...
| Ράινερ Μαρία Ρίλκε |

Η μοναξιά ως ρήξη
| Ένας ποιητής που αρνήθηκε τον κόσμο για να τον ξαναχτίσει από μέσα |
Αν προσπαθήσει κανείς να μιλήσει για τον Ράινερ Μαρία Ρίλκε με τρόπο τακτοποιημένο, με αρχή, μέση και τέλος, πολύ γρήγορα θα διαπιστώσει ότι αυτός ο άνθρωπος δεν χωρά σε καμία ευθύγραμμη αφήγηση, γιατί ήδη από τη γέννησή του στην Πράγα το 1875 κουβαλά μια ασυμβατότητα με τον κόσμο γύρω του, ένα παιδί φιλάσθενο, ευάλωτο, με μια ευαισθησία που δεν ήταν απλώς ιδιοσυγκρασία αλλά σχεδόν αντίσταση, καθώς η επιμονή του πατέρα του να τον στείλει σε στρατιωτικές σχολές λειτουργεί ως μια βίαιη απόπειρα να μετατραπεί σε κάτι που δεν ήταν, και η αποτυχία του να προσαρμοστεί δεν είναι αποτυχία με την κοινή έννοια αλλά μια πρώτη μορφή άρνησης απέναντι σε έναν κόσμο που απαιτεί πειθαρχία και προσφέρει ως αντάλλαγμα την απώλεια της εσωτερικής ζωής. Αυτή η άρνηση εκφράζεται με μετακινήσεις, με σπουδές που εγκαταλείπονται και ξαναρχίζουν, με τη μετάβαση από τη Νομική στη Φιλοσοφία, με σχέσεις που γεννιούνται έντονα και διαλύονται απότομα, όπως ο αρραβώνας του που καταλήγει σε ρήξη, και μέσα σε αυτή τη ρευστότητα εμφανίζεται η Lou Andreas-Salomé, ως ρήγμα, ως εκείνη που ανοίγει μπροστά του μια άλλη δυνατότητα ύπαρξης, οδηγώντας τον σε ταξίδια στη Ρωσία, σε συναντήσεις με μορφές όπως ο Τολστόι, σε μια εμπειρία που διαλύει τα όρια της εθνικής ταυτότητας και τον μετατρέπει σε έναν άνθρωπο χωρίς πατρίδα με τη στενή έννοια, έναν περιπλανώμενο της πνευματικής ζωής.
Η συνέχεια της ζωής του επιβεβαιώνει αυτή την αδυναμία ριζώματος, καθώς ο γάμος του με την Κλάρα Βεστχοφ δεν τον κρατά, η συνεργασία του με τον Ροντέν τον φέρνει κοντά σε μια μορφή πειθαρχίας που τελικά δεν αντέχει, και η ρήξη τους είναι ενδεικτική μιας βαθύτερης δυσανεξίας του Ρίλκε σε κάθε μορφή εξουσίας, ακόμη και όταν αυτή εμφανίζεται ως καλλιτεχνική αυθεντία, γιατί ο ίδιος δεν μπορεί να υπάρξει ως μαθητής ή βοηθός, παρά μόνο ως μοναχικός δημιουργός που διασχίζει χώρες, γλώσσες και εμπειρίες χωρίς να εγκαθίσταται πουθενά. Ζώντας σε μια εποχή όπου οι παλιές βεβαιότητες καταρρέουν και νέες θεωρίες επιχειρούν να εξηγήσουν τον άνθρωπο, από τον Δαρβίνο μέχρι τον Φρόυντ, ο Ρίλκε δεν εντάσσεται σε καμία από αυτές τις αφηγήσεις, δεν γίνεται εκπρόσωπος ιδεολογίας, αλλά επιλέγει να σταθεί μέσα στην αστάθεια, να την μετατρέψει σε δημιουργική συνθήκη, και αυτή η στάση είναι βαθιά ριζοσπαστική, γιατί σε έναν κόσμο που βαδίζει προς τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο και αναζητά συλλογικές ταυτότητες, εκείνος επιμένει στην εσωτερική εμπειρία, σε μια ποίηση που δεν υπηρετεί ούτε έθνος ούτε δόγμα αλλά επιχειρεί να αρθρώσει αυτό που δεν έχει ακόμη όνομα.
Το έργο του, από τα «Σονέτα στον Ορφέα» μέχρι τις «Ελεγείες του Ντουίνο» και τα «Σημειωματάρια του Μάλτε Λάουριντς Μπρίγκε», δεν είναι απλώς λογοτεχνία αλλά μια συνεχής δοκιμασία της γλώσσας, μια προσπάθεια να ειπωθεί το ανείπωτο, και γι’ αυτό η σχέση του με τη γερμανική γλώσσα είναι σχέση μετασχηματισμού, καθώς δημιουργεί νέες λέξεις, νέες συνδέσεις, μια ιδιότυπη μουσικότητα που απαιτεί από τον αναγνώστη όχι απλώς κατανόηση αλλά συμμετοχή, σχεδόν μια εσωτερική μετατόπιση. Οι «Ελεγείες του Ντουίνο» ίσως αποτελούν την πιο καθαρή έκφραση αυτής της προσπάθειας, ένα έργο που δεν περιγράφει τον κόσμο αλλά τον διαπερνά, όπου το ανθρώπινο και το άγνωστο συνυπάρχουν χωρίς να συμφιλιώνονται, και η ένταση αυτή δεν λύνεται αλλά παραμένει ενεργή, σαν μια ανοιχτή πληγή που δεν επιτρέπει την επιστροφή στην άνεση των βεβαιοτήτων, κάτι που καθιστά το έργο του απαιτητικό αλλά και βαθιά ζωντανό.
Η επιλογή της μοναξιάς στη ζωή του Ρίλκε είναι στάση, μια μορφή αντίστασης απέναντι σε έναν κόσμο που προωθεί τη μαζικοποίηση και την απώλεια της ατομικότητας, γιατί η μοναξιά του είναι χώρος δημιουργίας, εκεί όπου η εμπειρία μπορεί να μετασχηματιστεί χωρίς εξωτερικές επιταγές, και αυτή η στάση αποκτά μια έντονα πολιτική διάσταση, ακόμη κι αν δεν εκφράζεται με πολιτικούς όρους. Όταν τελικά καταλήγει στην Ελβετία, όπου περνά τα τελευταία χρόνια της ζωής του μέχρι τον θάνατό του το 1926 από λευχαιμία, η διαδρομή του μοιάζει να ολοκληρώνεται χωρίς ποτέ να κλείνει πραγματικά, γιατί το έργο του παραμένει ανοιχτό, απαιτητικό, σχεδόν ανυπότακτο, και ίσως γι’ αυτό συνεχίζει να μας αφορά, καθώς μας καλεί να μετακινηθούμε, να εγκαταλείψουμε τις εύκολες βεβαιότητες και να σταθούμε για λίγο μέσα σε εκείνη τη σιωπή όπου, για τον Ρίλκε, αρχίζει η αληθινή εμπειρία.

Σε πρώτο πρόσωπο
«Ρωτάτε αν είναι καλοί οι στίχοι σας. Ρωτάτε εμένα. Ρωτήσατε, βέβαια, κι άλλους πριν. Τους στέλνετε περιοδικά. Τους συγκρίνετε μ’ άλλα ποιήματα, αναστατωνόσαστε όταν κάποιοι αρχισυντάκτες σας γυρνάνε πίσω τα ποιητικά σας δοκίμια. Από δω και μπρος (μια και μου επιτρέψατε να σας δίνω συμβουλές) σας παρακαλώ να τ’ απαρνηθείτε όλ’ αυτά. Η ματιά σας είναι γυρισμένη προς τα έξω, αυτό, προπάντων, δεν πρέπει να κάνετε τώρα πια. Κανένας δε μπορεί να σας συμβουλέψει ή να σας βοηθήσει, κανένας. Ένας μονάχα δρόμος υπάρχει: βυθιστείτε μέσα στον εαυτό σας, αναζητήστε την αιτία που σας αναγκάζει να γράφετε, δοκιμάστε αν οι ρίζες της φυτρώνουν απ’ τις πιο βαθιές γωνιές της καρδιάς σας. Εξομολογηθείτε στον εαυτό σας: θα πεθαίνατε τάχα, αν σας απαγόρευαν να γράφετε; Τούτο, πρώτ’ απ’ όλα: αναρωτηθείτε, την πιο σιγηλή ώρα της νύχτας σας: Πρέπει να γράφω; Σκαλίστε βαθιά μέσα σας, να βρείτε την ανταπόκριση. Κι αν η απόκριση τούτη αντηχήσει καταφατικά, αν απέναντι στο βαθυσήμαντο τούτο ρώτημα μπορείτε να υψώσετε ένα στέρεο κι απλό Πρέπει, τότε πλάσετε τη ζωή σας σύμφωνα μ’ αυτή την ανάγκη». (Από το βιβλίο του Rainer Maria Rilke «Γράμματα σ’ ένα νέο ποιητή» | Μετάφραση Μάριος Πλωρίτης)
«Το να έχει κανείς έναν κοντινό του άνθρωπο, που να συνδυάζει αντίθετες απόψεις με μια βαθιά, σταθερή φιλία, μπορεί να ευνοήσει θαυμαστά την εξέλιξή του. Διότι όσο είμαστε (όπως συμβαίνει τις περισσότερες φορές απέναντι στους γονείς και σε άλλους, μεγαλύτερους στην ηλικία ανθρώπους) υποχρεωμένοι να θεωρούμε το Άλλο οπωσδήποτε λάθος, κακό, εχθρικό αντί απλώς «Άλλο», δεν καταφέρνουμε να αποκτήσουμε μια χαλαρή και δίκαιη σχέση με τον κόσμο, όπου βεβαίως πρέπει να υπάρχει χώρος για το καθετί, για τη θέση και την αντίθεση, για εμένα και γι’ αυτόν που είναι εντελώς διαφορετικός από μένα. Μόνο δε υπό την προϋπόθεση και την αποδοχή ενός τέτοιου κόσμου, που θα συμπεριλαμβάνει τους πάντες και τα πάντα, μπορεί κανείς να διαμορφώσει και τον δικό του εσωτερικό κόσμο, με τις εσωτερικές αντιθέσεις και αντιφάσεις του, ανοιχτό και ευρύχωρο και ευάερο». (Ράινερ Μαρία Ρίλκε «Η σοφία του Ρίλκε» | Μετάφραση Α. Νικολακόπουλου, Εκδόσεις Πατάκη)
«[…] Όμως με τους στίχους καταφέρνεις τόσο λίγα όταν αρχίζεις να γράφεις νωρίς. Θα έπρεπε να περιμένει κανείς συλλέγοντας νοήματα και γλυκύτητα μια ζωή ολόκληρη (αν γίνεται μεγάλης διάρκειας), ίσως τότε προς το τέλος να μπορούσες να γράψεις δέκα σειρές της προκοπής. Γιατί οι στίχοι δεν γεννιούνται, όπως πιστεύει ο κόσμος, από τα αισθήματα, αλλά από τις εμπειρίες. Για να γεννηθεί ένας στίχος, θα πρέπει να έχεις δει πολλές πολιτείες, πολλά πράγματα και ανθρώπους, πρέπει να γνωρίσεις τα ζώα, να νιώσεις πώς πετούν τα πουλιά, να ξέρεις τη χειρονομία που κάνουν τα μικρά άνθη όταν ανοίγουν το πρωί. Πρέπει να μπορείς να κοιτάς τα περασμένα, να φέρνεις στο νου σου δρόμους σε άγνωστους τόπους, απρόσμενες συναντήσεις και αποχαιρετισμούς που διαισθανόσουν πως θα ’ρθουν, ημέρες των παιδικών σου χρόνων που παραμένουν αδιευκρίνιστες, τους γονείς που στενοχωρούσες όταν εκείνοι ήθελαν να σου προσφέρουν χαρά που εσύ δεν την καταλάβαινες (ήταν η χαρά για κάποιον άλλον), τις παιδικές αρρώστιες που ξεσπούν τόσο αλλόκοτα με τόσο πολλές, βαθιές και δύσκολες μεταμορφώσεις, τις ημέρες σε ήσυχες, απομονωμένες κάμαρες και πρωινά στη θάλασσα, τη θάλασσα γενικά, τα πελάγη, νύχτες ταξιδιών που φτερούγισαν ψηλά πετώντας με όλα τ’ άστρα – και όλα αυτά δεν είναι αρκετά όταν καταφέρεις να τα σκεφτείς. «Δεν αρκεί να έχεις απλώς αναμνήσεις. Πρέπει να μπορείς να τις ξεχνάς όταν είναι πολλές και πρέπει να περιμένεις υπομονετικά να ξανάρθουν».
«Πρέπει να έχεις αναμνήσεις από πολλές ερωτικές νύχτες ανόμοιες μεταξύ τους, από ουρλιαχτά ετοιμόγεννων γυναικών και από λευκές, ελαφριές, κοιμισμένες λεχώνες που ξανακλείνουν. Πρέπει να έχεις δει ανθρώπους να ξεψυχούν, να έχεις ξενυχτήσει πεθαμένους σε κάποιο δωμάτιο με ανοιχτό παράθυρο και θορύβους κατά διαστήματα. Όμως δεν αρκεί να έχεις απλώς αναμνήσεις. Πρέπει να μπορείς να τις ξεχνάς όταν είναι πολλές και πρέπει να περιμένεις υπομονετικά να ξανάρθουν. Γιατί αυτές δεν είναι ακόμα οι πραγματικές αναμνήσεις. Μόνο όταν μετουσιωθούν μέσα μας σε αίμα, βλέμματα και χειρονομίες, όταν γίνουν ανώνυμες και μη αναγνωρίσιμες από εμάς τους ίδιους, μόνο τότε μπορεί να έρθει κάποια σπάνια στιγμή που θα ξεπηδήσει από μέσα τους η πρώτη λέξη κάποιου στίχου. […]» (Απόσπασμα (σελ. 25) από το μυθιστόρημα του Ράινερ Μαρία Ρίλκε «Μάλτε Λάουριντς Μπρίγκε». Μετάφραση – Επίμετρο: Αλέξανδρος Ίσαρης. Εκδόσεις Κίχλη, Νοέμβριος 2017).
«… Ποτέ να μη φτάνεις ως την έβδομη μέρα. Ποτέ να μη θεωρείς πως όλα είναι εντάξει. Η νιότη είναι το ανικανοποίητο. Ο Θεός πρέπει να ήταν ήδη πολύ γέρος όταν ξεκίνησε να δημιουργεί. Ειδάλλως δεν θα είχε σταματήσει το βράδυ της έκτης μέρας. Ούτε καν το βράδυ της χιλιοστής ημέρας. Ούτε καν σήμερα. Αυτό είναι που του καταλογίζω. Που κατάφερε να ξοδέψει όλες του τις δυνάμεις. Που θεώρησε πως το βιβλίο έφτασε στο τέλος του με τη δημιουργία του ανθρώπου και γι’ αυτό κατέθεσε την πένα του και περιμένει πια να δει πόσες επανεκδόσεις θα κάνει. Είναι τόσο λυπηρό που ο Θεός δεν ήταν καλλιτέχνης. Σε κάνει να θέλεις να κλάψεις και να χάνεις το κουράγιο σου για οτιδήποτε. Η ζωή έχει ουσιαστικά φτιαχτεί για να μας εκπλήσσει (όταν βεβαίως δεν μας κατακλύζει με φρίκη). Περνάμε μες απ’ Όλα, όπως η κλωστή μέσα στην ύφανση: δίνουμε σχήμα και μορφή σε εικόνες που εμείς οι ίδιοι τις αγνοούμε.
…Τίποτε δεν μειώνει πιο πολύ την ικανότητά μας να βιώσουμε πραγματικά το Θεό απ’ ό,τι η επιμονή μας να θέλουμε να βλέπουμε δικές του παρεμβάσεις εκεί όπου εκείνος ανέκαθεν απόφευγε ν’ αναμιχθεί. Για να μην πούμε ότι, έτσι καθώς τον φανταζόμαστε να συμμετέχει σε τόσα πράγματα που μας αφορούν, παραβλέπουμε πιθανότατα τα σημάδια των πραγματικών παρεμβάσεών του κάπου αλλού και τις πλέον κραυγαλέες αποδείξεις του». (Ράινερ Μαρία Ρίλκε «Η σοφία του Ρίλκε» | Μετάφραση Α. Νικολακόπουλου, Εκδόσεις Πατάκη)
——–————————————————
Επιμέλεια: Lef.T




