Γέγονε την 24η Ιουλίου


...

Ο γέγονε… Γέγονε|


Γεγονότα

 

1923 – Υπογράφεται η Συνθήκη της Λωζάνης. Ήταν η συνθήκη ειρήνης που έθεσε τα όρια της σύγχρονης Τουρκίας. Υπογράφηκε στη Λωζάνη της Ελβετίας στις 24 Ιουλίου 1923 από την Ελλάδα, την Τουρκία και τις άλλες χώρες που πολέμησαν στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο και τη Μικρασιατική εκστρατεία (1919-1922) και συμμετείχαν στη Συνθήκη των Σεβρών, συμπεριλαμβανομένης και της ΕΣΣΔ που δεν συμμετείχε στην προηγούμενη συνθήκη.

Η υπογραφείσα συνθήκη ήταν το αποτέλεσμα της σχετικής διάσκεψης που ξεκίνησε στις 7 Νοεμβρίου 1922 μεταξύ των προαναφερομένων μελών. Στο κείμενο της Συνθήκης συμπεριλαμβάνεται και η Σύμβαση της Λωζάνης που αποτελεί συντομότερο κείμενο και υπογράφηκε νωρίτερα, στις 30 Ιανουαρίου 1923.

Κατήργησε τη Συνθήκη των Σεβρών που δεν είχε γίνει αποδεκτή από τη νέα κυβέρνηση της Τουρκίας η οποία διαδέχθηκε τον Σουλτάνο της Κωνσταντινούπολης. Μετά την εκδίωξη από τη Μικρά Ασία του Ελληνικού στρατού από τον Τουρκικό υπό την ηγεσία του Μουσταφά Κεμάλ, προέκυψε η ανάγκη για αναπροσαρμογή της συνθήκης των Σεβρών. Στις 20 Οκτωβρίου 1922 ξεκίνησε το συνέδριο που διακόπηκε μετά από έντονες διαμάχες στις 4 Φεβρουαρίου 1923 για να ξαναρχίσει στις 23 Απριλίου. Το τελικό κείμενο υπογράφηκε στις 24 Ιουλίου μετά από 7,5 μήνες διαβουλεύσεων.

Η Τουρκία ανέκτησε την Ανατολική Θράκη, την Ίμβρο και Τένεδο, μια λωρίδα γης κατά μήκος των συνόρων με τη Συρία, την περιοχή της Σμύρνης και της Διεθνοποιημένης Ζώνης των Στενών, η οποία όμως θα έμενε αποστρατιωτικοποιημένη και αντικείμενο νέας διεθνούς διάσκεψης. Παραχώρησε τα Δωδεκάνησα στην Ιταλία, όπως προέβλεπε και η συνθήκη των Σεβρών, αλλά χωρίς πρόβλεψη για δυνατότητα αυτοδιάθεσης. Ανέκτησε πλήρη κυριαρχικά δικαιώματα σε όλη της την επικράτεια και απέκτησε δικαιώματα στρατιωτικών εγκαταστάσεων σε όλη την επικράτειά της εκτός της ζώνης των στενών.

Ένα σημείο διαφωνίας ήταν η καταβολή πολεμικών αποζημιώσεων από την Ελλάδα, κάτι για το οποίο η τελευταία δήλωνε αδυναμία. Τελικά η Τουρκία δέχθηκε να της αποδοθεί το τρίγωνο του Κάραγατς στη Θράκη, γνωστό και ως Παλαιά Ορεστιάδα, αντί αποζημιώσεων. Τα νησιά Ίμβρος και Τένεδος παραχωρήθηκαν στην Τουρκία με τον όρο ότι θα διοικούνταν με ευνοϊκούς όρους για τους Έλληνες (το 1926 η τουρκική κυβέρνηση ακύρωσε με νόμο αυτή τη διάταξη). Ο Οικουμενικός Πατριάρχης έχασε την ιδιότητα του Εθνάρχη και το Πατριαρχείο τέθηκε υπό ειδικό διεθνές νομικό καθεστώς.

