5 Οκτωβρίου 2022

Νίκος Νικολαίδης: «Φριχτά δικαιωμένος»

Νίκος Νικολαίδης: «Φριχτά δικαιωμένος
που ο εφιάλτης προχωράει κατά κει που υπολόγιζα,
δεν έχω να πω τίποτα άλλο.»

 

Νίκος Νικολαϊδης:
Γεννήθηκε στην Αθήνα στις 25 Οκτωβρίου 1939
και έφυγε απ’ τη ζωή στις 5 Σεπτεμβρίου 2007
Στο μεσοδιάστημα έκανε 11 ταινίες
σταθμούς στον ελληνικό κινηματογράφο

«Μεγάλωσα με μύθους και αυτό μου έκανε πολύ καλό γιατί μεγάλωσα με κάποιους ήρωες που έκαναν επικίνδυνα πράγματα. Ή ήταν ολοκληρωτικά πιστοί σε μια γυναίκα για όλη τους τη ζωή ή είχαν εφτά φιλενάδες – διαλέγεις και παίρνεις. Γενικά, οι μύθοι μου πίστευαν στη φιλία και στις χαμένες υποθέσεις».

1.Lacrimae Rerum: 1962, μικρού μήκους.
Κρατικό Βραβείο υπουργείου Πολιτισμού,
επίσημη ελληνική συμμετοχή στο Φεστιβάλ των Καννών, 1964
και στο Φεστιβάλ του Μπιλμπάο, 1965.

 

 

«Στη δεκαετία του ’50 ολόκληρη η Ελλάδα τότε έβγαινε από πόλεμο και μοιραία υπήρχε μια χάι διάθεση. Υπήρχε μια νεολαία αλλά μέσα στην Αθήνα υπήρχε μόνο ένα στέκι. Το Γκριν Παρκ. Όποιος ανήσυχος κώλος κυκλοφορούσε στην Αθήνα εκείνη την εποχή, όποιο μυαλό με σπυρί, εκεί μέσα το έβρισκες. Και οι ανήσυχοι εκείνης της εποχής ήταν όλοι κι όλοι εξήντα. Η Αθήνα ήταν μια μικρή πόλη, ήρεμη, ερωτική, γλυκιά. Μύριζε την άνοιξη, με πολύ λίγα αυτοκίνητα, με συμπεριφορές καθαρά ερωτικές, φλερτ που κράταγαν ένα-δύο μήνες πριν γίνουνε σχέσεις – η αργή διαδικασία του ονείρου δηλαδή – αγωνίες που δεν υπάρχουν πια στη ζωή μας.

Σ’ εκείνο το χώρο – στον οποίον θα ήθελα κάποτε να γυρίσω μια ταινία – μαζευόντουσαν πολύ περίεργα άτομα, κοκότες πολυτελείας, ψιλοκλεφτρόνια που έκλεβαν αυτοκίνητα, έκανα μια βόλτα και μετά τα άφηναν γράφοντας συγνώμη επάνω. Εγώ κόλλησα σ’ αυτή την παρέα γιατί μεγαλόδειχνα. Ήμουν δεκατεσσάρων-δεκαπέντε χρονών. Μου έκανε εντύπωση που οι μεγάλοι με πρόσεχαν. Όταν πήγαιναν να γαμήσουν πούστηδες για να τ’ αρπάξουν, εμένα με βγάζανε απ’ το κόλπο. Τότε χορεύαμε και μπλουζ. Έπιανες το χέρι του κοριτσιού και σ’ αυτή την επαφή περνάγανε πράγματα μέσα σου, έτρεμες, ακουμπούσανε για πρώτη φορά τα σώματα κι άρχιζες να διαβάζεις σήματα, καταλάβαινες, είναι δικιά σου, δεν είναι, πότε θα είναι και διάφορα άλλα… Τότε είχαμε και τις γυναίκες-αναπτήρες.

