...
| Λευτέρης Τηλιγάδας |
Το «Έγκλημα του Αγρινίου»
στο Στρατοδικείο της Πάτρας
| Μια δίκη που δεν πρόλαβε να ξεκινήσει και αναβλήθηκε |
Το πρωινό της 15ης Φεβρουαρίου 1926, η Πάτρα φιλοξενούσε μια σύγκρουση συμφερόντων, πολιτικών στρατοπέδων και τοπικών ισορροπιών που είχαν διαμορφωθεί μέσα σε μια από τις πιο ταραγμένες περιόδους της νεότερης ελληνικής ιστορίας. Στο Στρατοδικείο της πόλης άρχιζε η εκδίκαση του λεγόμενου «εγκλήματος του Αγρινίου» – μιας υπόθεσης που, από τον Σεπτέμβριο του 1924, είχε διχάσει την κοινωνία της Αιτωλοακαρνανίας και είχε φέρει στο προσκήνιο ερωτήματα για τη λειτουργία της Δικαιοσύνης, τον ρόλο της χωροφυλακής και τις πολιτικές διασυνδέσεις της τοπικής εξουσίας.
Η αίθουσα ήταν κατάμεστη και η παρουσία τόσου κόσμου μαρτυρούσε ότι η υπόθεση είχε υπερβεί τα όρια ενός ποινικού εγκλήματος. Είχε μετατραπεί σε δημόσιο ζήτημα, σχεδόν σε λαϊκό δικαστήριο πριν από το δικαστήριο. Στο εδώλιο κάθονταν ο Δημήτριος Κόκκιος και ο Ευάγγελος Ζέμας. Ο πρώτος κατηγορούνταν για τη ληστεία και τη διπλή δολοφονία που διαπράχθηκε τον Σεπτέμβριο του 1924 στο Σορο0βίγλι. Ο δεύτερος για τον στραγγαλισμό του Αναστασίου Γαλανοπούλου μέσα στο κρατητήριο της Αστυνομίας του Αγρινίου, με τις δύο υποθέσεις -η ληστεία και ο φόνος στο Σοροβίγλι καθώς και ο πνιγμός στο κρατητήριο- να έχουν συγχωνευθεί σε ένα ενιαίο, σύνθετο κατηγορητήριο.
Στις 22 Σεπτεμβρίου 1924, νωρίς το πρωί, ένα αυτοκίνητο κατευθυνόταν από το Μεσολόγγι προς την Κατούνα. Επιβαίνοντες ήταν ο πρωτοδίκης Μεσολογγίου Αντωνόπουλος οι καπνέμποροι Ανδρέας Κουζέλης και Κατσιμπίνης. Το Αγρίνιο της δεκαετίας του 1920 ήταν κέντρο καπνεμπορίου· ο καπνός αποτελούσε πηγή πλούτου και πολιτικής επιρροής.
Στη θέση Σοροβίγλι, σε απότομη στροφή, το όχημα συνάντησε οδοφράγματα. Ένας κρότος ακούστηκε και αρχικά θεωρήθηκε ότι έσκασε ελαστικό. Όταν δύο από τους επιβάτες κατέβηκαν για να ελέγξουν την κατάσταση, δέχθηκαν πυρά από ληστές που είχαν στήσει ενέδρα. Οι δύο καπνέμποροι βρέθηκαν λίγο αργότερα νεκροί, βαριά κακοποιημένοι και ληστευμένοι, με εμφανείς χαριστικές βολές. Το γεγονός προκάλεσε σοκ. Η επίθεση, ωστόσο, δεν αντιμετωπίστηκε απλώς ως ληστρική ενέργεια. Οι φήμες άρχισαν να συνδέουν το έγκλημα με πολιτικές αντιπαλότητες της περιοχής.
Κατά την προανάκριση συνελήφθη, μεταξύ άλλων, ο Αν. Γαλανοπούλος, επιστάτης σε κτήματα που συνδέονταν με τον βενιζελικό πολιτευτή Αγρινίου Β. Μπέλλο – πολιτικό αντίπαλο κύκλων που σχετίζονταν με τα θύματα. Ο Γαλανοπούλος φέρεται να απείλησε ότι θα προβεί σε αποκαλύψεις, αλλά λίγο αργότερα βρέθηκε στραγγαλισμένος στο κρατητήριο. Η είδηση προκάλεσε αίσθηση. Πώς είναι δυνατόν ένας κρατούμενος να δολοφονείται εντός αστυνομικού χώρου; Ο Ζέμας ομολόγησε τον στραγγαλισμό, ισχυριζόμενος ότι δεν ενήργησε μόνος. Αναφέρθηκαν ονόματα αξιωματικών και πολιτικών προσώπων. Ακολούθησαν συλλήψεις και γρήγορες αποφυλακίσεις. Η εικόνα που διαμορφωνόταν ήταν εκείνη μιας υπόθεσης όπου οι ευθύνες ενδεχομένως άγγιζαν πρόσωπα με επιρροή.
Η έναρξη της δίκης συνοδεύτηκε από ένταση. Τριάντα από τους εκατόν είκοσι μάρτυρες απουσίαζαν, μεταξύ τους και βασικοί αυτόπτες. Η απουσία τους αποτέλεσε αφορμή για αίτημα αναβολής. Οι συνήγοροι συγκρούστηκαν ανοιχτά. Έγινε λόγος για «εγκληματική σκευωρία», για «συκοφαντίες του Τύπου», για πολιτική στοχοποίηση. Σε μια χαρακτηριστική αποστροφή, ακούστηκε ότι «ολόκληρη η Αιτωλοακαρνανία βοά» για την ενοχή συγκεκριμένου πολιτικού προσώπου. Η αντιπαράθεση ξέφυγε από τα στενά όρια της νομικής επιχειρηματολογίας και έλαβε καθαρά πολιτικό χαρακτήρα.Το δικαστήριο τελικά ανέβαλε τη δίκη για δύο μήνες, διατάσσοντας τη βίαιη προσαγωγή των απόντων μαρτύρων στην επόμενη συνεδρίαση.
Για να κατανοηθεί πλήρως το γεγονός, πρέπει να ιδωθεί στο πλαίσιο της μεσοπολεμικής Ελλάδας. Μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, η χώρα βρισκόταν σε βαθιά πολιτική και κοινωνική αναστάτωση. Το 1924 είχε ανακηρυχθεί η Δεύτερη Ελληνική Δημοκρατία, όμως η σταθερότητα παρέμενε εύθραυστη. Ο στρατός διατηρούσε αυξημένη επιρροή, ενώ τα στρατοδικεία δεν ήταν σπάνια σε υποθέσεις που θεωρούνταν ότι άγγιζαν την κρατική ασφάλεια ή τη δημόσια τάξη. Ο Εθνικός Διχασμός εξακολουθούσε να διαπερνά την κοινωνία. Βενιζελικοί και αντιβενιζελικοί συγκρούονταν όχι μόνο στην κεντρική πολιτική σκηνή αλλά και στις τοπικές κοινωνίες. Στην Αιτωλοακαρνανία, όπου το καπνεμπόριο αποτελούσε βασικό πυλώνα της οικονομίας, τα οικονομικά συμφέροντα συνδέονταν στενά με την πολιτική επιρροή. Η δολοφονία δύο καπνεμπόρων μπορούσε να εκληφθεί ως πλήγμα σε συγκεκριμένο πολιτικό στρατόπεδο. Ο θάνατος ενός υπόπτου μέσα στο κρατητήριο υπονόμευε το κύρος της κρατικής εξουσίας. Και η εκδίκαση της υπόθεσης σε στρατοδικείο ενίσχυε την εντύπωση ότι η υπόθεση είχε ευρύτερες προεκτάσεις.
Η δίκη της 15ης Φεβρουαρίου 1926 δεν κατέληξε εκείνη την ημέρα σε ετυμηγορία. Άφησε, όμως, ένα αποτύπωμα: ανέδειξε την ευθραυστότητα των θεσμών, την πολιτικοποίηση της ποινικής δικαιοσύνης και τη βαθιά δυσπιστία της κοινωνίας απέναντι στο κράτος.Το «έγκλημα του Αγρινίου» όιπως έγραφαν οι εφημερίδες των Πατρών δεν ήταν μόνο μια υπόθεση ληστείας και δολοφονίας. Ήταν καθρέφτης της Ελλάδας του Μεσοπολέμου – μιας χώρας που προσπαθούσε να σταθεί όρθια μετά από εθνική καταστροφή, μέσα σε κλίμα πολιτικής καχυποψίας και έντονου τοπικισμού.
—————————————————————————————————
Πηγή: Σκριπ 16.2.1926, Η δίκη ενώπιον του στρατοδικείου των Πατρών δια το στυγερόν έγκλημα του Αγρινίου, σελ. 3
Φωτογραφία: Άποψη της οδού Μαιζώνος από την Πλατεία Γεωργίου Α΄
σε επιστολικό δελτάριο των αρχών του 20ου αιώνα.
——————————————————————————————————-
Η μνήμη είναι μια δυνατότητα για να διευρύνουμε το μέλλον
και όχι για να το συρρικνώσουμε στο ήδη ξεπερασμένο παρελθόν