Σε αντάλλαγμα, η Τουρκία παραιτήθηκε από όλες τις διεκδικήσεις για τις παλιές περιοχές της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας εκτός των συνόρων της και εγγυήθηκε τα δικαιώματα των μειονοτήτων στην Τουρκία. Με ξεχωριστή συμφωνία μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας αποφασίστηκε η υποχρεωτική ανταλλαγή πληθυσμών από τις δύο χώρες και η «μη εγκατάσταση ναυτικής βάσεως» κάποιων νησιών του Αιγαίου (Λήμνος, Σαμοθράκη, Σάμος, Χίος, Λέσβος, Ικαρία). Αργότερα με τη Συνθήκη του Μοντρέ, στην οποία η Ελλάδα ήταν συμβαλλόμενο μέρος, η Τουρκία ξαναπέκτησε το δικαίωμα στρατιωτικοποίησης των Στενών, της Ίμβρου, Τενέδου, και αντίστοιχα η Ελλάδα της Λήμνου και Σαμοθράκης.

Η ανταλλαγή μειονοτήτων που πραγματοποιήθηκε προκάλεσε μεγάλες μετακινήσεις πληθυσμών. Μετακινήθηκαν από τη Μικρά Ασία και την Ανατολική Θράκη στην Ελλάδα 1.650.000 Οθωμανοί υπήκοοι, χριστιανικού θρησκεύματος και από την Ελλάδα στην Τουρκία 670.000 Έλληνες υπήκοοι, μουσουλμανικού θρησκεύματος. Η θρησκεία και όχι η εθνικότητα αποτέλεσε το βασικό κριτήριο για την ανταλλαγή. Σύμφωνα με το άρθρο 2β της συνθήκης χρησιμοποιήθηκε ο όρος Μουσουλμάνοι και όχι Τούρκοι. Αυτό οφείλεται στο ότι κατά την οθωμανική αυτοκρατορία η θρησκεία μετρούσε πολύ περισσότερο από ότι η εθνικότητα και από την άλλη πλευρά η Τουρκία ήθελε όλοι οι μουσουλμάνοι της Δυτικής Θράκης να παραμείνουν. Στα Βαλκάνια χρησιμοποιείται ο όρος Τούρκος αρκετές φορές ως συνώνυμο με τον μουσουλμάνο επειδή στο σύστημα των Οθωμανικών μιλέτ (ήταν κύριο στοιχείο στη διοίκηση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας) όλοι οι μουσουλμάνοι ανήκαν σε μια ενιαία κοινότητα.

Μεταξύ των ανταλλάξιμων περιελαμβάνονταν επίσης οι Έλληνες του Πόντου, αλλά και τουρκόφωνοι Έλληνες, όπως τουρκόφωνοι Πόντιοι και Καραμανλήδες, καθώς και ελληνόφωνοι μουσουλμάνοι, όπως Τουρκοκρητικοί και Βαλαάδες της Δυτικής Μακεδονίας[5]. Μαζί με τους Έλληνες, πέρασε στην Ελλάδα και αριθμός Αρμενίων και Συροχαλδαίων. Εξαιρέθηκαν από την ανταλλαγή οι Ρωμιοί κάτοικοι της νομαρχίας της Κωνσταντινούπολης (οι 125.000 μόνιμοι κάτοικοι της Κωνσταντινούπολης, των Πριγκηπονήσων και των περιχώρων, οι οποίοι ήταν εγκατεστημένοι πριν από τις 30 Οκτωβρίου του 1918) και οι κάτοικοι της Ίμβρου και της Τενέδου (6.000 κάτοικοι), ενώ στην Ελλάδα παρέμειναν 110.000 Μουσουλμάνοι της Δυτικής Θράκης. Επιπλέον, βάσει του άρθρου 23, η Τουρκία εκχώρησε πλήρως τα κυριαρχικά της δικαιώματα επί της Κύπρου.

 

1974 – Χιλιάδες λαού υποδέχονται στο αεροδρόμιο του Ελληνικού στις 2 π.μ. τον Κωνσταντίνο Καραμανλή, που φτάνει από το Παρίσι, με αεροπλάνο του προέδρου της Γαλλίας Βαλερί Ζισκάρ Ντ’ Εστέν. Στις 4:15 π.μ. ορκίζεται πρωθυπουργός, μπροστά στο στρατηγό Φαίδωνα Γκιζίκη.

