Ζαπάντι | Ο μιναρές της σιωπής


.

Λευτέρη Τηλιγάδα

Ο μιναρές της σιωπής

Ένα ερείπιο οθωμανικού πολιτισμού
και η συλλογική μας αδιαφορία


Δυόμισι περίπου χιλιόμετρα από το κέντρο του Αγρινίου, στέκει ακόμη όρθιο –πληγωμένο αλλά πεισματάρικο– ένα πολιτισμικό αποτύπωμα που κουβαλά πάνω του κάτι περισσότερο από δυόμισι αιώνες ιστορίας. Ένα ερείπιο του οθωμανικού παρελθόντος της περιοχής, που στέκει ακόμα όρθιο στη μέση του κάμπου της πόλης για να μας εκθέτει. Μας εκθέτει για τη συνενοχή μας, για την αδιαφορία μας, για την επιλεκτική μνήμη με την οποία αντιμετωπίσαμε ό,τι δεν ταίριαζε στο κυρίαρχο εθνικό αφήγημα, παρότι γεννήθηκε, έζησε και χάθηκε μέσα στην ίδια την τοπική κοινωνία, πέρα και ανεξάρτητα από θρησκείες.

Το μνημείο αυτό δεν είναι άλλο από τον μιναρέ ενός γκρεμισμένου τζαμιού. Τον συναντά κανείς στον δρόμο που οδηγεί από τον κόμβο του δημοτικού σταδίου προς τη σημερινή κοινότητα της Μεγάλης Χώρας. Στέκει εκεί, μόνος, αποκομμένος από το κτίσμα που κάποτε του έδινε νόημα, κάθετη κραυγή μέσα στο τοπίο της λήθης.

Η σημερινή Μεγάλη Χώρα ήταν το οθωμανικό Ζεμπάν, ή Ζαπάντα, ή Ζαπάντι, ή Ζαπάντ’. Ένας οικισμός που δημιουργήθηκε από χριστιανούς αγρότες, εργαζόμενους στα χωράφια του πρώτου μουσουλμάνου ευνούχου και οικιστή της περιοχής, του Μουσά Αγά. Με το πέρασμα των χρόνων, οι κάτοικοι αυτοί εξισλαμίστηκαν, χωρίς όμως να αποκοπούν από τη γλώσσα τους και από πολλά ήθη και έθιμα της προηγούμενης θρησκευτικής τους ζωής.

Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά στοιχεία αυτής της πολιτισμικής συνέχειας ήταν η ιδιαίτερη αγάπη και πίστη που ένιωθαν πολλές μουσουλμάνες της περιοχής προς τη Μαρία, την Παναγία, τη μητέρα του ιδρυτή της χριστιανικής θρησκείας. Όπως επισημαίνει η Τασούλα Δερβενιώτη[1], το γεγονός αυτό βοηθά να κατανοήσουμε γιατί ο ναός της Κοίμησης της Θεοτόκου –μια παλαιοχριστιανική βασιλική του 4ου έως 6ου αιώνα μ.Χ., το αρχαιότερο χριστιανικό μνημείο της περιοχής– συνυπήρχε με τα δύο τζαμιά του Ζαπάντ’. Και μάλιστα, σύμφωνα με τους αρχαιολόγους, ο ναός φαίνεται πως αγιογραφήθηκε ολόκληρος τον 16ο αιώνα, την ίδια εποχή που το μουσουλμανικό Ζαπάντ’ βρισκόταν στη μεγάλη του ακμή.

Κι όμως, η επίσημη ιστορία του ελληνικού κράτους, όπως έχουν επισημάνει πολλοί ιστορικοί, επέλεξε συστηματικά να αποσιωπήσει ό,τι δεν κολάκευε το εθνικό αφήγημα που χρειαζόταν το νεοσύστατο κράτος για να ομογενοποιηθεί. Το αποτέλεσμα ήταν μνημεία όπως το τζαμί της Μεγάλης Χώρας να αφεθούν στη φθορά του χρόνου, θύματα μιας διαχρονικής και ασυγχώρητης αδιαφορίας τόσο των αρμόδιων υπηρεσιών του Υπουργείου Πολιτισμού όσο και των τοπικών αρχών αυτοδιοίκησης, που ποτέ δεν έδειξαν ουσιαστικό ενδιαφέρον για την προστασία και την ανάδειξή τους.