Ήταν πολλές εκείνη την εποχή. Επίσης ζούσαμε και την πρώτη επανάσταση στην οικογένεια. Μην ξεχνάς ότι τότε η οικογένεια έβγαινε, και η μαμά με την κόρη φορούσαν το ίδιο ταγεράκι, την ίδια τσαντούλα, γοβάκι και γαντάκι, το ίδιο χτένισμα στο κομμωτήριο κι ο μπαμπάς έπαιρνε λίγο υφασματάκι παραπάνω για να ράψει κι ο πιτσιρικάς κουστούμι. Υπήρχαν τέτοια στερεότυπα. Αυτά κάποια στιγμή τινάχτηκαν στον αέρα. Όταν ήρθε «Ο Επαναστάτης Χωρίς Αιτία» ήταν ξεπερασμένος για μας. Τότε υπήρχαν κάποιοι κανόνες στον έρωτα, στη φιλία, στον τσακωμό, που έχουν εξαφανιστεί τώρα πια. Σήμερα έχουμε απολέσει τη διαδικασία. Τα πράγματα σήμερα δεν αρχίζουν καν, τελειώνουν πριν αρχίσουν».

2.Άνευ Όρων: 1968, μεσαίου μήκους.

 

 

«Είχα την ευτυχία να ανήκω σ’ εκείνη τη γενιά της πρώτης αμφισβήτησης και της φυγής. Το σινεμά τότε κάλυπτε απόλυτα αυτά τα αιτήματα. Τους χειμώνες πήγαινα δυο φορές την εβδομάδα και τα καλοκαίρια τρεις. Τις υπόλοιπες μέρες έψαχνα για τα κορίτσια με τις προδιαγραφές θανάτου. Τότε υπήρχαν…

Η πορεία μου προς τη Λάουρα άρχισε πολύ περίεργα, όπως συνέβαινε τότε, στα χρόνια της δεκαετίας του ’50. Ώρα 9 το βράδυ, και πέντε τσαμπουκάδες επιτίθενται στον 15χρονο τότε σκηνοθέτη, έξω από το TOP-HAT της Πατησίων. Κατορθώνω και ξεφεύγω και ζητάω βοήθεια από τους φίλους μου μέσα στο TOP-HAT. Βγαίνουν πέντε γομαράκια και ακολουθεί μία άγρια μάχη που δεν κράτησε πάνω από τρία λεπτά, με χαστούκια, μπουνιές, χτυπήματα με zippo, κοπανήματα πάνω στις λαμαρίνες των αυτοκινήτων, κλοτσιές στα κεφάλια και άλλα τέτοια, μέχρι που οι πέντε τσαμπουκάδες το ’βαλαν στα πόδια. Ταραγμένοι μετά όπως ήμασταν, δεν είχαμε διάθεση για χορό και έπειτα από πρόταση δική μου ξεκινήσαμε για σινεμά να δούμε τη Λάουρα, στον Έσπερο, ένα σινεμά απέναντι από το Αττικόν.

Δυο ώρες μετά οι έξι φίλοι, καθισμένοι στο σκαλάκι του Εσπέρου, μπροστά από το κατεβασμένο διχτυωτό ρολό του σινεμά, μιλούσαμε έκθαμβοι για τη Λάουρα. Ήμασταν γδαρμένοι και ματωμένοι ακόμα από τον καβγά, με ρούχα σκισμένα και πρησμένα από τις γροθιές χέρια και μιλούσαμε για τη Λάουρα. Ήτανε ο Τάκης το γυάλινο μάτι, ο Μίλτος ο μποξέρ, ο Όλιβερ, ο Βάκης ο βέσπας και ο Μίμης ο Μπογκομόλετς, ήρωες όλοι τους του αυτοβιογραφικού μου μυθιστορήματος με τίτλο Γουρούνια Στον Άνεμο και φυσικά η Λάουρα που από τότε στοίχειωσε μέσα μου για να πάρει πάλι τη μορφή της «Βέρας που δεν έρχεται ποτέ» στο Singapore Sling, που μαζί με τον «Άνθρωπο Που Αγάπησε Ένα Πτώμα» συνιστούν τα βασικά μου μοτίβα σε ταινίες όπως “Τα Κουρέλια Τραγουδάνε Ακόμα”, “Πρωινή Περίπολος”, “Singapore Sling”,  “Θα σε δω στην κόλαση, αγάπη μου” και εν μέρει καλά καμουφλαρισμένα στο “Ο χαμένος τα παίρνει όλα”. Και μην ξεχνάμε ότι τρεις από τις ταινίες μου είναι αφιερωμένες σε “κάποια Βέρα τέλος πάντων”…»

