2 Ιουλίου 2022

«Μαρία», το αφορισμένο διήγημα του Χωμενίδη

«Μπουκάρω στα μαγειρεία. Βρίσκω τη Μαρία.
Ξυπόλητη, σκυμμένη εμπρός στη σκάφη. Ζύμωνε. “Τι σημαίνει “σακίν”;»

Η εντολή ήταν αυστηρή. Μας την έδωσαν στην πατρίδα, όταν πήραμε τη μετάθεση. Μας την επανέλαβε ο διοικητής των δυνάμεών μας μόλις φτάσαμε σε αυτή την πνιγηρή από τη ζέστη και τη σκόνη χώρα. «Δεν θα γαμπρίζετε με ντόπιες! Στην καλύτερη θα σας κολλήσουν αρρώστιες. Στη χειρότερη θα σας υποκλέψουν στρατιωτικά μυστικά και θα σας εκτελέσουμε για εσχάτη προδοσία, αν δεν σας σφάξουν εκείνες γυμνούς στο κρεβάτι. Εχιδνες είναι! Μας μισούν! Ηλίθιοι, ε ηλίθιοι!». Μαλάκωσε έπειτα ο στρατηγός, σκούπισε με ένα καρό μαντήλι το ιδρωμένο πρόσωπό του, σχεδόν χαμογέλασε. «Για τη δουλειά σας περιμένουν τα δικά μας κορίτσια. Πεντακάθαρα και τριπλοτσεκαρισμένα. Προοοο-σχή! Ανάπαυση!».

Πράγματι. Εχουν στήσει κανονικό μπουρδέλο για να εξυπηρετεί τις δυνάμεις κατοχής. Στο διπλανό από το στρατόπεδο χωριό. Σπίτι δίπατο, επιταγμένο. Το ισόγειο για τους φαντάρους, ο όροφος για τους αξιωματικούς. Πήγα δυο τρεις φορές – από πλήξη περισσότερο – πώς να ξοδέψεις τον καιρό σου στις άδειες; – κάλλιο να σε χαϊδεύουν για ένα τάληρο παρά να γίνεσαι κουνουπίδι στις ταβέρνες με αυτόν τον νέφτη που τον αποκαλούν ρακή. Αφ’ης κατατάσσεσαι, οφείλεις να το πάρεις απόφαση. Οσο καιρό υπηρετείς, τουλάχιστον μακριά από την πατρίδα, με πόρνες θα ξεδίνεις.

Πόρνη ωστόσο από πόρνη διαφέρει. Στο προηγούμενό μου πόστο, στο Μαυρόδασος – τον Μέλανα Δρυμό όπως τον λένε επίσημα – ήταν κάτι ξανθά ξωτικά που σε διπλάρωναν εν μέση οδώ, σε παράσερναν σε καλύβες και σε αχυρώνες, «κάνε με ό,τι θες» σου ψιθύριζαν «και δώσ’μου ό,τι σου περισσεύει». Εδώ, στην Παλαιστίνη, οι γυναίκες είναι μαυριδερές, σγουρές… Αρχαίες. Σαν βάζα που ραγίζουν με τα χρόνια, που περιέχουν λάδι, μέλι και κρασί, το στόμιό τους όμως σου γδέρνει τα χείλια, η γεύση τους κάπως χωμάτινη, στυφή… Δεν ξέρω άλλον Ρωμαίο που να ερωτεύτηκε εδώ κάτω. Αλλον εξόν από εμένα.

Μετά τον πρώτο μήνα, σπανίως ξεμύτιζα από το στρατόπεδο. Η ειδικότητά μου το επέτρεπε. Ούτε περιπολίες. Ούτε μπούκες σε γιάφκες. Ούτε να ανοίγω δρόμους, να σηκώνω γεφύρια – «το γιαπί, το πηλοφόρι, το μυστρί» έχει καταντήσει ο στρατός μας,  μπας και μας συμπαθήσουν οι ντόπιοι, μήπως και αλλάξουν γνώμη για την κατοχή μας.

