Τζένη Βάνου | Η πιο βαριά φωνή του Ελαφρού


...

| Τζένη Βάνου |

Η πιο «βαριά» φωνή του Ελαφρού

| Δεν εκτίμησα τη χρυσόσκονη που μ’ έλουσε ο Θεός.
Μετανιώνω που δεν έκανα λεφτά, γιατί στην ηλικία μου
η μόνη μου προοπτική πια είναι να κάνω αύριο καλύτερο μουσακά
και να ψωνίσω κάτι στο εγγόνι μου. |


Η  Γεννήθηκε στις 10 Φεβρουαρίου 1939 στην Αθήνα, στην πλατεία Αττικής. Το πραγματικό της όνομα ήταν Ευγενία Βραχνού, το οποίο και άλλαξε ο Γεράσιμος Λαβράνος για να μην την αναγνωρίσει ο πατέρας της, καθώς ήταν κάθετα αντίθετος στην απόφασή της να ασχοληθεί με το τραγούδι. Οι γονείς της χώρισαν, αφού η μητέρα της θέλησε να ακολουθήσει έναν άλλον άνδρα. Γι’ αυτόν το λόγο και της απαγορεύθηκε να βλέπει την κόρη της. Σπουδαίο ρόλο στη ζωή της Τζένης Βάνου έπαιξε η γιαγιά της. Αρχικά σκόπευε να σπουδάσει στη Φυσικομαθηματική Σχολή, αλλά μετά τη γνωριμία της με τον συνθέτη Μίμη Πλέσσα, τον οποίο θεωρούσε μέντορά της, έδωσε εξετάσεις στο Εθνικό Ίδρυμα Ραδιοφωνίας. Ξεκίνησε την καριέρα της το 1955, ως τραγουδίστρια ελαφράς ορχήστρας, στον ραδιοφωνικό σταθμό της ΕΡΤ.

Η Ελλάδα μέσα στην οποία μεγάλωσε και διαμορφώθηκε η Βάνου, ήταν μια μεταπολεμική χώρα βαθιά διχασμένη, με τον Εμφύλιο ακόμη νωπό στη μνήμη και με ένα κράτος που όριζε αυστηρά τι επιτρέπεται και τι όχι, ιδιαίτερα για τις γυναίκες. Υπήρχαν σαφή όρια στο πώς έπρεπε να ζει, να συμπεριφέρεται και να εκτίθεται μια γυναίκα στον δημόσιο χώρο. Το ελαφρό τραγούδι εκείνης της εποχής λειτούργησε ως διέξοδος, ως ένας τρόπος να χαλαρώσει η κοινωνία και να δείξει μια εικόνα κανονικότητας. Από το ραδιόφωνο της κρατικής ραδιοφωνίας ακουγόταν μια Ελλάδα τακτοποιημένη, κόσμια, που προσπαθούσε να κρύψει, ανεπιτυχώς τις περισσότερες φορές, τη φτώχεια, τη βία και τις πληγές της. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο ακούστηκε και η φωνή της, μεγάλη και καθαρή, ίσως μεγαλύτερη απ’ ό,τι χωρούσε το ελαφρό τραγούδι, αλλά κατάφερε να σταθεί γιατί μετέφερε συναίσθημα και αλήθεια που δεν μαθαίνονταν ούτε διδάσκονταν.

«Γεννήθηκα κάπου κοντά στην πλατεία Αττικής, αλλά μεγάλωσα με τη γιαγιά μου στον Βύρωνα. Είμαι παιδί χωρισμένων γoνιών. Αυτό με επηρέασε πολύ, γιατί από δύο χρόνων μου απαγορευόταν να βλέπω τη μητέρα μου. Είχε βγει το διαζύγιο εις βάρος της και όποτε προσπάθησε να με δει, διαδραματίστηκαν σκηνές βαρβαρότητας και απείρου κάλλους. Αυτή η εικόνα, να την πετάνε έξω, ενώ ερχόταν για μένα, με στιγμάτισε πάρα πολύ.»

«Στα οκτώ μου ο πατέρας μου ξαναπαντρεύτηκε και μετακομίσαμε στο Μοσχάτο. Δεν ήταν η ζωή που ήθελα, αλλά μου επετράπη να βλέπω τη μητέρα μου μια φορά τον μήνα. Μέχρι που στα δεκατέσσερα έκανα απόπειρα αυτοκτονίας. Μετά από αυτό, η στάση του πατέρα μου έγινε λίγο ελαστικότερη και την έβλεπα πιο συχνά.»

 

«Όταν με άκουσε να τραγουδάω ο δημοσιογράφος Γιώργος Κολοκοτρώνης, με πήγε στα ραδιοφωνικά “Κυριακάτικα Πρωινά” που έκανε ο Γιώργος Οικονομίδης με τον Μίμη Πλέσσα και τη Ρένα Ντορ. Ο Πλέσσας, αφού με άκουσε, μου είπε, “αναμφισβήτητα έχεις αξία”. Μου πρότεινε να περάσω ακρόαση για να με προσλάβουν στην Κρατική Ραδιοφωνία ως τραγουδίστρια. Έτσι έκανα τα χαρτιά μου με τις πλάτες της μάνας μου, κρυφά απ’ τον πατέρα μου, γιατί ακόμα πήγαινα σχολείο και τ’ όνειρό του ήταν να μπω στο πανεπιστήμιο.»

«Την πρώτη φορά που διαγωνιζόταν τραγούδι μου στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, ο Δημήτρης Χορν, που ήταν μέλος της επιτροπής, ψήφισε “Τζένη Βάνου”. Όταν η διευθύντρια του μουσικού προγράμματος του είπε “Τάκη, τραγούδια ψηφίζουμε”, εκείνος απάντησε: “μα, δεν έχετε καταλάβει ακόμα ότι τα επόμενα πενήντα χρόνια θα μας βασανίζει με τη φωνή της!”».

«Στην ακρόαση με συνόδευσε ο Γεράσιμος Λαυράνος. Αυτός ήταν που μου έδωσε και το ψευδώνυμό μου. Πέρασα τις εξετάσεις και για μια δοκιμαστική περίοδο τραγουδούσα με συνοδεία στο πιάνο τον μεγάλο Κώστα Γιαννίδη. Μετά από λίγο μπήκα στη μεγάλη ορχήστρα με τον Πλέσσα, που μου είχε τρομερή αδυναμία και με πίστεψε πολύ. Είπα δικά του τραγούδια αλλά και όλων των αναγνωρισμένων συνθετών, όπως ο Μουζάκης, ο Μωράκης, ο Καπνίσης.»

Η προσωπική της πορεία ξεκίνησε πολύ νωρίς ως σύγκρουση με την πατρική εξουσία και, μέσα από αυτήν, με τους κοινωνικούς κανόνες της εποχής. Τραγούδησε κρυφά, με τη στήριξη της μητέρας της, πήρε ψευδώνυμο για να μην αναγνωρίζεται και βρέθηκε ξαφνικά μόνη, με μια βαλίτσα έξω από την πόρτα. Αυτά τα γεγονότα δεν την έκαναν επιθετική ή θυμωμένη, αλλά την ανάγκασαν να δυναμώσει από μέσα της, να μάθει να αντέχει και να προχωρά. Σε μια περίοδο όπου οι γυναίκες καλλιτέχνιδες έμπαιναν εύκολα σε ταμπέλες, είτε ως ηθικά πρότυπα είτε ως αμφιλεγόμενες φιγούρες, εκείνη επέλεξε κάτι πιο απλό και πιο δύσκολο: να δουλεύει, να τραγουδάει και να ζει αποκλειστικά από τη φωνή της.

«Σ’ ένα από τα “Κυριακάτικα Πρωινά” του Rex ήρθε να με δει ο πατέρας μου με την ετεροθαλή αδερφή μου. Ήταν αρχιεργάτης στα πιεστήρια μιας εφημερίδας κι άκουγε απ’ τους κουτσομπόληδες –δημοσιογράφους που δεν ήξεραν ότι ήταν μπαμπάς μου– πόσο βράχος ηθικής ήμουν. Μου είπε “όσο μεγάλη και να γίνεις σε δόξα και ηλικία, να μάθεις να ζητάς συγγνώμη. Αυτό ήρθα σήμερα εγώ να ζητήσω, γιατί δεν ήξερα τι παιδί είχα κάνει”».

Στη δεκαετία του ’60, καθώς η Ελλάδα προσπαθούσε να εκσυγχρονιστεί επιφανειακά, με φεστιβάλ, διαγωνισμούς και λαμπερά θέατρα, η Βάνου βρέθηκε στο επίκεντρο. Βραβεία, επιτυχίες, ντουέτα, φεστιβάλ Θεσσαλονίκης: όλα αυτά ήταν η επίσημη όψη μιας χώρας που ήθελε να μοιάσει ευρωπαϊκή. Την ίδια στιγμή, όμως, κάτω από τη βιτρίνα, υπήρχε αυταρχισμός, λογοκρισία, φόβος. Η δικτατορία απλώς έκανε πιο ωμή αυτή την πραγματικότητα. Η συμμετοχή της στους επίσημους εορτασμούς δεν ήταν πολιτική δήλωση· ήταν η στάση της πλειοψηφίας των καλλιτεχνών που προσπαθούσαν να επιβιώσουν χωρίς να μιλήσουν. Η σιωπή, τότε, ήταν κι αυτή μια μορφή προσαρμογής.

 

 

«Το πρώτο μου σουξέ ήταν το ’62-’63, με το “Αν σ’ αρνηθώ αγάπη μου”. Το ’64, παράλληλα με τη «Νεράιδα», εμφανιζόμουν στο θέατρο με τον Γιώργο Μουζάκη, ο οποίος μου έγραψε τη “Σκλάβα” και το “Θέλω κοντά σου να μείνω”. Δεν έκανα κάτι τρανταχτό μέχρι το ’69, που με κάλεσε ο Φίνος. Ο Νίκος Μαμαγκάκης αργούσε να του παραδώσει τη μουσική για την ταινία Λεωφόρος του μίσους, γιατί η τραγουδίστριά του δεν μπορούσε να το βγάλει. Πάω εγώ, το μαθαίνω, το ηχογραφώ, παίρνω 350 δραχμές και φεύγω. Βγαίνει η ταινία, γίνεται χαμός κι εγώ δεν έχω πάρει είδηση. Ήμουν τότε στην εταιρεία “Βεντέτα” της Πόλυς Πάνου και με παίρνει ο άντρας της, ο Στέλιος Πελαγίδης, και μου λέει: έχουν σπάσει τα τηλέφωνα, ποιο είναι αυτό που λέει το: “ο ήλιος βγαίνει μες στα μάτια σου”;». Του απαντάω, “μπας κι είναι απ’ την ταινία;”. Είχα ξεχάσει και τα λόγια! Πήρε τη μήτρα απ’ τον Φίνο και με ειδική επεξεργασία στο Παρίσι το κυκλοφόρησε.»

 

 

«Με παίρνει μια μέρα ο Τάκης Λαμπρόπουλος της Columbia και μου λέει “κορίτσι μου, έκανες τη ζωή σου, σε θέλει ο Χατζιδάκις”». Μόλις το άκουσα, διαλύθηκα. Ο Χατζιδάκις με συγκλόνιζε! Αλλά ήταν σε μόνιμη αντιπαράθεση με τον Πλέσσα. Λέω, “ρε Τάκη, ο Μίμης μ’ έβγαλε. Πώς θα του το κάνω αυτό;”».

«Πολλά χρόνια αργότερα τον συνάντησα στην Αμερική. Μου είπε: “Λυπάμαι. Είσαι πολύ ανόητη. Έχασες την ευκαιρία της ζωής σου, γιατί εγώ πια ποτέ δεν θα σου δώσω τραγούδια μου”. Κι έμεινα με τη μεγάλη πίκρα ότι δεν τραγούδησα Χατζιδάκι. Αλλά μπορεί να τα είχα πει, να χαλούσε ο κόσμος κι εγώ να μην κοιμόμουν το βράδυ.

Το 1964, με το τραγούδι «Τώρα» του Πλέσσα, πήρε το πρώτο βραβείο στο Φεστιβάλ Ελαφράς Μουσικής Θεσσαλονίκης και από εκεί και μετά καθιερώθηκε στο ελαφρό τραγούδι, κάνοντας και αρκετά ντουέτα, κυρίως με τον Γιάννη Βογιατζή. Την ίδια χρονιά παντρεύτηκε τον Βασίλη Ρηγόπουλο, ένας γάμος που κράτησε μέχρι το 1971 και τελείωσε έπειτα από χρόνια κακοποίησης. Στη διάρκεια της δικτατορίας συμμετείχε, όπως πολλοί καλλιτέχνες της εποχής, στους επίσημους εορτασμούς της 21ης Απριλίου στο Παναθηναϊκό Στάδιο.

Το 1969 πήγε στην Αμερική με προοπτική διεθνούς καριέρας, την οποία τελικά δεν ακολούθησε, αν και εκεί ηχογράφησε έναν μικρό δίσκο με αγγλόφωνα τραγούδια. Επιστρέφοντας στις αρχές της δεκαετίας του ’70, μετά τον χωρισμό της και με σοβαρά οικονομικά προβλήματα, στράφηκε στο λαϊκό τραγούδι. Το 1971 συναντά τον Τόλη Βοσκόπουλο, μπαίνει στη Minos και γνωρίζει μεγάλη επιτυχία. Το 1977 συμμετέχει για τελευταία φορά στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, ενώ το 1981 παίρνει τον μοναδικό χρυσό δίσκο της.

«Άνεργη και χωρίς εταιρεία, βλέπω τον Βοσκόπουλο στον δρόμο και του λέω τα χάλια μου. Με παίρνει στη Minos και μου γράφει δυο λαϊκά, το “Αγόρι μου” και το “Σε παρακαλώ, σήκω και φύγε”. Εκεί χτύπησα φλέβα χρυσού στην κυριολεξία, παρόλο που προερχόμουν απ’ το “ελαφρύ”. Τότε είναι που με τον Πλέσσα κάνω το “Σε βλέπω στο ποτήρι μου” και το 1984 παίρνω χρυσό δίσκο με το “Τρένο της ζωής” του Μουσαφίρη.»

 

 

«Στη Minos έμεινα από το ’72 μέχρι το ’88, οπότε σταμάτησα να έχω τη δημοτικότητα που είχα. Άρχισα να εμφανίζομαι σε δεύτερα μαγαζιά, γιατί έπρεπε να βγάλω το μεροκάματο. Στην αγωνία μου να εξασφαλίσω δουλειά, υπέγραφα μ’ όποιον ερχόταν πρώτος. Και πάντα με λίγα λεφτά. Μετά έπεφταν άλλες πέντε προτάσεις. Αυτό με πίκραινε, τις νύχτες δεν κοιμόμουν, περπατούσα μέσα στο σπίτι, τρελαινόμουν, αλλά στο τέλος το κατάπια. Δεν πειράζει», έλεγα μέσα μου, “ξέρεις ποια είσαι”».

Στη δεκαετία του ’80 η πορεία της αρχίζει να υποχωρεί, εμφανίζεται φθορά στη φωνή, αλλά συνεχίζει να ηχογραφεί μέχρι το 1998. Συνεργάστηκε με πολλούς σημαντικούς συνθέτες και βραβεύτηκε στο εξωτερικό. Τα τελευταία χρόνια τραγουδούσε μόνο ζωντανά, ώσπου αποσύρθηκε εντελώς, πριν φύγει από τη ζωή το 2014.

«Οι μόνοι που έχω ζητήσει βοήθεια στη ζωή μου, είναι η μάνα μου κι ο Θεός. Σεβάστηκα κι αγάπησα τον εαυτό μου πάντα ένα σκαλοπάτι πιο κάτω. Δεν εκτίμησα τη χρυσόσκονη που μ’ έλουσε ο Θεός. Μετανιώνω που δεν έκανα λεφτά, γιατί στην ηλικία μου η μόνη μου προοπτική πια είναι να κάνω αύριο καλύτερο μουσακά και να ψωνίσω κάτι στο εγγόνι μου. Κι όταν δεν έχω, μουντζώνω τον εαυτό μου. Αλλά και τώρα να ξεκινούσα, πάλι τα ίδια λάθη θα έκανα. Είναι θέμα χαρακτήρα.»

 

Πηγές κειμένου: el.wikipedia.org, lifo.gr
——–————————————————————————–
Επιμέλεια: Lef.T

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *