16 Οκτωβρίου 2026
🌅 Ανατολή ήλιου: 07:34 – Δύση ήλιου: 18:46 – Διάρκεια ημέρας: 11 ώρες 12 λεπτά
🌒 Σελήνη 5.3 ημερών.

Είναι η 289η ημέρα του έτους κατά το Γρηγοριανό ημερολόγιο
Υπολείπονται 76 ημέρες για τη λήξη του.
Χρόνια πολλά στον Λογγίνο
Γεγονότα
1923 – Στις 16 Οκτωβρίου ο Γουόλτ και ο Ρόι Ντίσνεϊ θέτουν τις βάσεις της εταιρείας που θα εξελιχθεί στη Disney[1]. Αφετηρία είναι ένα συμβόλαιο του Γουόλτ με τη διανομέα Μάργκαρετ Γουίνκλερ για τη σειρά «Alice Comedies». Οι μικρού μήκους βωβές ταινίες συνδυάζουν μια πραγματική μικρή ηθοποιό με έναν κόσμο κινουμένων σχεδίων. Το εγχείρημα οργανώνεται ως Disney Brothers Cartoon Studio, με τους δύο αδελφούς συνεταίρους. Η ημερομηνία θεωρείται η επίσημη αρχή της εταιρείας. Ο Γουόλτ αναλαμβάνει κυρίως τη δημιουργική κατεύθυνση, ενώ ο Ρόι θα συνδεθεί καθοριστικά με την οικονομική και οργανωτική της συγκρότηση.
Ο Γουόλτ Ντίσνεϊ είχε γεννηθεί στο Σικάγο στις 5 Δεκεμβρίου 1901 και είχε ήδη δοκιμαστεί επαγγελματικά στο Κάνσας Σίτι. Η μετακίνησή του στην Καλιφόρνια ακολουθεί προηγούμενες οικονομικές δυσκολίες. Το νέο στούντιο ξεκινά σε μια εποχή κατά την οποία τα κινούμενα σχέδια αναζητούν σταθερό χώρο στο κινηματογραφικό πρόγραμμα και βιώσιμους τρόπους παραγωγής. Η συμφωνία διανομής προσφέρει μια συγκεκριμένη δυνατότητα: οι ταινίες μπορούν να φτάνουν στις αίθουσες και η εργασία των δημιουργών να αποκτά συνέχεια. Η μελλοντική επιτυχία δεν είναι ακόμη εξασφαλισμένη και η χρηματοδότηση παραμένει καθημερινή ανάγκη.
Στα επόμενα χρόνια το στούντιο θα αναπτύξει χαρακτήρες, αφηγηματικές τεχνικές και ένα οργανωμένο σύστημα παραγωγής. Ο Μίκι Μάους θα εμφανιστεί το 1928 και η «Χιονάτη και οι επτά νάνοι» το 1937 θα αποδείξει τις εμπορικές δυνατότητες του μεγάλου μήκους κινουμένου σχεδίου. Η προσθήκη ήχου, η αξιοποίηση του χρώματος και η συντονισμένη εργασία σχεδιαστών, μουσικών και τεχνικών διευρύνουν τα εκφραστικά μέσα του είδους. Η επιτυχία αποδίδεται συχνά αποκλειστικά στον ιδρυτή, όμως κάθε ολοκληρωμένη ταινία προκύπτει από συλλογική εργασία, εξειδίκευση και πολλές ώρες δοκιμών, διορθώσεων και επανασχεδιασμού.
Η εταιρεία θα επεκταθεί πέρα από τις ταινίες, στην τηλεόραση, στα θεματικά πάρκα και στην εμπορική αξιοποίηση των χαρακτήρων της. Η ιστορία της δείχνει πώς η καλλιτεχνική επινόηση μπορεί να συνδεθεί με μια ισχυρή επιχειρηματική οργάνωση. Δείχνει επίσης πόση σημασία έχουν η ιδιοκτησία των έργων και ο έλεγχος της διανομής στην πολιτιστική βιομηχανία. Η 16η Οκτωβρίου 1923 σηματοδοτεί την αρχή αυτής της διαδρομής. Για την κατανόησή της χρειάζεται να βλέπουμε μαζί τη δημιουργική συμβολή των αδελφών Ντίσνεϊ, την εργασία των συνεργατών τους και τους οικονομικούς όρους που επέτρεψαν στο μικρό στούντιο να μεγαλώσει.