Ανακριτής είμαι. Μου φέρνουν πυξ-λαξ όποιον τσακώνουν. Εξιχνιάζω έκνομες ενέργειες. Εξαρθρώνω – προσπαθώ τουλάχιστον – τρομοκρατικές ομάδες. Καθόλου εύκολη δουλειά. Οι συλληφθέντες διαιρούνται σε δύο κατηγορίες. Σε εκείνους που έχουν το στόμα τους ραμμένο και όσο κι αν τους δείρεις κι αν τους βασανίσεις, χαραμάδα δεν ανοίγει – προτιμούν να πεθάνουν στον σταυρό παρά να προδώσουν. Και στους ελαφροΐσκιωτους, τους νεραϊδοκρουσμένους, οι οποίοι παραληρούν προφητείες, ψαλμούς απ’ τις γραφές τους, σου κουνάνε το δάχτυλο, σε καρφώνουν με βλέμμα τρελού. Αντε να βγάλεις άκρη, να ξεχωρίσεις την αλήθεια από το ψέμα.

Ακόμα περισσότερο δυσκολευόμουν όσο είχα ανάγκη διερμηνέα. Διαθέτω χάρισμα στις γλώσσες – αποτελεί το μεγάλο μου ατού -, μου πήρε εντούτοις κάμποσο καιρό να αποκρυπτογραφήσω όλα εκείνα τα «χα» και τα «χου» και τα «χε» τους, τις λέξεις τους που ηχούν σαν βελάσματα ή σαν μουγκανητά. Να μη σκαμπάζεις ό,τι ακούς; Χειρότερο κι από το να ‘σαι τυφλός. Μπορούν να σε κοροϊδεύουν κατάμουτρα. Και οι διερμηνείς μας, δεν πα να παριστάνουν τους αφοσιωμένους, θα παίζουν πάντα τα δικά τους παιχνιδάκια.

Βγαίνω ένα απόγευμα από το γραφείο μου έξαλλος. Το γραφείο μου ήταν στο κεντρικό κτίριο, όπου και η τραπεζαρία και το αναπαυτήριο των αξιωματικών (αράζαμε και ψυχαγωγούμασταν δήθεν, χαρτοκλέβοντας ο ένας τον άλλον) και τα μαγειρεία. Εψαχνα κάποιον ντόπιο, άσχετο, να μου μεταφράσει. Μπουκάρω στα μαγειρεία. Βρίσκω τη Μαρία. Ξυπόλητη, σκυμμένη εμπρός στη σκάφη. Ζύμωνε. «Τι σημαίνει «σακίν»;» τη ρωτάω με ύφος μάλλον απεγνωσμένο παρά απειλητικό.

Δίστασε. Αγνοούσε τη λέξη στα λατινικά. Ανοιξε ένα συρτάρι και έβγαλε ένα μαχαίρι μεγάλο, για να κόβεις κρέας. «Σακίν» μού το ‘δειξε. Μαχαίρια άρα είχε για φορτίο το καΐκι που το ‘χε βούλιαξε ο ίδιος του ο καπετάνιος όταν περικυκλώθηκε από ρωμαϊκές λέμβους στη θάλασσα της Γαλιλαίας! Μαχαίρια και όχι φασολάκια, όπως διατεινόταν ο διερμηνέας μου για να τον γλιτώσει. Τους έστειλα γραμμή στον δήμιο και τους δύο. Να τους τσακίσει εν πρώτοις τα κόκκαλα. Κι αν δεν ομολογούσαν ούτε τότε, να τους αδειάσει τα σπλάχνα απ ‘το σώμα.

Δεν ήταν πόρνη η Μαρία. Το ακριβώς αντίθετο. Παρθένα ήταν. Ερχόταν κάθε χάραμα με τον αρραβωνιαστικό της, έναν κοτσονάτο γερομάστορα που έκανε τα μερεμέτια του στρατοπέδου ενώ εκείνη βοηθούσε στην κουζίνα. Προστάτη της τον είχε μάλλον, κηδεμόνα της, παρά μελλοντικό της σύζυγο. Μικρό κορίτσι, δεκατέσσερα στα δεκαπέντε. Και αλλιώτικο – τελείως αλλιώτικο – από όλες της τις συντοπίτισσες. Από όλες τις γυναίκες που είχα συναντήσει στη ζωή μου. Από κάθε άνθρωπο.

«Θα μου μάθεις τη γλώσσα σας;» της ζήτησα. «Θα σε πληρώνω. Σε χρήμα, όχι σε είδος…». Γέλασε σκανταλιάρικα, λες και της είχα προτείνει καμιά ξεκαρδιστική ζαβολιά. Με ακολούθησε στο γραφείο μου. Τα υπόλοιπα ήρθαν από μόνα τους.

Τι με συνάρπαζε στη Μαρία; Το ότι αντιμετώπιζε κάθε στιγμή σαν την πρώτη στιγμή της δημιουργίας. Σαν μόλις να έφεγγε ο κόσμος γύρω της. Πώς κοιτούν μαγεμένα τα βρέφη το στήθος που αναβρύζει γάλα; Ετσι αντίκρυζε η Μαρία τον ουρανό όταν βάραινε, χαμήλωνε και έβρεχε λάσπη. Ετσι, με τρυφερότητα και δέος – λες και άγγιζε ιερά αντικείμενα – έπιανε τα σύνεργα της άχαρης δουλειάς της. Τη βούρτσα που ξεκόλλαγε τα λίπη από τις κατσαρόλες. Τον πλάστη που άνοιγε ζυμάρι για τις πίτες. Ετσι έλυσε τα μαλλιά της και γδύθηκε το μπαλωμένο της φουστάνι. Και κόλλησε το σώμα της στο σώμα μου.

Θα μεταχειριστώ τώρα το ξερό ιδίωμα του ανακριτή. Και θα ορκιστώ όπου κι αν μου ζητήσετε. Με τη μικρή λαντζέρισσα σμίγαμε σαρκικά έναν ολόκληρο χειμώνα. Κάθε μέρα σχεδόν. Οποτε διαφεύγαμε της προσοχής των αξιωματικών, των φαντάρων, των κρατουμένων και του βοηθητικού προσωπικού του στρατοπέδου. Κλεινόμασταν στο γραφείο μου. Τραβούσα τον σύρτη. Την ξάπλωνα στο πάτωμα. Ή στο σανιδένιο τραπέζι. Ή την έπαιρνα στα όρθια, στηρίζοντάς την στον τοίχο. Βιαστικά. Λαχανιαστά. Εξαίσια.

Εγώ φοβόμουν περισσότερο. Εάν μας τσάκωναν στα πράσα, η Μαρία μονάχα την οργή του αρραβωνιαστικού της θα αντιμετώπιζε. Ενώ εμένα, και να μου τη χάριζαν ακόμα, και να μην με εκτελούσαν που σχετίστηκα με ντόπια, σίγουρα θα μου ξήλωναν τα γαλόνια και θα με έστελναν – ταλαίπωρο στρατιώτη – στο χειρότερο πόστο. Στις εσχατιές της Αυτοκρατορίας. Στους Υπερβόρειους ή στους Βακτριανούς για να με φάνε λάχανο. Είχα ρισκάρει τόσο άλλη φορά, στα έντεκα χρόνια της καριέρας μου; Ποτέ! Είχα γευθεί τέτοια απόλαυση, τέτοιο χείμαρρο χαράς, στα εικοσιεννέα χρόνια της ζωής μου; Ούτε στον ύπνο μου.

Με τη Μαρία δεν λέγαμε κουβέντα για ό,τι μεταξύ μας συνέβαινε. Οχι πως έμενε σιωπηλή, ίσα-ίσα. Το ‘χε πάρει ζεστά να με διδάξει κι ας μη δεχόταν επ’ ουδενί τα λεφτά μου. Ζωγράφιζε με ένα ξυλαράκι στο χώμα ζώα, αντικείμενα, ρούχα, μέχρι και φαγητά (ζωγράφιζε απροσδόκητα καλά) και μου τα ονομάτιζε στη γλώσσα της. Κι εγώ επαναλάμβανα τους μπερδεμένους φθόγγους. Ωσπου τα στόματά μας έβρισκαν το αληθινό τους νόημα στα φιλιά.

Αρχές της άνοιξης, αναχώρησα εσπευμένα για τον νότο. Στην Ιουδαία, κοντά στην πόλη Χεβρώνα, είχαν ξεσπάσει ταραχές. Κανονική εξέγερση. Την έπνιξαν οι δικοί μας στο αίμα, ισοπέδωσαν πέντε χωριά, έσφαξαν πάνω από χίλιους, ένοχους και αθώους, άντρες, γυναίκες και παιδιά – έτσι περιφρουρείται η ρωμαϊκή ειρήνη – συνέλαβαν ογδονταεφτά συμμορίτες. Υποκινητές. Επρεπε εγώ να τους ανακρίνω έναν-έναν διεξοδικά, εξαντλητικά, μπας και ανακαλύψω από πού ακριβώς εκπορευόταν το κακό και πώς διακλαδιζόταν στη βρωμοφάρα τους. Μια τρύπα στο νερό έκανα.

Οταν επέστρεψα στο στρατόπεδο, είχε ντάλα καλοκαιριάσει. Και η Μαρία κρατούσε την κοιλιά της.

Σιγά το παράξενο. Τέτοιες γκαστριές κάθε μέρα τυχαίνουν. Τα μπάσταρδα δεν γίνονται, εννοείται, ρωμαίοι πολίτες. Η μεγαλύτερη γενναιοδωρία που προσδοκά η φουκαριάρα μάνα από τον απρόσεκτο πατέρα είναι ένα πιάτο φαΐ, στη ζούλα, από το συσσίτιο του στρατοπέδου του. Ως να μετατεθεί εκείνος και να τους λησμονήσει οριστικά. Ελπίδα της; Να κουκουλώσει κάποιον ντόπιο – ζαβό, ξεκούτη, συμπονετικό έστω -, ο οποίος θα φορτωθεί το παιδί.

Εγώ δεν το ‘βλεπα καθόλου έτσι. Δεν θα έστεργα να εγκαταλείψω τη Μαρία στο έλεος είτε στη βλακεία του αρραβωνιαστικού της. Οχι από καλοσύνη. Την ήθελα. Την αγαπούσα… Θα παρουσιαζόμουν στον διοικητή, θα του τα ομολογούσα όλα αντρίκια, θα δήλωνα παραίτηση εν ανάγκη από τον στρατό, με τις οικονομίες μου θα αγόραζα ένα κτήμα ή μια βάρκα – αγρότης; αγρότης! – ψαράς; ψαράς! – φτάνει να έμενα μαζί της…

«Πώς νόμισες δικό σου το μωρό;» με άφησε άναυδο. «Αφού έλειπες τόσο καιρό…». «Πήγες με άλλον;» μου γύρισε το μάτι. «Δεν πήγα με κανέναν. Ενα ξημέρωμα, ενώ άρμεγα την προβατίνα – εσύ για τα καλά φευγάτος – με ζύγωσε, μέσα από τα χωράφια, ένας νεαρούλης. «Γειά σου όμορφη!» μου έκανε. «Ο Θεός μαζί σου! Ευλογημένος ο καρπός σου!» Αυτά μονάχα και συνέχισε τον δρόμο του. Αίμα δεν μου ξανακατέβηκε…».

Σιχαίνομαι – σας το ξανάπα – να με κοροϊδεύουν. Πόσω δε μάλλον που η Μαρία είχε ένα ύφος απέραντης αγαλλίασης. Ανεπανάληπτου θριάμβου.

Πήγα να της ρίξω ξανάστροφη, το μπράτσο μου έμεινε στον αέρα. Παρέλυσε. Ξεράθηκε. Για λίγο ευτυχώς.

Αρχισα έπειτα να μετράω τους μήνες, να περιεργάζομαι την κοιλιά της – πώς να υπολογίσω ακριβώς; Μαμή ήμουν; Την πήρα με το μαλακό, της θύμισα τον έρωτά μας, «νόστιμα όνειρα βλέπεις!» γέλασε με συγκατάβαση. «Θα με βγάλεις εσύ τρελό;» αγρίεψα ξανά. «Πρέπει να βρεις μια κοπέλα… Να παντρευτείς…». Είχε το θράσος να μου δίνει και συμβουλές.

«Πάρε το απόφαση, Μαρία. Δεν πρόκειται να σε αφήσω. Τρέχω γραμμή στον προστάτη σου, να του πω «το και το». Κι αν δεν μου δώσει εκείνος το χέρι σου, θα σε παντρευτώ με τη βία. Το ξέρεις ότι φέρω βαθμό Κεντυρίωνος;».

Τον έψαχνα τον γερομάστορα ώσπου βράδιασε. Εκανα φύλλο και φτερό το στρατόπεδο. «Τώρα δα μόλις με βοηθούσε να κόψουμε τα πεπόνια…» μου έλεγε ο κηπουρός. «Μπάρμπα, ε μπάρμπα!» γκάριζε ο αποθηκάριος. Απάντηση καμία. Στο μεταξύ έγινε και η Μαρία άφαντη.

Δεν θα το άφηνα έτσι. Ερεύνησα σπίτι προς σπίτι τα γύρω χωριά. Συνέλαβα τους συγγενείς του γερομάστορα και τους ανέκρινα επί μια νύχτα ολόκληρη. Εσπασα δόντια, ξερίζωσα νύχια, είχα λυσσάξει. Τζάμπα ο κόπος μου. Ιδέα δεν είχαν.

Συνέταξα ύστερα επείγουσα αναφορά ότι ο γερομάστορας και η πιτσιρίκα που έσερνε μαζί του ήταν κατάσκοποι του εσωτερικού εχθρού. Μέλη της αντίστασης. Στάλθηκε σήμα σε όλα τα φυλάκια και σε όλους τους χαφιέδες μας – χαφιέδες έχουμε να φάνε κι οι κότες – όπου τους βρουν να τους συλλάβουν. Δόθηκε πλήρης περιγραφή τους. Τη Μαρία ειδικά δύσκολα θα την μπέρδευες, με το αράπικο μαλλί, τα καταπράσινά της μάτια και την κοιλιά να φουσκώνει. Κύλησε μία βδομάδα, δύο. Μηδέ φωνή, μηδέ ακρόαση.

Βγήκα τότε αυτοπροσώπως στο κυνήγι. Αλώνισα με το άλογό μου Ιουδαία, Γαλιλαία, Σαμάρια… Δεκάπολη. Από τον έναν στους πενήντα που ρωτούσα αποσπούσα κάποια πληροφορία, κάποιο θραύσμα πληροφορίας, το οποίο διαλυόταν στον αέρα όπως ο κλέφτης, το χνουδωτό ιπτάμενο λουλούδι. Στο τέλος έπαψα να ρωτάω. Aκολουθούσα το ένστικτό μου – ποιο ένστικτο; -, κύκλους έκοβα φαύλους, άσκοπα περιπλανιόμουν στη φτενή λωρίδα γης που ονομάζουν Ισραήλ. Κι ο πρώτος βασιλιάς εκείνων των αλλόκοτων ανθρώπων, κάποιος Μωυσής, το ίδιο έκανε, επί σαράντα ολόκληρα χρόνια. Αναζητούσε, λέει, την Επαγγελία – γύρευε τι σημαίνει η λέξη. Εγώ έψαχνα απλώς τη Μαρία.

Οι συνοδοί μου με εγκατέλειψαν, γύρισαν στο στρατόπεδο. Το άλογό μου ψόφησε. Πούλησα το σπαθί μου σε έναν λαθρέμπορο όπλων, αυτό κι αν ήταν έσχατη προδοσία, αντραλιζόμουν όμως απ’ την πείνα. Τα γένια μου και τα μαλλιά μου μάκρυναν και γκρίζαραν. Ακουρος, κουρελής, κυκλοφορούσα πλέον μόνο νύχτα. Είχε δε χειμωνιάσει, μόλις σκοτείνιαζε το κρύο σε περόνιαζε, βάδιζα και παραμιλούσα και τουρτούριζα μα δεν την έβγαζα στιγμή από τον νου μου – «να τη βρω κι ας πεθάνω!» ικέτευα, «ας τη βρω κι αφού πεθάνω…» συμβιβαζόμουν με το άθλιο ριζικό μου.

Πυρπόλησε ένα βράδυ το αστέρι το στερέωμα. Εσβησε το φεγγάρι και τον γαλαξία. Μπάλα φωτός τσούλαγε στο ουράνιο γήπεδο κι εγώ από κάτω την ακολουθούσα σαν υπνωτισμένος. «Στη θάλασσα να δεις που με οδηγεί…» σκεφτόμουν. «Να φουντάρω στον γυαλό… Να με φαν τα μαύρα ψάρια και το αλμυρό νερό…». Δεν με χαλούσε η ιδέα – τι είχα πια να χάσω; Ομως σταμάτησε το αστέρι πάνω από τη φάτνη.

Σε αρκετές από τις εικόνες της Θείας Γέννησης – κυρίως στα ψηφιδωτά στα αρχαία μοναστήρια – εμφανίζομαι κι εγώ. Στέκω συνήθως κάτω δεξιά, όπως κοιτάς το έργο. Δεν με πολυπροσέχουν, το βλέμμα τους μαγνητίζεται από τον Ιησού και τη Μαρία και το Αστέρι και τους Μάγους. Κι αν με προσέξουν, με περνάνε για βοσκό. Τι να ‘κανα; Δεν μου επιτρεπόταν να αγγίξω το βρέφος, να το φιλήσω, να το ταχταρίσω… Πήρα λοιπόν κι εγώ στην αγκαλιά μου ένα κάτασπρο αρνάκι.

 


AgrinioStories | Πηγή in.gr.