3.Ευριδίκη ΒΑ 2037: 1975, μεγάλου μήκους.
Βραβείο Σκηνοθεσίας στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης.
Κρατικό Βραβείο Υπουργείου Πολιτισμού.
Κρατικά Βραβεία: Σκηνογραφίας (Μαρί-Λουίζ Βαρθολομαίου),
Μοντάζ (Γιώργος Τριανταφύλλου).
Βραβείο Ένωσης Κριτικών Αθηνών.
Επίσημη ελληνική συμμετοχή στα Φεστιβάλ του Βερολίνου,
της Βιέννης, των Βρυξελλών και της Μπολόνιας.

 

 

«Η δικιά μου η γενιά βγήκε μέσα από έναν παγκόσμιο πόλεμο κι άνοιξε τα μάτια της στα Δεκεμβριανά. Όταν κάποιος, όπως ήμουνα εγώ, σε ηλικία 4 ετών, είδε κάτω από τα παράθυρά του τανκς να ρίχνουν σπίτια, σκοτωμένα δεκαεξάχρονα παιδιά στις γωνίες, με το όπλο στο χέρι, μάχες με πολυβόλα ανάμεσα στο Στρέφη και τη Μπενάκη, τότε η μετεμφυλιακή κατάσταση μοιάζει με παράδεισο. Έπρεπε να ζήσουμε».

4.Τα κουρέλια τραγουδάνε ακόμα: 1979, μεγάλου μήκους.
Βραβείο Σκηνοθεσίας,
Ερμηνείας Α’ Ανδρικού Ρόλου (Χρήστος Βαλαβανίδης),
Ήχου (Μαρίνος Αθανασόπουλος),
Μοντάζ (Ανδρέας Ανδρεαδάκης) στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης.
Κρατικό Βραβείο Υπουργείου Πολιτισμού.
Βραβείο Ένωσης Κριτικών Αθηνών.

 

 

«Έχουν δίκιο οι αριστεροί να λένε ότι εγώ δεν εκπροσωπώ την γενιά του ’50 – ’60. Εγώ εκπροσωπώ κάποιους αληταράδες, κάποιους που δεν θέλαν σπίτι, δεν θέλαν πατέρα, δεν θέλαν μητέρα, δεν θέλαν σχέσεις οικονομικές με τους γνωστούς όρους, δεν θέλαν να τελειώσουν το σχολείο, δεν θέλαν να σπουδάσουν, δεν θέλαν να σταδιοδρομήσουν, δεν θέλαν να μπουν σε καλούπια, δεν θέλαν να κατεβούνε στους δρόμους και να φωνάζουν “Ζήτω η Κύπρος είναι Ελληνική”, γιατί ξέραμε ότι η Κύπρος δεν θα γίνει ποτέ ελληνική.

Σε όλες τις γενιές υπάρχουν αυτοί που αμφισβητούνε…και εμείς αμφισβητούσαμε όχι τους αγώνες της αριστεράς, απλώς δεν μας ενδιέφερε, αλλά την προσπάθειά τους να μας περάσουν μέσα σ’ ένα παιχνίδι που δεν μας αφορούσε»

5. Γλυκιά Συμμορία: 1983, μεγάλου μήκους.
Βραβείο Ερμηνείας Α’ Ανδρικού Ρόλου (Τάκης Σπυριδάκης),
Φωτογραφίας (Άρης Σταύρου), Σκηνογραφίας (Μαρί-Λουίζ Βαρθολομαίου),
Ήχου (Μαρίνος Αθανασόπουλος),
Μοντάζ (Ανδρέας Ανδρεαδάκης) στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης.
Κρατικό Βραβείο Υπουργείου Πολιτισμού.
Βραβείο Καλύτερης Ελληνικής Ταινίας της Ένωσης Κριτικών Αθηνών.

 

 

«Βέβαια και χλεύασα τη χίπικη ιδεολογία έτσι όπως εκφράστηκε στον τόπο μας. Τουρισμό κάνανε. Ξέρεις τι σημαίνει να σε πλησιάζει μία ψιλομαστούρα κοντοκλώτσα της Β΄ Πανελλαδικής στο φουαγιέ της «Αλκυονίδας» και να σου πετάει ένα «Πάμε να κάνουμε κρεβάτι;». Καλά, μιλάμε για φρίκη.

Ή ακόμα κάτι άλλες σιχαμένες μεγαλοαστές με ινδικά φορέματα τίγκα στο καθρεφτάκι, που μάζευαν υπογραφές για την ομάδα Μπάαντερ – Μάινχοφ! Πώς ν’ αντιμετωπίσεις τα κνιτάκια που ντε και καλά το ‘χανε δει χάι και την “ακούγανε” κάπου ανάμεσα Τζαβέλλα και Τζιμ Μόρισον. Άσε τους πατσουλί-Τσεγκουεβάρες και κάτι άλλες λινάτσες που κλείνονταν με τις βδομάδες, Αμπελόκηποι και Κολωνάκι, και πλάκωναν τα κέικ με χασισάκι και ναργιλέδες γαλατάτους και στο τέλος φρικάρανε και πλακωνόντουσαν με τα κατσαβίδια… Σιγά τις πύλες της ενόρασης!»

6. Πρωινή Περίπολος: 1987, μεγάλου μήκους.
Βραβείο Σκηνοθεσίας στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης.
Κρατικά Βραβεία: Σκηνογραφίας (Μαρί-Λουίζ Βαρθολομαίου),
Φωτογραφίας (Ντίνος Κατσουρίδης).
Επίσημη Ελληνική συμμετοχή στα Φεστιβάλ του Αβοριάζ
και της Πορτογαλίας.

 

 

«Εγώ δεν γούσταρα ν’ αναπαυτώ κάτω από καμία καλλιτεχνική ταμπέλα. Και να σου πω και κάτι άλλο: Η μεγάλη επιτυχία της “Γλυκιάς Συμμορίας” μ’ ενόχλησε αν θέλεις και λίγο.. Είμαι κάπως αυτοκαταστροφικός, έχω συνδέσει τον καλλιτέχνη με την αποτυχία.. Όταν νιώθω αναγνωρίσιμος λέω «όχι, ρε πούστη, δε μου αρέσει, πάμε πάλι πίσω..». Και αυτό είναι ένα σημείο που τσακωνόμαστε με τον Αγγελάκα. Μου λέει ότι έπρεπε να είχα εκμεταλλευτεί αυτή την κατάσταση, ότι είχα ένα κοινό και το έδιωξα.. Εντάξει, σ’ αυτό το τελευταίο, ίσως και να ‘χει δίκιο. Ακόμα το σκέφτομαι… αλλά έτσι ένιωθα, δε μπορούσα να λειτουργήσω διαφορετικά. Ήταν συνειδητή επιλογή. Βρισκόμουν, θυμάμαι απέναντι από τον Αχιλλέα, ένα σινεμά στο οποίο η Συμμορία είχε σκίσει και καθώς κατέβαινα με το αυτοκίνητο σηκώνω τα μάτια μου και βλέπω με μεγάλα κεφαλαία γράμματα το όνομά μου. ΕΝΙΩΣΑ ΞΕΒΡΑΚΩΤΟΣ. Έβαλα το κεφάλι μου κάτω και έφυγα, μ’ ενοχλούσε αυτή η έκθεση..»

7. SingaporeSling: 1990, μεγάλου μήκους.
Βραβείο Σκηνοθεσίας,
Ερμηνείας Α’ Γυναικείου Ρόλου (MeredythHerold),
Φωτογραφίας (Άρης Σταύρου) στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης.
Κρατικά Βραβεία: Σκηνογραφίας (Μαρί-Λουίζ Βαρθολομαίου),
Μοντάζ (Ανδρέας Ανδρεαδάκης),
Επίσημη Ελληνική συμμετοχή στα Φεστιβάλ των Βρυξελλών,
του Άμστερνταμ, του Ρίμινι, του Τορόντο κ.ά.

 

 

«Mπορούμε να ονομάσουμε τη δεκαετία του ’80 σαν την δεκαετία του πραγματικά ανεξάρτητου ελληνικού κιν/φου, ενός κινηματογράφου αμφισβήτησης, που ήρθε σε σκληρή ιδεολογική και πολιτιστική αντιπαράθεση με τον κατεστημένο πολιτικό κιν/φο, που εκπροσωπούσε την τότε αρτηριοσκλήρωση και ήταν το όργανο εφαρμογής της ιδεολογικής τρομοκρατίας της επίσημης αριστεράς, πάντα σε στενή συνεργασία με την αμηχανία της δεξιάς.

Τυπικά μπορεί κανείς να ορίσει την πρεμιέρα αυτής της ανεξάρτητης τάσης με τη προβολή της ταινίας μου “Tα Kουρέλια Tραγουδάνε Aκόμα”, ταινία που, απαγορεύτηκε η προβολή της από τη τότε Δεξιά κυβέρνηση, με σκεπτικό δανεισμένο από τα επίσημα όργανα κριτικής παρέμβασης της αριστεράς. Ακολούθησε η πάλι δικιά μου “Γλυκιά Συμμορία” καί παράλληλα “Τα χρώματα της Ίριδας και οι Τεμπέληδες της Εύφορης Kοιλάδας” του Nίκου Παναγιωτόπουλου, “O εξόριστός στή Kεντρική Λεωφόρο” των Zερβού και Φέρρη, “η Φόνισσα”, η “Παραγγελία” και το “Nοκ- Aουτ” του Παύλου Tάσιου, “Το ταξίδι του μέλιτος και Οι απέναντι” του Γ. Πανουσόπουλου το “Προσοχή Kίνδυνος” του Γ. Σταμπουλόπουλου, οι ταινίες του Nίκου Περράκη και τα trash movie του Nίκου Zερβού καί άλλες πολλές για να κλείσει η δεκαετία αυτή με την Πρωϊνή Περίπολο και τό Singapore Sling. – Νομίζω ότι οι νεώτεροι σκηνοθέτες οφείλουν πολλά σ’ αυτή τη δουλειά των πραγματικά ανεξάρτητων Ελλήνων κινηματογραφιστών που δημιούργησαν μέσα σ’ ένα εξαιρετικά εχθρικό περιβάλλον».

8. Το Κορίτσι Με Τις Βαλίτσες: 1993, μεγάλου μήκους, τηλεταινία.

 

 

«Το σινεμά δεν είναι εκεί που βλέπετε, αλλά εκεί που δεν βλέπετε. Πάντα κάποιοι φροντίζουν να κοιτάτε σε λάθος κατεύθυνση. Aυτό το σινεμά που βλέπετε είναι δημιούργημα των Media, των υπουργείων, των συνδικαλιστών, των κριτικών, των παπαράτσι, των παραγόντων, των επιτροπών, του άξονα, των διαπλεκομένων, των διανομέων, των συμβιβασμένων, των μίζερων και των ατάλαντων, των κοσμικών στο Tριανόν και του Ψυρρή, των αποχαυνομένων και των ευτελών, των αγράμματων και των αντιαισθητικών και όχι τελικά των σεναριογράφων και των σκηνοθετών, όχι των δημιουργών.

Πως να μιλήσει λοιπόν κανείς για το “άλλο” σινεμά και να γίνει κατανοητός από τούς gros -magnon. Πως να το ανακαλύψουν όταν το ίδιο αρνείται τη καθιέρωσή του και αυτοαναιρείται για να επιβιώσει.. Έτσι λοιπόν κυκλοφορεί ανεξέλεγκτο εκτός του κεντρικού ιστού και άτρωτο στην επιθετική αντιβίωση των προκρούστηδων. Συνεχίστε να κοιτάτε εκεί που οι διαχειριστές της σύγχυσης διατάζουν… Εκεί όπου το μάτι δεν πληγώνεται…»

9. Θα σε δω στην κόλαση αγάπη μου: 1999, μεγάλου μήκους.
Επίσημη ελληνική συμμετοχή στο Φεστιβάλ των Βρυξελλών.

 

 

«Όσο για το τι συμβαίνει και δεν προχωράει η Εθνική Σχολή…. Σιγά που θα κάτσω τώρα να προβληματισθώ πάνω στη φιλοσοφία και τις εξαγγελίες του πολιτικού υπόκοσμου. Aν είχαμε για μάνατζερ τον Mάκη τον Ψωμιάδη που έχει βρει ένα ιδιότυπο τρόπο να συναλλάσσεται με την πολιτεία ίσως τα καταφέρναμε ν’ αποκτήσουμε κάποτε Εθνική Σχολή Kιν/φου…

Aλλά μην τα ψάχνετε, όλοι οι από πάνω είναι σκέτα γομάρια. Άτομα αντιαισθητικά, αμόρφωτα και φυσικά αδιάφορα, ως γνήσια βλεννοδαίτα της εξουσίας.. Kοιτάξτε τις κοιλιές τους και θα δείτε πως καταναλώνουν και που αποθηκεύουν τους προβληματισμούς και τις ανησυχίες τους…»

10. Ο Χαμένος Τα Παίρνει Όλα: 2002, μεγάλου μήκους.
Κρατικά Βραβεία: Σκηνοθεσίας,
Φωτογραφίας (Κωστής Γκίκας).

 

 

«Από την πρώτη μου κιόλας ταινία και σεβόμενος κάποιες ιδιαιτερότητες του χαρακτήρα μου, που πάντα μου δημιουργούσαν μία αξεπέραστη απέχθεια προς τους «χρηματοδότες», αποφάσισα ότι, αν έχω κάτι να πω, πρέπει να το πω έστω και με τον δικό μου ανάπηρο τρόπο. Έτσι, ξέρω ότι όλες μου οι ταινίες είναι «σχέδια» πάνω στις ταινίες που ήθελα να κάνω και συνειδητά επέλεξα αυτόν τον τρόπο, γιατί διαφορετικά δεν θα είχα γυρίσει ούτε καρέ. Και για να τελειώνουμε μ’ ένα μύθο που θέλει να υποστηρίζει ότι υπήρξα ένας από τους ευνοούμενος του Ελληνικού Κέντρου Κινηματογράφου, πρέπει να δηλώσω ότι 6 από τις ταινίες μου έγιναν με δικά μου χρήματα και με εξαιρετικά χαμηλό προϋπολογισμό (δανεικά, υποθήκες κτλ.) και μόνο 2 με συμμετοχή του ΕΚΚ. Όσο για το κοινό που απαιτούσε να μείνω κολλημένος στην παγίδα μιας συγκεκριμένης θεματολογίας, αρνήθηκα να το ικανοποιήσω, όμως πιστεύω ότι τελικά χωρίσαμε αγαπημένα».

11. The Zero Years: 2005, μεγάλου μήκους.
Κρατικό Βραβείο: Σκηνογραφίας (Μαρί-Λουίζ Βαρθολομαίου).

 

 

«Η κριτική έπαιξε καταστρεπτικό ρόλο κι αυτό φάνηκε απ’ τις ταινίες που γυρίστηκαν. Η αντίδραση στην Ελλάδα κρυβόταν πάντα κάτω από το αριστερούλικο κοστουμάκι (σαν τους μπάτσους με τα Adidas, το μούσι και το τζιν), όπου με ύφος μπλέιζερ πληροφορούσε όλους τους πικραμένους πως η τέχνη πρέπει να κινείται μέσα και κάτω από μια ορισμένη πολιτική ιδεολογία και φόρμα, ιδεολογία και φόρμα πάντοτε προσαρμοσμένη στην πνευματική αναπηρία και το τραυλό λεξιλόγιο των προστατευομένων της. Οι κριτικοί χρησιμοποίησαν τελικά τα σώματα των σκηνοθετών για να γυρίσουν τις δικές τους ταινίες κι αυτό το βρίσκω πολύ πρόστυχο».

«Το έργο μου έχει χτυπηθεί αλύπητα. Όσον αφορά τους κριτικούς, θα αναφέρω αυτό που διάβασα κάπου: “Όλοι οι άνθρωποι έχουν δύο επαγγέλματα. Το ένα το κάνουν για να ζήσουν, ενώ το άλλο είναι κριτικός κινηματογράφου.”»

 

 

Εκδόθηκαν τα βιβλία του:
1.Οι Τυμβωρύχοι – Διηγήματα, 1964,
2.Ο Οργισμένος Βαλκάνιος – Μυθιστόρημα, 1977,
3.Τα Κουρέλια Τραγουδάνε Ακόμα – Σενάριο, 1980,
3.Γλυκιά Συμμορία – Σενάριο, 1984,
4.Γουρούνια στον άνεμο – Μυθιστόρημα, 1992,
5.Ο χαμένος τα παίρνει όλα – Σενάριο, 2003,
6.Μια στεκιά στο μάτι του Μοντεζούμα – Μυθιστόρημα, 2007.

 

Σκηνοθέτησε για το θέατρο:
Τα 7 κουτιά της Πανδώρας του Βασίλη Ζιώγα, 1996

 

«Το καλό με τη συνεργάτιδα και σύζυγό μου είναι ότι με απορρίπτει εφ’ όλης της ύλης, ειδικά μάλιστα όταν λερώνω τα φρέσκα τραπεζομάντηλά της με σάλτσες ή αφήνω τα φώτα της τουαλέτας ανοιχτά. Ανήκει σ’ έναν άλλο κόσμο, είναι πάρα πολύ θετική. Είναι πολύ ήρεμος και προσγειωμένος άνθρωπος και όταν ένα και ένα κάνουν δύο, τότε όλα καλά. Όταν όμως ένα και ένα κάνουν τρία –που συνήθως για μένα κάνουν– τότε το βάζει στα πόδια. Όταν βλέπει τις ταινίες μετά από τέσσερα-πέντε χρόνια, τότε καταλαβαίνει τι δουλειά είχαμε κάνει εκείνη την εποχή και αναθεωρεί. Συνηθίζω να την πείθω ότι δεν της δίνω καμιά σημασία. Και όταν έχει δίκιο, συνηθίζω να παρουσιάζω την άποψή της σαν δική μου και τελικά να την εξαγριώνω.»

 

Τέλος

 

 

Πηγή

AgrinioStories