Ό,τι έγινε… Έγινε
Γεγονότα
680 – Στις 10 Οκτωβρίου του 680, στην Καρμπάλα, κοντά στον Ευφράτη, γράφεται ένα από τα καθοριστικά γεγονότα της ισλαμικής ιστορίας. Ο Χουσεΐν ιμπν Αλί, εγγονός του προφήτη Μωάμεθ και γιος του Αλί, έχει αρνηθεί να αναγνωρίσει ως χαλίφη τον Γιαζίντ Α΄ της δυναστείας των Ομεϋαδών. Ξεκινά από τη Μέκκα προς την Κούφα, όπου πιστεύει ότι θα βρει συμμάχους, όμως η στήριξη που του είχε υποσχεθεί η πόλη καταρρέει κάτω από την πίεση της εξουσίας. Στην Καρμπάλα, ο ίδιος, συγγενείς του και λίγοι ακόλουθοι περικυκλώνονται από πολύ ισχυρότερες κυβερνητικές δυνάμεις. Η σύγκρουση είναι άνιση και τελειώνει με τη δολοφονία του Χουσεΐν και σχεδόν όλων των ανδρών που είναι μαζί του. Η οικογένειά του αιχμαλωτίζεται.
Η ήττα αυτή δεν έμεινε ένα απλό επεισόδιο διαδοχής. Για τους σιίτες μουσουλμάνους, ο Χουσεΐν γίνεται το πρόσωπο του μάρτυρα που στάθηκε απέναντι στην αυθαίρετη εξουσία. Η επέτειος, η Ασούρα, είναι ημέρα πένθους και μνήμης σε ολόκληρο τον σιιτικό κόσμο. Η Καρμπάλα εξελίχθηκε σε μεγάλο τόπο προσκυνήματος, με το ιερό του Χουσεΐν στο κέντρο της. Η μάχη σφράγισε οριστικά και τη ρήξη ανάμεσα στο σιιτικό και το σουνιτικό Ισλάμ: μια θρησκευτική και πολιτική διαίρεση που εξακολουθεί να επηρεάζει τις κοινωνίες και τις συγκρούσεις της Μέσης Ανατολής.
1935 – Το πραξικόπημα του Κονδύλη. Η Β΄ Ελληνική Δημοκρατία ανατρέπεται με στρατιωτικό πραξικόπημα. Ο πρωθυπουργός Παναγής Τσαλδάρης δέχεται την πίεση της στρατιωτικής ηγεσίας και αναγκάζεται να παραιτηθεί. Πίσω από την κίνηση βρίσκεται ο στρατηγός Γεώργιος Κονδύλης, με τη στήριξη κορυφαίων αξιωματικών, ανάμεσά τους οι Αλέξανδρος Παπάγος, Αλέξανδρος Ρέππας και Γεώργιος Οικονόμου. Ο Κονδύλης δεν ανατρέπει απλώς μια κυβέρνηση. Επιβάλλει την επιστροφή στο σύνταγμα του 1911, καταλύει το δημοκρατικό πολίτευμα και αναλαμβάνει αντιβασιλέας, πριν ακόμη γίνει οποιαδήποτε λαϊκή ψηφοφορία.
Το Κοινοβούλιο, κάτω από τη στρατιωτική πίεση, δίνει πολιτική κάλυψη στα τετελεσμένα. Ακολουθεί δημοψήφισμα για την παλινόρθωση του βασιλιά Γεωργίου Β΄, στις 3 Νοεμβρίου. Το αποτέλεσμα, με ποσοστό που ξεπερνά το 97% υπέρ της επιστροφής του, δεν έχει καμία δημοκρατική αξιοπιστία: η διαδικασία γίνεται μέσα σε κλίμα ασφυκτικού ελέγχου και νοθείας. Ο βασιλιάς επιστρέφει στις 25 Νοεμβρίου. Η χώρα μπαίνει σε μια νέα φάση αυταρχισμού, που θα οδηγήσει λίγους μήνες αργότερα στη δικτατορία της 4ης Αυγούστου του Ιωάννη Μεταξά. Το πραξικόπημα του Κονδύλη δείχνει πόσο εύκολα, όταν ο στρατός γίνεται πολιτικός παίκτης, οι κοινοβουλευτικοί θεσμοί μπορούν να αδειάσουν από περιεχόμενο.
1964 – Αφαλάτωση στη Σύμη. Εγκαινιάζεται μια από τις πρώτες εγκαταστάσεις ηλιακής αφαλάτωσης θαλασσινού νερού στην Ελλάδα. Για ένα μικρό, άνυδρο νησί του Αιγαίου, η πρόσβαση σε πόσιμο νερό δεν ήταν τεχνική λεπτομέρεια αλλά καθημερινός περιορισμός, που συχνά σήμαινε μεταφορά νερού με καράβια και υψηλό κόστος. Η εγκατάσταση αξιοποιούσε μια απλή αρχή: η ηλιακή ακτινοβολία θέρμαινε το θαλασσινό νερό σε κλειστό χώρο, το νερό εξατμιζόταν, οι υδρατμοί συμπυκνώνονταν σε κεκλιμένη επιφάνεια και συλλέγονταν ως γλυκό νερό. Ήταν μια εφαρμογή της ηλιακής ενέργειας πριν αυτή γίνει λέξη της μόδας.
Από τη δεκαετία του 1960 κατασκευάστηκαν παρόμοιες μονάδες και σε άλλα νησιά, όπως η Νίσυρος, η Πάτμος, το Καστελόριζο και η Αίγινα. Η λειτουργία τους είχε ένα ισχυρό πλεονέκτημα: δεν απαιτούσε καύσιμα και δεν επιβάρυνε το περιβάλλον με καυσαέρια. Είχε όμως και όρια. Η ημερήσια παραγωγή ήταν σχετικά μικρή, εξαρτιόταν από τον ήλιο και το νερό χρειαζόταν πρόσθετο έλεγχο πριν από την κατανάλωση. Παρ’ όλα αυτά, η περίπτωση της Σύμης θυμίζει ότι η αντιμετώπιση της λειψυδρίας στα νησιά δεν ξεκίνησε με τις σημερινές μονάδες αντίστροφης όσμωσης. Είχε ήδη δοκιμάσει, πριν από εξήντα και πλέον χρόνια, μια καθαρή και αποκεντρωμένη τεχνολογική λύση.
Γεννήσεις
1813 – Γεννιέται στο χωριό Λε Ρονκόλε, κοντά στο Μπουσέτο, ο Τζουζέπε Βέρντι. Θα γίνει ο συνθέτης που ταύτισε όσο λίγοι την όπερα με τα μεγάλα πάθη, τη δημόσια ζωή και την ιταλική εθνική αφύπνιση. Δεν προερχόταν από αριστοκρατικό περιβάλλον. Μεγάλωσε σε οικογένεια μικροαστών και βρήκε από νωρίς στήριξη στη μουσική του κλίση από ανθρώπους της περιοχής. Η πρώτη του επιτυχία στη Σκάλα του Μιλάνου έρχεται το 1839 με τον «Ομπέρτο», αλλά ακολουθεί μια δραματική προσωπική περίοδος: μέσα σε λίγο χρόνο χάνει τα δύο παιδιά του και τη σύζυγό του. Σκέφτεται να εγκαταλείψει τη σύνθεση.
Η επιστροφή του έρχεται με τον «Ναμπούκο», το 1842. Το «Va, pensiero», η χορωδία των Εβραίων αιχμαλώτων, συνδέεται στη συλλογική μνήμη με το ιταλικό Ριζορτζιμέντο. Ακολουθούν έργα που πέρασαν οριστικά στο παγκόσμιο ρεπερτόριο: «Ριγολέττο», «Τροβατόρε», «Τραβιάτα», «Αΐντα», «Οθέλλος» και, στο τέλος της ζωής του, ο «Φάλσταφ». Η μουσική του Βέρντι δεν ζητά από το κοινό να θαυμάσει απλώς την τεχνική. Βάζει στο κέντρο ανθρώπους που αγαπούν, προδίδουν, συνθλίβονται από την εξουσία ή αρνούνται να υποταχθούν. Πέθανε στο Μιλάνο το 1901, όμως οι μελωδίες και οι ήρωές του παραμένουν ζωντανοί σε κάθε μεγάλη σκηνή όπερας του κόσμου.
1954 – Γεννιέται στη Λισαβόνα ο Φερνάντο Σάντος. Στην Ελλάδα το όνομά του συνδέθηκε όσο λίγα ξένων προπονητών με την εθνική ομάδα ποδοσφαίρου. Ως παίκτης αγωνίστηκε κυρίως στην Εστορίλ, στη θέση του δεξιού μπακ, χωρίς να κάνει μεγάλη καριέρα στα γήπεδα. Η προπονητική του διαδρομή, όμως, τον ανέδειξε. Ξεκίνησε από την Εστορίλ, εργάστηκε σε μεγάλους πορτογαλικούς συλλόγους και ήρθε στην Ελλάδα το 2001 για την ΑΕΚ. Ακολούθησαν ο Παναθηναϊκός, μια δεύτερη θητεία στην ΑΕΚ και ο ΠΑΟΚ, όπου απέκτησε ισχυρό δεσμό με το ελληνικό ποδόσφαιρο.
Το 2010 διαδέχθηκε τον Ότο Ρεχάγκελ στην εθνική Ελλάδας, σε μια περίοδο κατά την οποία η ομάδα έπρεπε να αποδείξει ότι η επιτυχία του 2004 δεν ήταν μια μοναδική παρένθεση. Με τον Σάντος η Ελλάδα προκρίθηκε αήττητη στο Euro 2012, έφτασε στα προημιτελικά της διοργάνωσης και το 2014 πήγε στο Παγκόσμιο Κύπελλο της Βραζιλίας, όπου προκρίθηκε για πρώτη φορά στη φάση των «16». Αργότερα, ως ομοσπονδιακός τεχνικός της Πορτογαλίας, κατέκτησε το Euro του 2016 και το Nations League του 2019. Το ποδόσφαιρό του δεν ήταν ποτέ φτιαγμένο για εντυπωσιασμό. Βασίστηκε στην πειθαρχία, στην αμυντική οργάνωση και στην πίστη ότι μια ομάδα μπορεί να ξεπεράσει τη θεωρητική της δύναμη όταν δουλεύει συλλογικά.
Θάνατοι
1951 – Πεθαίνει στην Αθήνα ο Γεώργιος Βλάχος, ιδρυτής της «Καθημερινής» και μια από τις πιο επιδραστικές, αλλά και βαθιά αντιφατικές, μορφές του ελληνικού Τύπου στον 20ό αιώνα. Γεννημένος το 1886, σπούδασε Νομική, εργάστηκε στην Εθνική Τράπεζα και ασχολήθηκε με τη λογοτεχνία και το θέατρο πριν στραφεί οριστικά στη δημοσιογραφία. Το 1919 ίδρυσε την «Καθημερινή», η οποία πολύ γρήγορα έγινε κεντρικό όργανο της αντιβενιζελικής παράταξης. Η εφημερίδα του δεν έκρυβε τις πολιτικές της προτιμήσεις. Εξέφραζε μια σκληρή συντηρητική γραμμή και συμμετείχε ενεργά στις διαιρέσεις της εποχής.
Ο Βλάχος έγραψε σε μια περίοδο πολέμων, εθνικού διχασμού, δικτατοριών και Κατοχής. Στα κρίσιμα χρόνια της Μικρασιατικής Εκστρατείας, άρθρα του προκάλεσαν έντονες αντιδράσεις, επειδή υποστήριζαν την επιστροφή της στρατιάς. Το 1936 η «Καθημερινή» στήριξε την εγκαθίδρυση της δικτατορίας Μεταξά. Τον Μάρτιο του 1941, λίγο πριν από τη γερμανική εισβολή, ο Βλάχος δημοσίευσε την περίφημη ανοικτή επιστολή προς τον Χίτλερ, αρνούμενος τη γερμανική απαίτηση για υποταγή της Ελλάδας. Μετά τον θάνατό του, τη διεύθυνση της εφημερίδας ανέλαβε η κόρη του, Ελένη Βλάχου. Η διαδρομή του δείχνει πόση δύναμη έχει ο Τύπος να διαμορφώνει πολιτικές συνειδήσεις, αλλά και πόσο δύσκολο είναι να αποσπαστεί από τις ταξικές και πολιτικές του συμμαχίες.
1963 – Πεθαίνει η Εντίτ Πιάφ, η φωνή που έγινε σχεδόν συνώνυμη με το γαλλικό τραγούδι. Γεννήθηκε στο Παρίσι το 1915 ως Εντίτ Τζοβανά Γκασιόν και μεγάλωσε μέσα στη φτώχεια, σε μια ζωή που η ίδια αργότερα μυθοποιήθηκε όσο λίγες. Το καλλιτεχνικό της όνομα, Πιάφ, σημαίνει «σπουργίτι» στην παρισινή αργκό. Της το έδωσε ο Λουί Λεπλέ, που την ανακάλυψε να τραγουδά στους δρόμους και διέκρινε αμέσως τη μικρόσωμη γυναίκα με τη φωνή που έμοιαζε να κουβαλά ολόκληρη την πόλη.
Η Πιάφ δεν τραγουδούσε με την αποστασιοποίηση της σταρ. Έκανε κάθε τραγούδι προσωπική εξομολόγηση, μιλώντας για έρωτα, απώλεια, φτώχεια, ζήλια και επιβίωση. Το «La Vie en rose», το «Hymne à l’amour» και το «Non, je ne regrette rien» ταξίδεψαν πολύ πέρα από τη Γαλλία και την έκαναν διεθνές σύμβολο του chanson. Η ζωή της σημαδεύτηκε από δύσκολες σχέσεις, τον θάνατο του μεγάλου έρωτά της, του πυγμάχου Μαρσέλ Σερντάν, και σοβαρά προβλήματα υγείας που επιδεινώθηκαν από ατυχήματα και εξαρτήσεις. Πέθανε μόλις στα 47 της χρόνια, κοντά στη Γκρας. Η φωνή της, ωμή και σπαρακτική, θυμίζει ακόμα και σήμερα, ότι το λαϊκό τραγούδι μπορεί να χωρέσει μέσα σε τρία λεπτά μια ολόκληρη κοινωνική και προσωπική ιστορία.
Πηγές: https://www.sansimera.gr/ και https://el.wikipedia.org/wiki/
