...
| Μάρλεν Ντίτριχ |

Συγκρούστηκε με τον αιώνα της
«ψυχή τε και σώματι»
| Αψήφησε τον ναζισμό, διέλυσε τα έμφυλα στερεότυπα
και μετέτρεψε τη ζωή της σε πολιτική και αισθητική εξέγερση|
Η Μέρλυν Ντίτριχ υπήρξε μια πολιτική και πολιτισμική πρόκληση. Ήταν μια γυναίκα που αρνήθηκε να χωρέσει στα καλούπια του Χόλιγουντ, της πατριαρχίας, του εθνικισμού και της σεξουαλικής υποκρισίας. Πριν ακόμη διατυπωθούν οι σύγχρονες θεωρίες περί φύλου και ταυτότητας, πριν η δημόσια αμφισβήτηση της «κανονικότητας» γίνει μέρος της μαζικής κουλτούρας, η Ντίτριχ συγκρούστηκε με τις βεβαιότητες του 20ού αιώνα με όλο της το είναι και κυρίως με τη δημόσια εικόνα της.
Γεννημένη ως Μαρία Μαγδαληνή Ντίτριχ στις 27 Δεκέμβρη 1901 στο Σένεμπεργκ του Βερολίνου, μεγάλωσε σε μια εύπορη πρωσική οικογένεια με αυστηρές στρατιωτικές καταβολές. Ο πατέρας της ήταν αξιωματικός του πρωσικού στρατού και η μητέρα της κόρη κοσμηματοπώλη. Όμως η ίδια έμοιαζε από νωρίς να μη χωράει μέσα σε αυτό το πειθαρχημένο περιβάλλον. Η παιδεία που πήρε ήταν υψηλού επιπέδου, μιλούσε αγγλικά και γαλλικά ήδη από παιδί και αρχικά προοριζόταν για καριέρα στη μουσική ως βιολίστρια. Η τενοντίτιδα όμως που την ανάγκασε να σταματήσει το βιολί, μπορεί για την ίδια να ήταν μια συνειδητή ανταρσία απέναντι σε μια ζωή προδιαγεγραμμένη από άλλους.
Το 1921 γράφτηκε στη δραματική σχολή του μεγάλου σκηνοθέτη Μαξ Ράινχαρτ και σύντομα βρέθηκε στον κόσμο του γερμανικού θεάτρου και κινηματογράφου. Εκεί γνώρισε τον Ρούντολφ Ζίμπερ, τον άνθρωπο που τη βοήθησε να μπει στον κινηματογράφο και με τον οποίο απέκτησε μια κόρη. Η σχέση τους όμως δεν προχώρησε, γιατί η Ντίτριχ δεν ήταν η γυναίκα που θα δεχόταν τον ρόλο της ήσυχης συζύγου, αφού από νωρίς είχε δώσει δείγματα γραφής μιας προσωπικότητα που δεν ανεχόταν περιορισμούς.
Η έκρηξη της φήμης της ήρθε το 1930 με τον «Γαλάζιο Άγγελο» του Γιόζεφ φον Στέρνμπεργκ, βασισμένο στο έργο του Χάινριχ Μαν. Η Λόλα Λόλα, η αισθησιακή τραγουδίστρια καμπαρέ που διαλύει τη ζωή ενός συντηρητικού καθηγητή, υπήρξε η συμβολική καταστροφή της αστικής ηθικής. Η Ντίτριχ δεν έπαιζε στην ταινία απλά και μόνο τη «μοιραία γυναίκα», ντύθηκε τον φόβο μιας κοινωνίας απέναντι σε μια γυναίκα που δεν υπάκουε. Το βλέμμα της, η βαθιά φωνή της, η ψυχρή αυτοπεποίθησή της, δημιουργούσαν μια φιγούρα που δεν ζητούσε έγκριση από κανέναν άνδρα.
Το Χόλιγουντ την αγκάλιασε αμέσως. Ταινίες όπως το «Μαρόκο», το «Σανγκάη Εξπρές» και «Ξανθή Αφροδίτη» την καθιέρωσαν ως μυθικό πρόσωπο της μεγάλης οθόνης. Όμως η Ντίτριχ δεν αρκέστηκε ποτέ στη θέση της «θεάς» που κατασκευάζει η βιομηχανία του θεάματος. Χρησιμοποίησε τη δημοσιότητά της σαν πολιτικό εργαλείο. Και εκεί ακριβώς διαφοροποιείται από πολλές άλλες σταρ της εποχής της. Όταν ο ναζισμός άρχισε να καταλαμβάνει τη Γερμανία, ο Γκέπμπελς προσπάθησε να τη φέρει πίσω. Το καθεστώς καταλάβαινε τη δύναμη της εικόνας της. Ήθελε να τη μετατρέψει σε λαμπερό πρόσωπο της ναζιστικής κουλτούρας. Εκείνη αρνήθηκε. Όχι διακριτικά, αλλά απόλυτα. Επέλεξε να εγκαταλείψει τη Γερμανία, να αποκτήσει αμερικανική υπηκοότητα και να σταθεί ανοιχτά απέναντι στον φασισμό. Σε μια εποχή όπου πολλοί καλλιτέχνες συμβιβάζονταν, σιωπούσαν ή συνεργάζονταν, η Ντίτριχ πήρε θέση. Και η θέση αυτή είχε κόστος.
Κατά τη διάρκεια του πολέμου τραγουδούσε για τους στρατιώτες στην πρώτη γραμμή, συχνά υπό εξαιρετικά επικίνδυνες συνθήκες. Δεν έπαιζε τον ρόλο της «πατριωτικής σταρ» από ασφαλή απόσταση. Βρέθηκε δίπλα στους στρατιώτες κατά την προέλαση προς τη Γερμανία και κινδύνεψε πραγματικά στη διάρκεια της επίθεσης των Αρδενών. Η περιφρόνησή της για τον Χίτλερ ήταν δημόσια και απροκάλυπτη. Τον αποκάλεσε «ηλίθιο» σε εποχές που ακόμη και αυτό μπορούσε να θεωρηθεί επικίνδυνο. Η στάση της όμως δημιούργησε ένα τραύμα στη σχέση της με τη Γερμανία. Για πολλούς Γερμανούς της μεταπολεμικής περιόδου υπήρξε «προδότρια». Το γεγονός ότι πολέμησε στο πλευρό των Αμερικανών εναντίον της χώρας καταγωγής της δεν συγχωρήθηκε εύκολα. Όταν επέστρεψε στο Βερολίνο το 1960, βρέθηκε αντιμέτωπη όχι μόνο με θαυμαστές αλλά και με διαδηλωτές που κρατούσαν πανό «Μάρλεν πήγαινε σπίτι». Είναι από τις μεγάλες ιστορικές ειρωνείες το γεγονός ότι μια γυναίκα που πολέμησε τον ναζισμό αντιμετωπίστηκε με μίσος από ένα κομμάτι μιας κοινωνίας που δυσκολευόταν ακόμη να κοιτάξει τον εαυτό της στον καθρέφτη.
Παράλληλα, η Ντίτριχ υπονόμευσε και τα έμφυλα στερεότυπα της εποχής της με τρόπο σχεδόν επαναστατικό. Το ανδρόγυνο στιλ της, τα ανδρικά κοστούμια, τα παντελόνια και οι εμφανίσεις της με σμόκιν προκάλεσαν σκάνδαλα στις δεκαετίες του ’30 και του ’40. Σήμερα αυτά μοιάζουν αυτονόητα. Τότε όμως αποτελούσαν ευθεία επίθεση απέναντι στην κοινωνική πειθαρχία του φύλου. Η Ντίτριχ δεν ζητούσε άδεια για να εμφανιστεί «σαν άνδρας». Ούτε προσπαθούσε να γίνει αποδεκτή. Επέβαλλε την εικόνα της. Το ίδιο ανοιχτά αντιμετώπιζε και τη σεξουαλικότητά της. Οι σχέσεις της με άνδρες και γυναίκες δεν ήταν απλώς κουτσομπολιό των περιοδικών. Ήταν μια έμπρακτη άρνηση της ετεροκανονικότητας σε εποχές ακραίας κοινωνικής καταπίεσης. Οι φήμες και οι μαρτυρίες που τη συνέδεαν με πρόσωπα όπως η Γκάρμπο, η Πιάφ, ο Σινάτρα και ο Τζών Κέννεντυ συνέβαλαν στον μύθο της, αλλά κυρίως αποκάλυπταν μια γυναίκα που αντιμετώπιζε τον έρωτα χωρίς ιδιοκτησιακή λογική και χωρίς ηθικολογίες.
Μέχρι τα βαθιά της γεράματα συνέχισε να εμφανίζεται στη σκηνή, σχεδόν σαν να αρνιόταν να επιτρέψει στον χρόνο να την εξαφανίσει. Η τελευταία κινηματογραφική της εμφάνιση δίπλα στον Μπόουι στην ταινία Just a Gigolo είχε κάτι συμβολικό. Ο Μπόουι, ένας ακόμη καλλιτέχνης που αμφισβήτησε τα όρια φύλου και ταυτότητας, συναντούσε τη γυναίκα που είχε ανοίξει τον δρόμο δεκαετίες πριν.
Η Ντίτριχ πέθανε στο Παρίσι στις 6 Μάη 1992, απομονωμένη και καταβεβλημένη. Επισήμως από καρδιακή και νεφρική ανεπάρκεια, αν και η φήμη περί αυτοκτονίας δεν έσβησε ποτέ. Ίσως γιατί ταίριαζε στον μύθο μιας γυναίκας που ήθελε πάντοτε να έχει η ίδια τον έλεγχο της ζωής και του τέλους της. Σήμερα η μορφή της παραμένει επικίνδυνα σύγχρονη. Όχι επειδή ήταν «σκανδαλώδης», αλλά επειδή αρνήθηκε να υπηρετήσει τις κανονικότητες του αιώνα της. Η Μάρλεν Ντίτριχ απέδειξε ότι η τέχνη μπορεί να είναι ταυτόχρονα αισθητική, πολιτική και προσωπική εξέγερση και που γι’ αυτό συνεχίζει να ενοχλεί ακόμη και σήμερα.
——–————————————————
Επιμέλεια: Lef.T







