...
| Ντίνος Χριστιανόπουλος |

Απέναντι στην υποκρισία
της ελληνικής κοινωνίας
| Η ζωή ενός ποιητή που έμεινε φτωχός,
προκλητικός, ασυγχώρητος και αμετακίνητος |
Ο Ντίνος Χριστιανόπουλος γεννήθηκε το 1931 στη Θεσσαλονίκη ως Κωνσταντίνος Δημητριάδης και από την πρώτη κιόλας στιγμή η ζωή του κουβάλησε μια σκιά, όχι τόσο γύρω από τη μητέρα του, τη Φανή, όσο γύρω από τον πατέρα του, τον Αναστάση, για τον οποίο έμειναν αμφιβολίες που ποτέ δεν ξεκαθαρίστηκαν δημόσια. Ο ίδιος δεν μπήκε ποτέ στον κόπο να εξηγήσει, δεν πρόσφερε διευκρινίσεις, δεν άφησε χαραμάδα στους περίεργους, λες και είχε καταλάβει από πολύ νωρίς ότι η κοινωνία διψά όχι για αλήθεια αλλά για κουτσομπολιό ντυμένο με ηθική. Έτσι έμεινε η επίσημη εκδοχή, ότι ήταν παιδί προσφυγικής οικογένειας από την Κωνσταντινούπολη, με μητέρα από ξακουστό σόι και πατέρα λαϊκής καταγωγής. Μεγάλωσε πρώτα στη γωνία Κωνσταντίνου Παλαιολόγου και Αγίου Δημητρίου και ύστερα στην Κωνσταντίνου Μελενίκου 19, σε μια Θεσσαλονίκη που δεν είχε καμία σχέση με τη σημερινή βιτρίνα των καφέ, των φεστιβάλ και της εξευγενισμένης νοσταλγίας. Ήταν ένα ντροπαλό παιδί, πολύ κλειστό, που όλοι το φώναζαν Λάκη, από το όνομα του σκοτωμένου αδελφού του πατέρα του, και φοίτησε στο 1ο Δημοτικό της Β΄ Περιφέρειας. Από τόσο νωρίς το όνομα, η οικογένεια, η φτώχεια, η σιωπή, όλα έδειχναν πως αυτός ο άνθρωπος δεν θα γινόταν ποτέ εύκολος, ποτέ βολικός, ποτέ ένα λογοτεχνικό προϊόν για κατανάλωση.
Η Κατοχή άφησε πάνω του το πιο βαθύ αποτύπωμα. Η οικογένεια βυθίστηκε στην απόλυτη ένδεια και ο μικρός Λάκης κινδύνεψε δύο φορές να πεθάνει από πείνα. Σε μία από αυτές τις στιγμές, μάνα και γιος είχαν φτάσει στο σημείο να ξαπλώσουν έξω από την Παναγία των Χαλκέων, εκεί όπου περνούσε το πρωί το κάρο του δήμου για να μαζεύει όσους σωριάζονταν από ασιτία, και μόνο επειδή τους είδε μια γειτόνισσα σώθηκαν. Αυτή δεν είναι μια δραματική λεπτομέρεια για βιογραφική χρήση, είναι το κλειδί για να καταλάβει κανείς όλο το υπόλοιπο. Ο Χριστιανόπουλος δεν γεννήθηκε απλώς φτωχός, γεννήθηκε μέσα σε μια κοινωνία που άφηνε ανθρώπους να ψοφάνε στο πεζοδρόμιο και μετά μιλούσε για εθνική αξιοπρέπεια, για πίστη και για παράδοση. Κι εκείνος παιδί ακόμα βγήκε να πουλήσει τσιγάρα, παστέλια και καρτ ποστάλ με το κασελάκι κρεμασμένο στον λαιμό για να φέρει κάτι στο σπίτι. Εκεί γνώρισε και τον Τσιτσάνη για πρώτη φορά, όχι σε κάποιον εξωραϊσμένο χώρο πολιτισμού αλλά μέσα στη σκληρή καθημερινότητα των χαμηλών στρωμάτων. Αυτή η πρώιμη γνωριμία με την πείνα, το μεροκάματο και τους λαϊκούς ανθρώπους εξηγεί γιατί αργότερα δεν εμπιστεύτηκε ούτε τις μεγάλες κουβέντες ούτε τους καθωσπρέπει θεσμούς.
Μετά τον πόλεμο η ανέχεια συνεχίστηκε. Η οικογένεια στριμώχτηκε σε ένα δωματιάκι πίσω από την Αγία Σοφία, σε μια πολυκατοικία-κοινόβιο, ενώ εκείνος πήγαινε στο 2ο Γυμνάσιο Θεσσαλονίκης και ταυτόχρονα στο κατηχητικό, όπως τόσα παιδιά των φτωχών οικογενειών, επειδή εκεί υπήρχε και φαγητό. Δεν χρειάζεται να ωραιοποιούμε αυτή τη συνθήκη. Η Εκκλησία και οι θρησκευτικές οργανώσεις έπαιζαν τότε και ρόλο κοινωνικής πρόνοιας, επειδή το κράτος ήταν ανύπαρκτο για τους αδύναμους. Μέσα εκεί γνώρισε τον Βασίλη Χατζηανδρέου, που έγινε πνευματικός του πατέρας και τον έστρεψε στην ποίηση, χωρίς να τον περιορίσει μόνο σε ευσεβή αναγνώσματα. Την ίδια εποχή συνδέθηκε και με τον Δημήτρη Μαρωνίτη, με ανθρώπους που τον στήριζαν κυριολεκτικά με φαγητό. Από αυτό το περιβάλλον βγήκαν τα πατριωτικά και θρησκευτικά του αισθήματα, οι ενοχές του, οι προκαταλήψεις του, αλλά και η μεταγενέστερη εξέγερσή του απέναντι στην υποκριτική ηθική. Γιατί ο Χριστιανόπουλος δεν υπήρξε ποτέ απλός αρνητής. Ήταν προϊόν αυτής ακριβώς της συντηρητικής Θεσσαλονίκης και γι’ αυτό την ήξερε από μέσα, γι’ αυτό μπορούσε και να τη χτυπά με τόση ακρίβεια.
Από έφηβος μπήκε στη γραφή με λύσσα. Έγινε συνδρομητής στο περιοδικό «Ελληνόπουλο» με το ψευδώνυμο «Το Χριστιανόπουλο», δημοσίευσε εκεί το πρώτο του ποίημα, έφτιαξε μόνος του χειρόγραφο περιοδικό με τον τίτλο «Χριστιανόπουλο», έβγαλε δέκα τεύχη, δοκίμασε νωρίς τις δυνάμεις του και τελικά κατέληξε στο όνομα Ντίνος Χριστιανόπουλος. Το 1948 δημοσίευσε τη «Βιογραφία» στις «Μορφές» και το 1949 πέρασε στη Φιλοσοφική του Αριστοτελείου. Το 1950 κυκλοφόρησε, με δικά του έξοδα, την «Εποχή των ισχνών αγελάδων», μια συλλογή που σόκαρε επειδή μιλούσε ερωτικά, εξομολογητικά, χωρίς προφυλάξεις. Το κατηχητικό τον απέβαλε, οι πανεπιστημιακοί στραβοκοίταξαν, ο τοπικός Τύπος αφηνίασε, ο θείος που τον βοηθούσε οικονομικά εξοργίστηκε. Η αντίδραση δεν οφειλόταν μόνο στο θέμα αλλά και στον τρόπο: η γλώσσα του ήταν άμεση, το ύφος του ασεβές απέναντι στην καθιερωμένη ευπρέπεια. Αυτός ήταν ο πραγματικός σκανδαλισμός. Δεν συγχωρούν στον φτωχό, στον επαρχιώτη, στον περιθωριακό, να μιλήσει χωρίς να ζητήσει άδεια. Τότε ξεκίνησε και η μεγάλη του φιλία με τον Μανόλη Αναγνωστάκη, μια σχέση που έδειχνε πως ο Χριστιανόπουλος, παρά τη μοναχικότητά του, αναγνώριζε και αναζητούσε συγγενείς ψυχές.
