Θεόκλητος (Αβραντίνης) | Ένας «εκκλησιαστικός αντάρτης»


...

| Λευτέρης Τηλιγάδας |

Θεόκλητος (Αβραντίνης)

| Ένας «εκκλησιαστικός αντάρτης»
στη Μητρόπολη της Αιτωλίας και Ακαρνανίας |


Η κρίση του Νοεμβρίου 1965 στην Εκκλησία της Ελλάδος υπήρξε ένα από τα πιο δραματικά επεισόδια της μεταπολεμικής εκκλησιαστικής ιστορίας — μια σύγκρουση όπου δύο εξουσίες, η εκκλησιαστική και η κρατική, διεκδίκησαν μετωπικά το προνόμιο της νομιμοποίησης. Σ’ εκείνον τον ταραγμένο μήνα, η κυβέρνηση Στεφανόπουλου επιχείρησε να διακόψει τις εργασίες της Συνόδου και να παγώσει τις επερχόμενες εκλογές μητροπολιτών, σε μια περίοδο που το πολιτικό σύστημα, ήδη τραυματισμένο από τα Ιουλιανά, πάσχιζε να ελέγξει κάθε θύλακα θεσμικής αυτονομίας.

Το βασιλικό διάταγμα όμως της διακοπής των εργασιών της Συνόδου που θυροκολλήθηκε στο συνοδικό μέγαρο, αγνοήθηκε από την Ιεραρχία, η οποία απάντησε με μια τόλμη σχεδόν απρόσμενη για τα εκκλησιαστικά δεδομένα της εποχής. Συνέχισε απρόσκοπτα τις συνεδριάσεις και προχώρησε στις 17, 18 και 19 Νοεμβρίου, στην εκλογή δεκατριών νέων μητροπολιτών. Η «ανταρσία» αυτή δημιούργησε ένα τετελεσμένο που το κράτος αδυνατούσε να αγνοήσει.

Στις 17 Νοεμβρίου εξελέγησαν οι Μεσσηνίας Χρυσόστομος Θέμελης, Αιτωλίας και Ακαρνανίας Θεόκλητος (Λουκάς Αβραντίνης), Χίου Παύλος Πολυμερόπουλος και Γυθείου-Οιτύλου Σωτήριος Κίτσος· στις 18 Νοεμβρίου οι Σάμου και Ικαρίας Παντελεήμων Χρυσοφάκης, Μαντινείας Θεόκλητος Φιλιππαίος, Κορινθίας Παντελεήμων και Δράμας Διονύσιος Κυράτσος· και στις 19 Νοεμβρίου οι Κεφαλληνίας Προκόπιος Μενούτης, Πολυανής και Κιλκισίου Χαρίτων, Αργολίδος Χρυσόστομος Δεληγιαννόπουλος και Ζιχνών Ιάκωβος Μαλιαρός. Οι χειροτονίες που ακολούθησαν άμεσα (21–23 Νοεμβρίου) έδειξαν ότι η Ιεραρχία είχε λάβει μια στρατηγική απόφαση: να προχωρήσει σαν να μην υπήρχε κρατική απαγόρευση, εγκαθιδρύοντας στην πράξη την κανονικότητά της, που το κράτος επιχειρούσε να μπλοκάρει.

Η κυβέρνηση αντέδρασε βίαια μέσα στα όρια του θεσμικού παιχνιδιού. Κανένα βασιλικό διάταγμα αναγνώρισης δεν υπογράφηκε και οι εκλεγέντες θεωρήθηκαν «ανυπόστατοι». Δημιουργήθηκε έτσι μια σπάνια και πολιτικά εύγλωττη διπλή πραγματικότητα: η Εκκλησία τους αποδεχόταν ως νόμιμους επισκόπους, ενώ η πολιτεία αρνιόταν να τους αναγνωρίσει. Για σχεδόν έναν χρόνο, οι νέοι μητροπολίτες έζησαν και εργάστηκαν σε μια γκρίζα ζώνη θεσμικού πλαισίου, αφού αν και ήταν εκκλησιαστικά ενεργοί, κρατικά ήταν ανύπαρκτοι.

Το 1966, η κυβέρνηση επιχείρησε να κλείσει το ζήτημα μέσω μιας «έξυπνης» θεσμικής υπαναχώρησης. Μια επιτροπή κανονολόγων εισηγήθηκε λύση, και το Νομοθετικό Διάταγμα 4589/1966 ήρθε να νομιμοποιήσει εκ των υστέρων όλες τις εκλογές του Νοεμβρίου 1965. Το κράτος, με έναν σχεδόν αφοπλιστικό πραγματισμό, αναγνώρισε το τετελεσμένο της Εκκλησίας. Η συνοδική λειτουργία αποκαταστάθηκε και η θεσμική κρίση έκλεισε, αλλά όχι χωρίς να αφήσει πίσω της το ερώτημα ποιος τελικά ρυθμίζει τα όρια της εκκλησιαστικής εξουσίας όταν το πολιτικό σύστημα βρίσκεται σε κρίση.

Να πούμε σε αυτό το σημείο ότι ο Θεόκλητος, που εξελέγη  στις 17 Νοεμβρίου Μητροπολίτης Αιτωλίας και Ακαρνανίας ήταν ήδη σημαντικό στέλεχος της «σιδηράς γενιάς» της δεκαετίας του ’60, με θέση Μεγάλου Πρωτοσυγκέλλου στην Αρχιεπισκοπή των Αθηνών, που ενσάρκωνε τον συνδυασμό θεολογικής κατάρτισης και διοικητικής δεξιότητας.

Μετά την ψήφιση του Ν.Δ. 4589/1966, η εκλογή του επικυρώθηκε και η ποιμαντορία του εξελίχθηκε απρόσκοπτα για τριάντα τρία χρόνια, έως την κοίμησή του το 1998. Στην Αιτωλοακαρνανία άφησε το αποτύπωμά του μέσα από κατήχηση, αναδιοργάνωση της εκκλησιαστικής διοίκησης, νεανικές δράσεις, φιλανθρωπικό έργο και ανακαινίσεις ναών. Χαμηλών τόνων επίσκοπος, διοικητικά αποτελεσματικός και προσεκτικός απέναντι στις πολιτικές εντάσεις, απέφυγε τις μεγάλες ρήξεις της περιόδου της δικτατορίας με μια στάση που χαρακτηρίζε πολλούς κληρικούς της μετεμφυλιακής εποχής, οι οποίοι είχαν επιλέξει τη «σιωπηλή ποιμαντορία» ως στρατηγική επιβίωσης και συνέχειας.

——————————————————————————————————————————————————————–
Πηγή: Εφ. ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ, από το φύλλο της 16/11/1965 έως το φύλλο της 21/11/1965
Φωτογραφία: Από τη χειροτονία του Θεόκλητου
στο μητροπολιτικό ναό του Μεσολογγίου
——————————————————————————————————-
Η μνήμη είναι μια δυνατότητα για να διευρύνουμε το μέλλον

και όχι για  να το συρρικνώσουμε στο ήδη ξεπερασμένο παρελθόν