Το πρωί της 23ης Ιουλίου, ο αρχηγός των Ενόπλων Δυνάμεων, στρατηγός Γρηγόριος Μπονάνος και οι αρχηγοί του Στρατού, αντιστράτηγος Ανδρέας Γαλατσάνος, Ναυτικού, αντιναύαρχος Πέτρος Αραπάκης και Αεροπορίας, αντιπτέραρχος Αλέξανδρος Παπανικολάου, σε σύσκεψη με τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας στρατηγό Φαίδωνα Γκιζίκη διατύπωσαν την άποψη ότι είναι επιτακτική ανάγκη η ανάθεση της διακυβέρνησης της χώρας στους πολιτικούς. Στη συνέχεια, ο Γκιζίκης κάλεσε τον Ιωαννίδη και του ανακοίνωσε την απόφαση της ηγεσίας του στρατεύματος, χωρίς αυτός να αντιδράσει.

Στις 2 μετά το μεσημέρι κλήθηκαν σε σύσκεψη από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας σημαίνουσες πολιτικές προσωπικότητες της προδικτατορικής περιόδου. Στη σύσκεψη συμμετείχαν οι αρχηγοί των δύο μεγαλυτέρων κομμάτων Παναγιώτης Κανελλόπουλος της ΕΡΕ και Γεώργιος Μαύρος της «Ενώσεως Κέντρου», καθώς και οι Ευάγγελος Αβέρωφ, Σπύρος Μαρκεζίνης, Γεώργιος Αθανασιάδης-Νόβας, Στέφανος Στεφανόπουλος, Πέτρος Γαρουφαλλιάς και Ξενοφών Ζολώτας. Η δικτατορία της 21ης Απριλίου είχε ήδη καταρρεύσει.

Αμέσως μετά ανακοινώθηκαν τα πρώτα μέτρα για την αποκατάσταση του δημοκρατικού πολιτεύματος: κατάργηση του στρατοπέδου της Γυάρου, απόλυση όλων των κρατουμένων, αμνήστευση όλων των πολιτικών αδικημάτων και απόδοση της ιθαγένειας στους πολίτες από τους οποίους την είχε στερήσει η δικτατορία του 1967. Στις άμεσες επιδιώξεις της κυβέρνησης Εθνικής Ενότητας συμπεριλαμβάνονταν η αποκατάσταση της δημοκρατικής ομαλότητας και η διαμόρφωση κλίματος εθνικής ενότητας, η αποδιοργάνωση του πλέγματος εξουσίας της δικτατορίας και η αποκατάσταση του πολιτικού ελέγχου στο στράτευμα, η προετοιμασία για τη διενέργεια εκλογών και η αντιμετώπιση της κρίσης στην Κύπρο.

 

1982 – Καταργείται στην Ελλάδα η ποινική δίωξη της μοιχείας, με την ψήφιση του σχετικού νομοσχεδίου. Στη χώρα μας, η μοιχεία ήταν ποινικό αδίκημα σχεδόν από τη σύσταση του νεοελληνικού κράτους. Σύμφωνα με το άρθρο 286 του Ποινικού Νόμου της Βαυαροκρατίας που ίσχυσε έως τις 31 Δεκεμβρίου 1950, η διάπραξη μοιχείας χαρακτηριζόταν ως πλημμέλημα. Παρέμεινε ως πλημμέλημα και με τον νέο Ποινικό Κώδικα που ίσχυσε από την 1η Ιανουαρίου 1951.

Στο άρθρο 357 προβλεπόταν ποινή ενός έτους για τους μοιχούς, ενώ το έγκλημα εδιώκετο μόνο με έγκληση του παθόντος συζύγου. Η μοιχεία κρινόταν ατιμώρητη όταν υπήρχε διάσταση των συζύγων ή ανοχή του παθόντος συζύγου. Οι δράστες έπρεπε να συλληφθούν επ’ αυτοφώρω για να στοιχειοθετηθεί ευκολότερα η κατηγορία, γι’ αυτό συνέβαιναν κωμικοτραγικές σκηνές κατά τη διαπίστωση του εγκλήματος (χαρακτηριστική είναι η κωμωδία του Ντίνου Δημόπουλου Η βίλα των οργίων, παραγωγής 1964, με πρωταγωνιστές τους Λάμπρο Κωνσταντάρα και Διονύση Παπαγιαννόπουλο).