Χαρακτηριστικό είναι ότι η έκδοση «Αιτωλοακαρνανία, Φυσικό περιβάλλον. Ιστορία, μνημεία, οικολογικές και πολιτιστικές διαδρομές» της ΤΕΔΚ Νομού Αιτωλοακαρνανίας, που υλοποιήθηκε με τη συμμετοχή της Ελληνικής Εταιρείας Τοπικής Ανάπτυξης και Αυτοδιοίκησης και εκδόθηκε το 1992 (με επανέκδοση το 1997), δεν αναφέρει καν την ύπαρξη του μνημείου. Αντίθετα, η έκδοση της Ιστορικής – Αρχαιολογικής Εταιρείας Δυτικής Στερεάς Ελλάδας του 1995, με τίτλο «Αιτωλοακαρνανία – Τόποι, μνημεία, Ιστορία», αφιερώνει μόλις μία και μόνο πρόταση: «Στον ίδιο χώρο άκμασε κατά την Τουρκοκρατία ανθηρή κοινότητα Οθωμανών τιμαριούχων, πιθανότατα πρώην χριστιανών με το όνομα Ζαπάντι. Μοναδικό απτό ενθύμιο της παρουσίας τους είναι τα ερείπια του τζαμιού τους, νότια του χωριού».

Κάπως έτσι, το μνημείο αυτό –μαζί και η ανθρωποκεντρική, πολυφωνική ιστορία της περιοχής– πέρασε στη χώρα της σιωπής[2]. Η εθνοκεντρική εκδοχή της ιστορίας αποσιώπησε ότι από τον 16ο έως τον 19ο αιώνα το Ζαπάντ’ υπήρξε μια μεγάλη και ζωντανή κωμόπολη: με 300 σπίτια περικλεισμένα από ψηλούς τοίχους, τρία σχολεία, δύο λουτρά, 57 μαγαζιά και τρία χάνια για τους εμπόρους. Ήταν σημαντικό εμπορικό κέντρο, με εβδομαδιαία εμποροπανήγυρη και καπνά που είχαν «κατακτήσει τον κόσμο». Γι’ αυτό και οι κάτοικοί του αρνήθηκαν πεισματικά να εγκαταλείψουν τον τόπο τους, όπως έκαναν οι μουσουλμάνοι αστοί του Αγρινίου. Πολέμησαν για το βιος τους, όπως πάντα πολεμούν οι άνθρωποι –όχι ως έθνη ή φυλές, αλλά ως κοινωνίες που υπερασπίζονται τη ζωή τους.

Την ύπαρξη των δύο τζαμιών του Ζαπαντιού επιβεβαιώνει και ο Εβλιά Τσελεμπί στον όγδοο τόμο του έργου του Σεγιαχατναμέ, όπου σημειώνει:
«Το τζαμί του παζαριού έχει πολύ μεγάλη ενορία. Ο μιναρές του είναι χτισμένος με σπασμένο τούβλο και η αυλή του στολίζεται με θεόρατα κυπαρίσσια. Υπάρχει ακόμα ένα τζαμί: το Κιουτσούκ-Παζάρ».

Σήμερα, αυτό που απομένει είναι ένας μιναρές χωρίς τζαμί. Ένα μνημείο χωρίς φωνή. Και μαζί του, ένα μεγάλο ερώτημα για το πώς επιλέγουμε να θυμόμαστε – και τι αποφασίζουμε να αφήνουμε να γκρεμίζεται.

—————————————————————————————————–
1.Το κείμενο αποτελεί μέρος της εισήγησης της Τασούλας Βερβενιώτη στην ημερίδα που διοργάνωσε το Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων στο Αγρίνιο το Σεπτέμβριο του 2000 και δημοσιεύτηκε πρώτη φορά από το Δήμο Αγρινίου με τίτλο «Ζαπάντ’, η Μεγάλη Χώρα της σιωπής».
2. Τασούλας Βερβενιώτη, ό.π.
Φωτογραφία:
——————————————————————————————————-
Η μνήμη είναι μια δυνατότητα για να διευρύνουμε το μέλλον

και όχι για  να το συρρικνώσουμε στο ήδη ξεπερασμένο παρελθόν

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *