Τζάνις Τζόπλιν | Πίσω από τον μύθο


...

| Τζάνις Τζόπλιν |

Τίτλος

| Η Τζάνις Τζόπλιν δεν υπήρξε απλώς μια σπουδαία φωνή της ροκ.
Ήταν μια γυναίκα σε έναν ανδροκρατούμενο κόσμο,
που αρνήθηκε να παίξει τον ρόλο της «ωραίας τραγουδίστριας».|


Η Τζάνις Τζόπλιν υπήρξε ένα κοινωνικό και πολιτισμικό γεγονός, μια κραυγή που συμπύκνωσε τις αντιφάσεις της Αμερικής της δεκαετίας του ’60: τη σύγκρουση ανάμεσα στη συντηρητική ηθική και την έκρηξη της αμφισβήτησης, την ταξική και φυλετική ένταση, τη δίψα για ελευθερία αλλά και το βαθύ υπαρξιακό κενό που άφηνε πίσω του το αμερικανικό όνειρο. Η τέχνη της διαμορφώθηκε μέσα σε έναν κόσμο που έβραζε από πολιτικές συγκρούσεις, κοινωνικά κινήματα και μια νεολαία που ζητούσε να αναπνεύσει έξω από τα στενά όρια της μεταπολεμικής κανονικότητας.

Μεγαλωμένη στο Πορτ Άρθουρ του Τέξας, μια πόλη του πετρελαίου, της λευκής μεσαίας τάξης και μιας βαθιάς συντηρητικότητας, η Τζόπλιν έμαθε από νωρίς τι σημαίνει κοινωνικός αποκλεισμός. Το σώμα της, η συμπεριφορά της, οι μουσικές της επιλογές, όλα την έθεταν εκτός του αποδεκτού πλαισίου. Εκεί, στη μικροκλίμακα της επαρχιακής Αμερικής, βίωσε τον κοινωνικό κανιβαλισμό που γεννά η κανονικότητα: χλευασμό, περιθωριοποίηση και μια μόνιμη αίσθηση ότι δεν ανήκει πουθενά. Αυτή η εμπειρία δεν την εγκατέλειψε ποτέ. Μετατράπηκε σε ενέργεια για μια τέχνη ωμή, εκτεθειμένη και σχεδόν βίαια ειλικρινή.

 

 

Η Τζόπλιν αντλεί τις μουσικές της ρίζες από τα μπλουζ των Αφροαμερικανών του Νότου – από φωνές που γεννήθηκαν μέσα στη φτώχεια, τον ρατσισμό και την ιστορική μνήμη της δουλείας. Σε μια εποχή που το κίνημα για τα πολιτικά δικαιώματα συγκλονίζει τις Ηνωμένες Πολιτείες, η επιλογή της να ταυτιστεί αισθητικά και συναισθηματικά με αυτή την παράδοση ήταν μια πράξη πολιτισμικής συγγένειας αλλά και κοινωνικής πρόκλησης: μια λευκή γυναίκα που τραγουδά με το πάθος, τον πόνο και την αλήθεια των μπλουζ, σπάζοντας αόρατα αλλά ισχυρά σύνορα. Η φωνή της, τραχιά και ανεξέλεγκτη, δεν εξευγένισε τον πόνο – τον άφησε να ξεχειλίσει.

Η δεκαετία του ’60 είναι η δεκαετία του Βιετνάμ, των δολοφονιών του Μάρτιν Λούθερ Κινγκ και του Ρόμπερτ Κένεντι, των φοιτητικών εξεγέρσεων, της αντικουλτούρας. Η Τζόπλιν μπαίνει σε αυτό το κίνημα όχι ως θεωρητικός ή πολιτικός λόγιος, αλλά ως σώμα και φωνή. Δεν γράφει μανιφέστα· ανεβαίνει στη σκηνή και διαλύεται μπροστά στο κοινό. Στο Μοντερέι και στο Γούντστοκ, το τραγούδι της γίνεται τελετουργία, μια συλλογική κάθαρση για μια γενιά που αρνείται τον πόλεμο, την υποκρισία, τον ασφυκτικό καθωσπρεπισμό. Η προσωπική της αγωνία μετατρέπεται σε δημόσιο βίωμα.

Ταυτόχρονα, η Τζόπλιν είναι γυναίκα σε έναν ανδροκρατούμενο κόσμο. Η ροκ σκηνή της εποχής, παρά τον επαναστατικό της λόγο, αναπαράγει βαθιά σεξιστικά πρότυπα. Εκείνη αρνείται να παίξει τον ρόλο της «ωραίας τραγουδίστριας». Πίνει, βρίζει, ιδρώνει, ουρλιάζει. Η σεξουαλικότητά της είναι ανοιχτή, χωρίς ενοχές, χωρίς τη συγκατάθεση της πατριαρχικής ματιάς. Πληρώνει βαρύ τίμημα γι’ αυτό: η ίδια κοινωνία που την αποθεώνει στη σκηνή, την κρίνει αμείλικτα εκτός αυτής. Η ελευθερία της είναι ταυτόχρονα όπλο και παγίδα.

 

 

Η χρήση ουσιών, που τόσο συχνά αντιμετωπίζεται επιφανειακά ως «ροκ στερεότυπο», εντάσσεται σε ένα ευρύτερο κοινωνικό πλαίσιο. Είναι η σκοτεινή πλευρά της αντικουλτούρας: η απόπειρα διαφυγής από έναν κόσμο που καταρρέει, αλλά και από τον ίδιο τον εαυτό. Για την Τζόπλιν, η μοναξιά δεν εξαφανίζεται με τη φήμη· βαθαίνει. Η Αμερική της ελευθερίας και της αφθονίας δεν έχει χώρο για τις ρωγμές, για τις εύθραυστες ψυχές. Και εκείνη τις φέρνει όλες στην επιφάνεια, χωρίς φίλτρο.

Ο πρόωρος θάνατός της, στα 27 της, είναι σύμπτωμα μιας εποχής που κατανάλωσε τα παιδιά της γρήγορα και αδηφάγα. Η Τζάνις Τζόπλιν έμεινε ως φωνή μιας γενιάς που πίστεψε ότι μπορεί να αλλάξει τον κόσμο, αλλά βρέθηκε αντιμέτωπη με τα όρια της ίδιας της ανθρώπινης αντοχής. Σήμερα, περισσότερο από μισό αιώνα μετά, η φωνή της ακούγεται ως υπενθύμιση ότι η τέχνη, όταν γεννιέται από κοινωνική σύγκρουση και προσωπική αλήθεια, δεν γερνά. Και ότι πίσω από τον μύθο, υπάρχει πάντα ένας άνθρωπος που πάλεψε – και κάηκε – για να ζήσει ελεύθερος.

 

——–————————————————
Επιμέλεια: Lef.T