Η μοιχεία αποποινικοποιήθηκε στη χώρα μας από την κυβέρνηση της Αλλαγής, στο πλαίσιο της φιλελευθεροποίησης του πλέγματος των διατάξεων που αφορούσαν το Οικογενειακό Δίκαιο. Η Εκκλησία της Ελλάδος αντέδρασε, υποστηρίζοντας ότι «η αποποινικοποίηση της μοιχείας θα κλονίσει τα θεμέλια της οικογένειας και του γάμου» (21 Ιανουαρίου 1982). Η κυβέρνηση του Ανδρέα Παπανδρέου δεν έκανε πίσω και κατάργησε το άρθρο 357 του Ποινικού Κώδικα με το άρθρο 8 του Νόμου 1272/82, που δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως στις 20 Αυγούστου 1982.

Όσον αφορά στις αστικές συνέπειες, με το Νόμο 1329/1983 η μοιχεία έπαψε να αποτελεί απόλυτο λόγο διαζυγίου. Μπορεί, όμως, να επιφέρει τη λύση του γάμου μόνο αν κριθεί ότι από αυτή έχουν διαταραχθεί τόσο σοβαρά οι συζυγικές σχέσεις, ώστε βάσιμα η εξακολούθηση της έγγαμης σχέσης να είναι αφόρητη για τον ενάγοντα (άρθρο 1439 Α.Κ).

Γεννήσεις

 

1897 – Αμέλια Έρχαρτ. Η Αμέλια Έρχαρτ (Amelia Earhart) ήταν πρωτοπόρος της αεροπορίας και μία από τις πιο εμβληματικές γυναικείες μορφές του 20ού αιώνα. Γεννήθηκε το 1897 στο Κάνσας των Ηνωμένων Πολιτειών και έγινε γνωστή για τα ριψοκίνδυνα αεροπορικά της επιτεύγματα σε μια εποχή που η πτήση ήταν ακόμη στα σπάργανα και οι γυναίκες σπάνια έμπαιναν σε τέτοιους τομείς.

Το 1932 έγινε η πρώτη γυναίκα που διέσχισε μόνη της τον Ατλαντικό Ωκεανό με αεροπλάνο, ένα κατόρθωμα που την καθιέρωσε παγκοσμίως. Αντιμετώπισε δύσκολες καιρικές συνθήκες και τεχνικά προβλήματα, αλλά προσγειώθηκε με επιτυχία στην Ιρλανδία μετά από 14 ώρες πτήσης. Ήταν επίσης γνωστή για τη δράση της υπέρ των δικαιωμάτων των γυναικών και την ενθάρρυνση των νέων κοριτσιών να κυνηγούν τα όνειρά τους.

Η πιο μυστηριώδης πτυχή της ζωής της είναι ο θάνατός της. Το 1937, σε μια προσπάθεια να γίνει η πρώτη γυναίκα που θα έκανε τον γύρο του κόσμου με αεροπλάνο πάνω από τον ισημερινό, εξαφανίστηκε μαζί με τον συγκυβερνήτη της, Φρεντ Νούναν, πάνω από τον Ειρηνικό Ωκεανό. Το αεροπλάνο της δεν βρέθηκε ποτέ, και η τύχη της παραμένει ένα από τα μεγαλύτερα αεροπορικά μυστήρια όλων των εποχών.

Η Αμέλια Έρχαρτ δεν ήταν μόνο μια αεροπόρος – ήταν σύμβολο τόλμης, ανεξαρτησίας και προόδου. Η κληρονομιά της συνεχίζει να εμπνέει όσους τολμούν να σπάσουν τα όρια.

 

1970 – Τζένιφερ Λόπεζ. Η Τζένιφερ Λιν Άφλεκ (το γένος Λόπεζ, αγγλικά: Jennifer Lynn Affleck, 24 Ιουλίου 1969), είναι Αμερικανίδα τραγουδίστρια, ηθοποιός, χορεύτρια και παραγωγός.

Τον Μάιο του 1999 κυκλοφόρησε το πρώτο της single με τίτλο “If You Had My Love” και έναν μήνα αργότερα, κυκλοφόρησε το πρώτο της άλμπουμ “On the 6”.

Γεννήθηκε στις 24 Ιουλίου 1969 στο Μπρονξ της Νέας Υόρκης, από τους Ντέιβιντ Λόπεζ και Γουαδαλούπε Ροντρίγκεζ, ενώ έχει ακόμη δύο αδελφές, την Λέσλι και την Λίντα. Ο πατέρας της δούλευε ως τεχνικός υπολογιστών και η μητέρα της ως καθαρίστρια σπιτιών. Τα παιδικά της χρόνια ήταν φτωχικά, καθώς ζούσε με την οικογένεια της σε ένα πολύ μικρό διαμέρισμα.

Στην ηλικία των επτά ετών έκανε την πρώτη της περιοδεία σε ολόκληρη τη Νέα Υόρκη, μαζί με τις άλλες κοπέλες της σχολής μπαλέτου που παρακολουθούσε. Στα δεκαέξι της έκανε ένα μικρό διάλειμμα για να πατήσει στα μονοπάτια του κινηματογράφου, παίζοντας στην ταινία «My Little Girl» με πρωταγωνίστρια τη Στιούαρτ Μάστερσον.

Η αγάπη της όμως για τον χορό την απομάκρυνε από τα πλατό, γεγονός που τελικά την αποζημίωσε όταν κέρδισε υποτροφία για μια ανώτερη ακαδημία χορού του Μανχάταν. Η μητέρα της όμως ουδέποτε είχε συμβιβαστεί με την ιδέα της καλλιτεχνικής καριέρας για την κόρη της, γι’ αυτό βάλθηκε να την αποτρέψει με διάφορους τρόπους, κόβοντάς της αρχικά το χαρτζιλίκι. Έτσι, αποφασισμένη να πετύχει τα όνειρά της, η Λόπεζ εγκατέλειψε την οικογενειακή στέγη και για να καλύπτει τα έξοδα της έπιασε δουλειά σε ένα δικηγορικό γραφείο.

 

Θάνατοι

 

1879 – Αριστοτέλης Βαλαωρίτης. Ο Αριστοτέλης Βαλαωρίτης γεννήθηκε στην Αγία Μαύρα Λευκάδας τον Ιούνιο του 1824 και βαπτίστηκε (Μόσχος – Αριστοτέλης) στις 2 Σεπτεμβρίου στον Ιερό Ναό του Παντοκράτορος.

Γιος του ηπειρωτικής καταγωγής Ιωάννη Βαλαωρίτη από τη Βαλαώρα Ευρυτανίας – πολιτευτή των Επτανήσων – και της καταγόμενης από ευγενή οικογένεια της Κεφαλλονιάς Αναστασίας Τυπάλδου-Φορέστη του Γρηγορίου. Δείγμα της λατρείας προς την αρχαία Ελλάδα και τον κλασσικό πολιτισμό τους οποίους έτρεφε το οικογενειακό του περιβάλλον ήταν η ονοματοδοσία του ποιητή με το όνομα Αριστοτέλης.

Τα πρώτα γράμματα τα έμαθε στη Λευκάδα και στην Κέρκυρα. Φοίτησε (1838-1841) στην Ιόνιο Ακαδημία και ακολούθως ταξίδεψε στο ελεύθερο Ελληνικό κράτος και στην Ιταλία. Ύστερα πήγε στο Ελβετικό κολλέγιο στη Γενεύη(1842-1844), με κηδεμόνα τον Εϋνάρδο. Το 1844 έλαβε το Baccalauréat ès letters et ès sciences. Στη συνέχεια πήγε στο Παρίσι, όπου γράφτηκε στη νομική σχολή (1844-1846), αλλά για λόγους υγείας μετέβη στην Πίζα στην Ιταλία και σπούδασε νομικά.

Το 1848, στις 16 και 22 Μαΐου αναγορεύθηκε διδάκτωρ του Δικαίου. Το επάγγελμα του δικηγόρου όμως δεν το εξάσκησε ποτέ. Αφοσιώθηκε ολοκληρωτικά στην ποίηση.

 

1901 – Ανδρέας Λασκαράτος. Ο Ανδρέας Λασκαράτος γεννήθηκε το 1811 στο Ληξούρι και συγκεκριμένα στην εξοχική τοποθεσία Ριτσάτα, σε μία περίοδο που τα Επτάνησα περνούσαν από τη γαλλική στην αγγλική προστασία.Τα πρώτα του γράμματα τα έμαθε κοντά στον Νεόφυτο Βάμβα στη Σχολή του Κάστρου.

Σε ηλικία 21 ετών ο θείος του Δελαδέτσιμας τον διόρισε γραφέα στη Γερουσία στην Κέρκυρα και τον έγραψε στη Νομική Σχολή του Ιονίου Πανεπιστημίου επειδή τον προόριζε για δικαστή, αν και ο ίδιος ο Λασκαράτος επιθυμούσε να σπουδάσει ιατρική.Από την Κέρκυρα γύρισε στην Κεφαλονιά και εργάστηκε για κάποιο χρονικό διάστημα πρωτοκολλητής του Ειρηνοδικείου. Στη συνέχεια παραιτήθηκε και πήγε στην Πίζα και στο Παρίσι για νομικές σπουδές.

Το 1839 επέστρεψε, ασκώντας μόλις για τρία χρόνια το επάγγελμα του νομικού. Όταν πέθανε ο πατέρας του ασχολήθηκε ξανά με τη δικηγορία λόγω κάποιων οικογενειακών υποθέσεών του, όμως η Γερουσία αρνήθηκε να του χορηγήσει την άδεια. Την περίοδο αυτή ταξιδεύει στην Κρήτη για να μελετήσει το κρητικό γλωσσικό ιδίωμα και τα λαϊκά τραγούδια της. Ταξιδεύει επίσης στην Αθήνα, στη Σύρο, στην Κόρινθο, στην Πάτρα, στο Μεσολόγγι. Υπήρξε μαθητής του Ανδρέα Κάλβου, ενώ γνώρισε και τον Διονύσιο Σολωμό, κάτι που ασφαλώς επηρέασε τη μετέπειτα πορεία του. Ασχολήθηκε με τη δημοσιογραφία, την ποίηση, ενώ είναι πιο γνωστός ως λιβελογράφος. Ήταν παντρεμένος με την Πηνελόπη Κοργιαλένειου, από γνωστή και εύπορη οικογένεια του νησιού, με την οποία απέκτησε 2 γιους και 7 κόρες.

Εξέδωσε αρκετές σατιρικές εφημερίδες όπως ο Λύχνος, καυτηριάζοντας αδιακρίτως την ανηθικότητα, την αδικία, την υποκρισία. Πολλές φορές καταφέρθηκε εναντίον των πολιτικών και της ανικανότητάς τους, ενώ πολέμησε σκληρά τις θρησκευτικές προλήψεις και δοξασίες, κυρίως δε την αυθαιρεσία της θρησκευτικής αρχής.

Στις 16/28 Φεβρουαρίου 1856 ο Μητροπολίτης Κεφαλληνίας Σπυρίδων Κοντομίχαλος αφόρισε το βιβλίο Τα μυστήρια της Κεφαλονιάς με την παραίνεση προς τον συγγραφέα να το αποσύρει και να το καταστρέψει. Επειδή αυτό δεν έγινε, μερικές μέρες αργότερα αφόρισε και τον Ανδρέα Λασκαράτο. Το βιβλίο φέρεται ότι χλεύαζε τις χριστιανικές τελετές και παραδόσεις, και είχε προκαλέσει αντίδραση στον λαό και σε ιερωμένους.

Ο Λασκαράτος είχε καταγγείλει στην αστυνομία ότι πριν από τον αφορισμό είχαν γίνει αναταραχές από αχθοφόρους και άλλους εξαιτίας του βιβλίου του. Επίσης, ο Έπαρχος της Κεφαλονιάς στις 4 Μαρτίου (Νέου Ημερ.) αναφέρει στη Γερουσία ότι «ο Μητροπολίτης, ο κλήρος και διάφοραι τάξεις ανθρώπων βαρέως ηγανάκτησαν, θεωρούντες αυτό [το βιβλίο] ως περιέχον ύβρεις, βλασφημίας, […]» και ότι επενέβη η αστυνομία για να προστατεύσει τον Λασκαράτο. Ο Έπαρχος ενημέρωσε τον τοποτηρητή Τάλμποτ (W.P. Talbot) ότι δεν μπορούσε να προστατεύσει τον Λασκαράτο σε δημόσιους χώρους και του συνέστησε να παραμείνει στο σπίτι του.

Ο Λασκαράτος γνωστοποίησε στον τοποτηρητή ότι την 15η Μαρτίου θα φύγει από το νησί «αφορισμένος απ’ τον κλήρο σαν ασεβής και διωγμένος απ’ την Κυβέρνηση σαν διασαλευτής της δημοσίας τάξεως!» και καταφεύγει κυνηγημένος στη Ζάκυνθο. Όμως, τον ίδιο χρόνο, αφορίζεται και εκεί από τον Μητροπολίτη Ζακύνθου Νικόλαο Κοκκίνη. Ο αφορισμός ήρθη από τον Μητροπολίτη Κεφαλληνίας Γεράσιμο Δόριζα ένα χρόνο πριν το θάνατο του Λασκαράτου. Το αυθεντικό κείμενο του αφορισμού του Λασκαράτου δεν σώζεται, αλλά σώζεται ο αφορισμός του βιβλίου.

Πέθανε στις 24 Ιουλίου 1901 στο Αργοστόλι, όπου διέμενε μετά από τους διωγμούς που υπέστη. Το έργο του Λασκαράτου παραμένει διαχρονικό έως σήμερα. Όσοι το έχουν μελετήσει αντιλαμβάνονται ότι ήταν ένας άνθρωπος που έβλεπε ιδιαίτερα μπροστά από την εποχή του και όσα είχε προβλέψει και επιθυμούσε είτε να τα αλλάξει είτε να τα εμποδίσει έχουν κατά κανόνα επαληθευτεί.

 

2005 – Ρίτσαρντ Ντολ. Βρετανός επιδημιολόγος, από τους κορυφαίους της ιατρικής επιστήμης τον 20ο αιώνα. Υπήρξε ο πρώτος επιστήμονας που απέδειξε τη σύνδεση του καπνίσματος με τον καρκίνο των πνευμόνων.

Ο σερ Ρίτσαρντ Ντολ (Richard Doll) γεννήθηκε στα περίχωρα του Λονδίνου στις 28 Οκτωβρίου 1912. Σπούδασε ιατρική στο Λονδίνο και κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου υπηρέτησε στο Υγειονομικό Σώμα του Βρετανικού Στρατού. Μετά τον πόλεμο άρχισε να εργάζεται στο Συμβούλιο Ιατρικών Ερευνών και το 1969 έγινε καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης.

Το 1954 προκάλεσε αίσθηση στην ιατρική κοινότητα με τη δημοσίευση μιας πρωτοποριακής μελέτης, με την οποία αποδείκνυε ότι το κάπνισμα συνδέεται με τον καρκίνο των πνευμόνων. Για να φθάσει στο συμπέρασμα αυτό, ο Ντολ με τους συνεργάτες του εξέτασαν περισσότερους από 700 ασθενείς.

Η συνεισφορά του στο αντικαπνιστικό κίνημα υπήρξε τεράστια. Στα μέσα της δεκαετίας ο αριθμός των καπνιστών στη Μεγάλη Βρετανία έφθανε το 80% του ενηλίκου πληθυσμού, όταν ο Ντολ αποκάλυψε τις βλαβερές συνέπειες του καπνού, ενώ στις μέρες μας μόλις το 26%.

Ο σερ Ρίτσαρντ δημοσίευσε εκατοντάδες μελέτες ποικίλης θεματολογίας, όπως για το αντισυλληπτικό χάπι, τη σχέση του στομαχικού έλκους με τις γραμμές του ηλεκτρικού, την ασπιρίνη και την προστασία που παρέχει από καρδιοπάθειες και τη σχέση αλκοόλ και καρκίνου του μαστού.

Παρέμεινε στις επάλξεις της ιατρικής επιστήμης μέχρι βαθέως γήρατος. Το 2004 δημοσίευσε μια μελέτη, η οποία δείχνει ότι τουλάχιστον οι μισοί και ίσως τα 2/3 από τους ανθρώπους που αρχίζουν το κάπνισμα σε νεαρή ηλικία συνήθως πέφτουν θύματα της αγαπημένης τους συνήθειας.

Ο Ρίτσαρντ Ντολ έλαβε τιμητικά διπλώματα για το έργο του από 13 πανεπιστήμια, κέρδισε αναρίθμητα βραβεία και χρίστηκε «σερ» από τη βασίλισσα Ελισάβετ το 1971. Πέθανε στις 24 Ιουλίου του 2005.