Το 1952 επανέκδωσε τη συλλογή, ίδρυσε τη «Διαγώνιο» και άρχισε η μακρά συνεργασία του με τον Κάρολο Τσίζεκ. Η Ασφάλεια κατέσχεσε το βιβλίο επειδή αποκαλούσε τους αστυνομικούς «μπασκίνες», η «Ζωή» τον έδιωξε, η πόλη έστησε το μικρό της ηθικολογικό πανηγύρι και ελάχιστοι στάθηκαν δίπλα του. Παράλληλα, έδωσε διαλέξεις για τη Ζωή Καρέλλη, τον Πεντζίκη και το 1954 την ιστορική ομιλία για το ρεμπέτικο, σε μια εποχή που το είδος θεωρούνταν υπόκοσμος, βρωμιά, κοινωνική ντροπή. Ο Χριστιανόπουλος πήρε στα σοβαρά αυτό που οι αστοί περιφρονούσαν και έδειξε έτσι για άλλη μια φορά ότι είχε ένστικτο ταξικό, ακόμη κι αν ο ίδιος δεν θα δεχόταν ίσως αυτόν τον χαρακτηρισμό. Δεν γονάτιζε μπροστά στα πολιτιστικά ιερατεία. Επέκρινε ακόμη και τον Χατζιδάκι, θεωρώντας ότι εξημέρωσε το ρεμπέτικο για αστική κατανάλωση, κι ας ήταν ο ίδιος ο Χατζιδάκις που αργότερα τον υποστήριξε πιο έντιμα από πολλούς άλλους.
Ακολούθησαν τα «Ξένα γόνατα», η στρατιωτική θητεία, η μετάφραση του «Κατά Ματθαίον Ευαγγελίου», η συνειδητή απόφαση να μη γίνει καθηγητής και η είσοδός του στη Δημοτική Βιβλιοθήκη Θεσσαλονίκης, όπου αποδείχτηκε εργατικός, τακτικός, σχεδόν μανιακός με την τάξη. Δεν ήταν μόνο ποιητής, ήταν άνθρωπος που ήξερε να υπηρετεί μια δουλειά χωρίς φανφάρες. Οργάνωσε βιβλία, κατέγραψε έργα τέχνης, έστησε εκθέσεις, ίδρυσε επίσημα τις εκδόσεις της «Διαγωνίου», έβγαλε την «Κάτω βόλτα», τα «Ποιήματα 1949-1960» και άρχισε να διαμορφώνει ένα απολύτως ιδιαίτερο εκδοτικό ήθος. Μαζί με τον Τσίζεκ και τον Νίκο Νικολαΐδη ανέβασε το βιβλίο σε επίπεδο αισθητικού αντικειμένου, κόντρα στη μιζέρια της τοπικής εκδοτικής πιάτσας. Μικρά βιβλία, άκοπα φύλλα, χαρακτηριστική τυπογραφία, αυστηρότητα στην επιλογή συνεργατών, καμία διάθεση για δημόσιες σχέσεις. Στο πρόσωπό του ενώθηκαν ο λαϊκός άνθρωπος, ο θρησκευτικά τραυματισμένος ερωτικός ποιητής και ο αλύγιστος επιμελητής που δεν χαριζόταν σε κανέναν.
Η «Διαγώνιος» έγινε φυτώριο ολόκληρης γενιάς. Από εκεί πέρασαν ο Ασλάνογλου, ο Ιωάννου, ο Καχτίτσης, ο Καζαντζής, ο Σφυρίδης, ο Μουλλάς, ο Κόρφης, ο Παπαδημητρίου και τόσοι άλλοι. Πάνω από 250 λογοτέχνες παρουσιάστηκαν από το περιοδικό. Κι όμως, ο ίδιος έμενε πάντα δύσκολος, κοφτός, συχνά δηκτικός, γιατί δεν πίστευε στην κουλτούρα της αλληλοκολακείας. Η προσωπική του ζωή την ίδια ώρα γινόταν πιο τολμηρή και πιο οδυνηρή. Είχε ομολογήσει μέσα από τα κείμενά του την ομοφυλοφιλία του, αλλά τη ζούσε ενοχικά, όπως σχεδόν όλοι οι άνθρωποι της γενιάς του, σε μια πόλη όπου η επιθυμία έπρεπε να κυκλοφορεί στα σκοτεινά, πίσω από μισόλογα, κώδικες και ταπεινώσεις. Στην περιοχή του Βαρδαρίου και της Εγνατίας αναζητούσε αυτό που η κοινωνία του αρνιόταν, κι έπειτα μετέτρεπε τη στέρηση και την προσβολή σε ποίηση. Αυτή είναι η ρίζα της μεγάλης του δύναμης. Δεν έκανε θεωρία για την επιθυμία, δεν την έντυσε με ορολογίες και ιδεολογικούς στολισμούς. Την έγραψε γυμνή, ακριβή, κοφτή, ανθρώπινη. Γι’ αυτό και τα ποιήματά του άντεξαν, γιατί μιλούν για τον πόθο, τη μοναξιά, τη ντροπή, την κοινωνική ανισότητα, τον οίκτο, χωρίς να παριστάνουν τα μεγάλα μανιφέστα.
Στις δεκαετίες που ακολούθησαν έγινε όλο και πιο γνωστός, χωρίς ποτέ να ενσωματωθεί. Έβγαλε το «Κόσκινο», ίδρυσε τη Μικρή Πινακοθήκη «Διαγώνιος», επανεξέδωσε έργα, μελοποιήθηκε από τον Σαββόπουλο και τον Κουγιουμτζή, είδε τη δικτατορία να απειλεί τη «Διαγώνιο», έγραψε το περίφημο «Εναντίον» και κράτησε σταθερή την απέχθειά του προς βραβεία, επιχορηγήσεις, λογοτεχνικές συντάξεις, κλίκες και πολιτιστικά μαγαζιά. Κάποτε αυτό θεωρήθηκε ιδιορρυθμία, στην πραγματικότητα ήταν μια σπάνια συνέπεια. Μέσα σε μια χώρα όπου σχεδόν όλοι καταγγέλλουν το κράτος ενώ περιμένουν να τραφούν από αυτό, ο Χριστιανόπουλος είχε το θράσος να αρνείται τις τιμές ακόμη κι όταν τις είχε ανάγκη. Γι’ αυτό και η δημόσια εικόνα του γιγαντώθηκε από τη δεκαετία του ’80 και μετά. Μιλούσε εναντίον της Αθήνας, του κατεστημένου, των νομπελιστών, των μόδων, των κουλτουριάρηδων, πολλές φορές υπερβολικά, συχνά προκλητικά, όμως ποτέ με στόχο τη δημόσια αποδοχή. Γινόταν γνωστός ακριβώς επειδή δεν παρακαλούσε να τον αγαπήσουν.
Τα τελευταία χρόνια της ζωής του είχαν μέσα τους και αναγνώριση και πίκρα. Η μητέρα του πέθανε το 1981, το γραφείο και η πινακοθήκη έκλεισαν το 1996 όταν αρνήθηκε χρηματοδότηση του δήμου, οι διαλέξεις του γέμιζαν κόσμο, οι συνεντεύξεις του γίνονταν λαϊκό γεγονός, πολλοί τον θαύμαζαν για τα θρησκευτικά και πατριωτικά του ξεσπάσματα χωρίς να αντέχουν να κοιτάξουν κατάματα το ομοερωτικό έργο του, πράγμα απολύτως χαρακτηριστικό της ελληνικής κοινωνίας που θέλει τον καλλιτέχνη καθαγιασμένο και ακίνδυνο. Εκείνος δεν δέχτηκε το Μεγάλο Κρατικό Βραβείο Γραμμάτων, δέχτηκε μόνο την τιμή από το Αριστοτέλειο, συνέχισε με την «Παρέα του Τσιτσάνη», δούλεψε πάνω στο έργο του μεγάλου συνθέτη και φρόντισε να σωθεί το αρχείο του με τη δωρεά στο Πανεπιστήμιο. Όταν η υγεία του λύγισε, όταν ήρθε η αναπηρική καρέκλα και η άνοια, οι λαϊκοί άνθρωποι που τόσο αγάπησε του το ανταπέδωσαν με πιάτα φαγητό, επισκέψεις, τραγούδια, φροντίδα. Αυτό ίσως λέει περισσότερα από όλα τα βραβεία που αρνήθηκε. Στο τέλος, έμεινε σχεδόν χωρίς μνήμη, δηλαδή χωρίς το βασικό εργαλείο ενός ανθρώπου που έζησε από τις λέξεις. Κι όμως, ακόμη κι έτσι, αποχαιρετούσε τον κόσμο με εκείνο το αθυρόστομο, τρυφερό, άσεμνα ανθρώπινο ύφος του. Εκεί βρίσκεται όλη η αλήθεια του. Ο Χριστιανόπουλος δεν ήταν ένας άγιος των γραμμάτων ούτε ένας εύκολος επαναστάτης για αφίσες. Ήταν ένας βαθιά αντιφατικός, πεισματάρης, τραυματισμένος και αδιάφθορος άνθρωπος που ξεβράκωσε όσο λίγοι τη χριστιανική, εθνική, αστική υποκρισία της Ελλάδας, όχι από κάποιο βάθρο καθαρότητας αλλά από το πεζοδρόμιο, από την πείνα, από την ενοχή, από τον έρωτα και από τη φτώχεια.
«Να περνάς πάντα καυλά, μωρό μου, και να μη με ξεχνάς»
——–——————————————————————————
Επιμέλεια: Lef.T