1975 – Αρχίζει στις 16 Οκτωβρίου η δίκη για την αιματηρή καταστολή της εξέγερσης του Πολυτεχνείου. Η διαδικασία διεξάγεται στη δικαστική αίθουσα των Φυλακών Κορυδαλλού, ενώπιον του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Ανάμεσα στους κατηγορουμένους βρίσκονται ο Γεώργιος Παπαδόπουλος και ο Δημήτριος Ιωαννίδης, καθώς και στρατιωτικοί, αστυνομικοί και πολιτικά στελέχη του δικτατορικού μηχανισμού. Στο επίκεντρο βρίσκονται ανθρωποκτονίες, απόπειρες ανθρωποκτονίας, σωματικές βλάβες και παράνομες κρατήσεις. Η δίκη επιχειρεί να προσδιορίσει συγκεκριμένες ποινικές ευθύνες για πράξεις που έγιναν κατά την καταστολή και τις ημέρες που ακολούθησαν, όταν ο στρατός και οι δυνάμεις ασφαλείας επιχειρούσαν στην Αθήνα.
Πρόεδρος του δικαστηρίου είναι ο εφέτης Ιωάννης Κουσουλός και εισαγγελέας ο Νικόλαος Γανώσης. Οι καταθέσεις αφορούν τόσο εκείνους που εκτέλεσαν εντολές όσο και τη διοίκηση των επιχειρήσεων. Η είσοδος του άρματος στο Πολυτεχνείο, τα πυρά στους δρόμους και οι διώξεις πολιτών εξετάζονται μέσα από μαρτυρίες και αποδεικτικό υλικό. Η αναζήτηση ευθύνης δεν περιορίζεται σε έναν μεμονωμένο χειριστή ή σε μια στιγμή της νύχτας. Το κρίσιμο ερώτημα είναι πώς κινητοποιήθηκαν οι κρατικοί μηχανισμοί, ποιοι έδωσαν εντολές και πώς συνδέθηκαν οι αποφάσεις με τα εγκλήματα που καταγγέλλονταν.
Η δικαστική τεκμηρίωση και η μεταγενέστερη ιστορική έρευνα επιτρέπουν να διακρίνουμε τα πραγματικά γεγονότα από τις διαστρεβλώσεις τους. Οι τεκμηριωμένοι θάνατοι συνδέονται με την καταστολή στους δρόμους της Αθήνας. Η απουσία επιβεβαιωμένου θανάτου μέσα στον περίβολο του ιδρύματος δεν αναιρεί τους νεκρούς της εξέγερσης ούτε απαλλάσσει εκείνους που άσκησαν τη βία. Το Πολυτεχνείο υπήρξε κέντρο μιας ευρύτερης αντιδικτατορικής κινητοποίησης. Φοιτητές, εργαζόμενοι και άλλοι πολίτες βρέθηκαν αντιμέτωποι με ένα καθεστώς που αντιμετώπιζε τη διεκδίκηση ελευθερίας ως εσωτερικό εχθρό και χρησιμοποιούσε τα όπλα για να επιβάλει τη σιωπή.
Η απόφαση εκδίδεται στις 30 Δεκεμβρίου 1975 και περιλαμβάνει βαριές καταδίκες, μεταξύ τους ισόβια για τον Ιωαννίδη και τον Νικόλαο Ντερτιλή και κάθειρξη 25 ετών για τον Παπαδόπουλο[2]. Η διαδικασία αποτελεί σημαντική στιγμή λογοδοσίας στη Μεταπολίτευση. Δεν ταυτίζεται με τη χωριστή δίκη των πρωταιτίων του πραξικοπήματος, καθώς εδώ εξετάζονται συγκεκριμένα εγκλήματα της καταστολής. Η αξία της βρίσκεται και στο δημόσιο αρχείο που άφησε: μαρτυρίες θυμάτων, καταθέσεις αυτοπτών και εξηγήσεις των κατηγορουμένων. Αυτό το υλικό διατηρεί ορατή την ευθύνη ανθρώπων και μηχανισμών, απέναντι σε κάθε μεταγενέστερη προσπάθεια να παρουσιαστεί η κρατική βία ως ατύχημα ή ως αναπόφευκτη διαχείριση μιας κρίσης.
Γεννήσεις
1854 – Γεννιέται στις 16 Οκτωβρίου στο Δουβλίνο ο Όσκαρ Ουάιλντ, Ιρλανδός συγγραφέας, ποιητής και δραματουργός. Μεγαλώνει σε οικογένεια με έντονα πνευματικά ενδιαφέροντα και σπουδάζει στο Τρίνιτι Κόλετζ του Δουβλίνου και στην Οξφόρδη. Οι ιδέες του Γουόλτερ Πέιτερ και του Τζον Ράσκιν επηρεάζουν τη σκέψη του για την ομορφιά και την καλλιτεχνική δημιουργία. Θα αναδειχθεί σε κεντρική μορφή του αισθητισμού, υπερασπιζόμενος την αυτονομία της τέχνης απέναντι στις απαιτήσεις της χρησιμότητας και της συμβατικής ηθικής. Η δημόσια παρουσία του, με το πνεύμα και την ειρωνεία της, προκαλεί θαυμασμό αλλά και εχθρότητα.
Στο Λονδίνο διαμορφώνει τη συγγραφική του πορεία και αποκτά φήμη τόσο για τα κείμενα όσο και για τη συνομιλία του. Το «Πορτρέτο του Ντόριαν Γκρέι» δημοσιεύεται αρχικά το 1890 και σε διευρυμένη μορφή βιβλίου το 1891. Η επιθυμία για αδιάκοπη νεότητα και η απόσταση ανάμεσα στην εξωτερική εμφάνιση και στις πράξεις οργανώνουν τη σκοτεινή ιστορία του. Στο θέατρο, έργα όπως «Η βεντάλια της λαίδης Γουίντερμιρ» και «Η σημασία του να είναι κανείς σοβαρός» αποκαλύπτουν τις αντιφάσεις της ευυπόληπτης κοινωνίας. Οι ήρωές του επικαλούνται αρχές που παραβιάζουν εύκολα, αρκεί να διατηρείται η κοινωνική τους υπόληψη.
Το 1895 η σύγκρουσή του με τον μαρκήσιο του Κουίνσμπερι, πατέρα του Άλφρεντ Ντάγκλας, οδηγεί σε δικαστικές διαδικασίες. Ο Ουάιλντ είχε στραφεί εναντίον του για συκοφαντική δυσφήμηση, αλλά η υπόθεση στρέφεται τελικά εις βάρος του. Καταδικάζεται σε δύο χρόνια φυλάκισης με καταναγκαστικά έργα, βάσει της νομοθεσίας που ποινικοποιούσε σεξουαλικές πράξεις μεταξύ ανδρών. Η καταδίκη του εκφράζει τη θεσμική καταδίωξη της ομοφυλοφιλίας στη βικτωριανή Βρετανία[3]. Η επαγγελματική του ζωή καταρρέει, η υγεία του επιβαρύνεται και οι συνέπειες επεκτείνονται στην οικογένειά του. Η περιγραφή αυτής της διαδρομής ως απλού προσωπικού σκανδάλου αποκρύπτει τον ομοφοβικό χαρακτήρα του νόμου και της κοινωνικής εξουσίας της εποχής.
Στη φυλακή γράφει το εκτενές γράμμα προς τον Ντάγκλας που θα γίνει γνωστό ως «Εκ βαθέων». Μετά την αποφυλάκισή του, το 1897, εγκαθίσταται στη Γαλλία. Το 1898 δημοσιεύει τη «Μπαλάντα της φυλακής του Ρέντινγκ», μετατρέποντας την εμπειρία του εγκλεισμού σε ποίηση για την τιμωρία και την ανθρώπινη οδύνη. Πεθαίνει στο Παρίσι στις 30 Νοεμβρίου 1900, σε ηλικία 46 ετών. Το έργο του παραμένει ζωντανό για τη γλωσσική του ακρίβεια, τη θεατρική ευφυΐα και την κριτική στον καθωσπρεπισμό. Η ζωή του θυμίζει παράλληλα πόσο καταστροφική γίνεται η νομοθετημένη προκατάληψη όταν αποκτά τη δύναμη να ορίζει ποιοι άνθρωποι δικαιούνται αξιοπρέπεια και ελευθερία.
Θάνατοι
1958 – Πεθαίνει στην Αθήνα, στις 16 Οκτωβρίου, ο Μιχάλης Σουγιούλ, ένας από τους σημαντικότερους δημιουργούς του ελληνικού ελαφρού τραγουδιού. Το πραγματικό του επώνυμο ήταν Σουγιουλτζόγλου και είχε γεννηθεί το 1906[4] στο Αϊδίνιο της Μικράς Ασίας. Η οικογένειά του εγκαταστάθηκε στην Αθήνα το 1920. Αρχικά ακολούθησε την εμπορική δραστηριότητα του πατέρα του, αλλά η μουσική απέκτησε σύντομα κεντρική θέση στη ζωή του. Ως πιανίστας, συνθέτης και διευθυντής ορχήστρας εργάστηκε σε διαφορετικούς χώρους του θεάματος, αναπτύσσοντας μια δημιουργική δραστηριότητα που συνδέθηκε στενά με την καθημερινή ψυχαγωγία του αστικού κοινού.
Η επαφή του με τη δυτική χορευτική μουσική και με την ορχήστρα του Αργεντινού Εντουάρντο Μπιάνκο διεύρυνε την εμπειρία του. Έγραψε εκατοντάδες τραγούδια, από τανγκό και βαλς έως μελωδίες που πλησίαζαν το λαϊκό άκουσμα. Η επιθεώρηση, η δισκογραφία, τα νυχτερινά κέντρα και ο κινηματογράφος αποτελούσαν συγκοινωνούντες επαγγελματικούς χώρους. Ένα τραγούδι μπορούσε να ξεκινήσει στη σκηνή, να περάσει στον δίσκο και να βρει ακόμη μεγαλύτερο κοινό μέσα από το ραδιόφωνο. Ο Σουγιούλ γνώριζε αυτές τις διαδρομές και μπορούσε να προσαρμόζει τη μουσική του στις απαιτήσεις της παράστασης, του ερμηνευτή και της ορχήστρας.
Καθοριστική υπήρξε η συνεργασία του με τη Σοφία Βέμπο και με στιχουργούς όπως ο Μίμης Τραϊφόρος, ο Αλέκος Σακελλάριος και ο Χρήστος Γιαννακόπουλος. Το «Παιδιά, της Ελλάδος παιδιά» βασίστηκε στη μελωδία της παλαιότερης «Ζεχράς», με νέους στίχους του Τραϊφόρου, και συνδέθηκε με τον πόλεμο του 1940. Μεταπολεμικά, «Το τραμ το τελευταίο», που τραγούδησε η Σπεράντζα Βρανά στην επιθεώρηση «Άνθρωποι, άνθρωποι» το 1948, έγινε σταθμός για το αρχοντορεμπέτικο. Το ύφος αυτό αξιοποιούσε λαϊκότροπα στοιχεία, χιούμορ και δυτικότροπη ενορχήστρωση, δημιουργώντας μια μορφή τραγουδιού κατάλληλη για το θέατρο και την οργανωμένη νυχτερινή διασκέδαση.
Η μουσική του ακούστηκε επίσης σε κινηματογραφικές παραγωγές, ενώ τραγούδια όπως «Ας ερχόσουν για λίγο», «Άρχισαν τα όργανα» και «Μια ζωή την έχουμε» διατηρήθηκαν στο ρεπερτόριο πολλών γενεών. Η διαδρομή του δείχνει ότι οι διαχωρισμοί ανάμεσα στο ελαφρό και στο λαϊκό τραγούδι υπήρξαν πιο σύνθετοι από όσο υπονοούν οι εύκολες ετικέτες. Οι δημιουργοί και οι ερμηνευτές συναντιούνταν στην πράξη, αντάλλασσαν επιρροές και ανταποκρίνονταν σε μεταβαλλόμενα ακροατήρια. Ο Σουγιούλ άφησε ένα έργο με μελωδική ευχέρεια και ισχυρή σχέση με το κοινό. Πίσω από την αίσθηση της αβίαστης διασκέδασης βρισκόταν η συνεχής εργασία ενός επαγγελματία μουσικού, που δημιουργούσε και διηύθυνε ορχήστρες σε απαιτητικούς καθημερινούς ρυθμούς.
Διαβάστε περισσότερα γεγονότα αυτής της μέρας

