχουν “εμείς” κι “αυτοί” στο χώρο μας. Δεν συμπλέω μ’ ένα είδος συρρίκνωσης των σπουδαίων πραγμάτων. Στο όραμα για κοινωνίες πιο σπουδαίες, για ιστορία πιο σημαντική, για κινηματογράφο πιο εξαιρετικό, μόνο ένας, ο Θόδωρος Αγγελόπουλος κουβαλάει το φλάμπουρο… Εμείς οι άλλοι πού είμαστε;»

 

 

Πρώτη δημοσίευση: Το κείμενο της ανάρτησης είναι ένα σημαντικό μέρος μιας συνέντευξης που δημποσιεύτηκε στην έντυπη έκδοση της LIFO τον Μάιο του 2016, εκτός από την τελαυταία παράγραφο που ανακτήθηκε από την www.pancreta.gr.

AgrinioStories | Πηγή