Μιχάλης Κούσης | Ένας μεγάλος δρομέας


...

| Λευτέρης Τηλιγάδας |

Μιχάλης Κούσης | Ένας μεγάλος δρομέας

Ο Μιχάλης Κούσης πέθανε ξαφνικά στις 24 Μαΐου του 2005 από ανακοπή καρδιάς,
κάνοντας προπόνηση στο δάσος του Σέιχ Σου στη Θεσσαλονίκη.
Μέχρι το τέλος παρέμεινε άνθρωπος της προπόνησης, της επιμονής και της πειθαρχίας.


Ο Μιχάλης Κούσης ήταν ένας αθλητής που γεννήθηκε μέσα σε μια επαρχιακή ελληνική πραγματικότητα φτώχειας, πειθαρχίας και στερημένων δυνατοτήτων και κατάφερε να φτάσει στην παγκόσμια κορυφή χωρίς ποτέ να έχει πίσω του τις υποδομές που απολάμβαναν οι μεγάλοι αθλητές της Δύσης. Για πολλούς θεωρείται ακόμη και σήμερα ο μεγαλύτερος Έλληνας μαραθωνοδρόμος της σύγχρονης εποχής.

Γεννήθηκε το 1953 στο Αγρίνιο, σε μια Ελλάδα που έβγαινε τραυματισμένη από τον εμφύλιο και όπου ο αθλητισμός ήταν περισσότερο προσωπική εμμονή παρά οργανωμένη κοινωνική πολιτική. Η ενασχόλησή του με τον στίβο ξεκίνησε χάρη στον μεγαλύτερο αδελφό του, τον Κώστα, ο οποίος ήδη ασχολούνταν με τον αθλητισμό. Πολύ γρήγορα εντάχθηκε στη Γυμναστική Εταιρεία Αγρινίου με προπονητή τον Γρηγόρη Μπενέκα, έναν άνθρωπο που έγραψε τη δική του μεγάλη ιστορία στην αθλητική πραγματικότητα της περιοχής μας, και ο οποίος διέκρινε αμέσως την ακραία αντοχή του νεαρού δρομέα.

Ο Κούσης δεν είχε τίποτα από την εικόνα του «σπονσοραρισμένου πρωταθλητή». Δεν προερχόταν από αθλητικές ακαδημίες υψηλού επιπέδου, ούτε από κρατικό σύστημα στήριξης. Η διαδρομή του ήταν σχεδόν χειροποίητη. Στην ηλικία των 16 ετών κέρδισε τον πρώτο του αγώνα στο Αγρίνιο και μέσα σε λίγα χρόνια είχε ήδη καταρρίψει πανελλήνιο ρεκόρ εφήβων στα 10.000 μέτρα.

 


Ο νεαρός Κούσης τερματίζει θριαμβευτικά στην αρχή της οδού Παπαστράτου.

Από το 1971 έως το 1987 ο Μιχάλης Κούσης αποτέλεσε βασικό μέλος της εθνικής ομάδας στίβου, φορώντας τη φανέλα της Ελλάδας σε μια από τις πιο δύσκολες εποχές για τους αθλητές μεγάλων αποστάσεων. Συμμετείχε σε τρεις Ολυμπιακούς Αγώνες, το 1976 στο Μόντρεαλ, το 1980 στη Μόσχα και το 1984 στο Λος Άντζελες, σε μια περίοδο όπου ο διεθνής στίβος είχε ήδη περάσει σε μια νέα βιομηχανική φάση προετοιμασίας. Οι μεγάλες αθλητικές δυνάμεις διέθεταν επιστημονικά επιτελεία, εργομετρικά κέντρα, κρατικά προγράμματα και τεράστια οικονομική στήριξη, ενώ στην Ελλάδα οι περισσότεροι πρωταθλητές συνέχιζαν να προπονούνται σχεδόν ημιερασιτεχνικά, συχνά παλεύοντας μόνοι τους απέναντι σε ένα σύστημα που ζητούσε διακρίσεις χωρίς να παρέχει ουσιαστικές υποδομές.

Μέσα σε αυτές τις συνθήκες ο Κούσης κατάφερε να γίνει πανελληνιονίκης, βαλκανιονίκης και να σταθεί δίπλα σε κορυφαίους δρομείς του κόσμου. Η πορεία του είχε κάτι βαθιά πολιτικό, ακόμη κι αν δεν εκφραζόταν πάντα με λόγια. Ήταν η απόδειξη ότι η προσωπική αντοχή μπορούσε να υπερβεί την κρατική ανεπάρκεια. Ο Έλληνας μαραθωνοδρόμος εκείνης της εποχής δεν εκπροσωπούσε μόνο τον εαυτό του· κουβαλούσε πάνω του και τις ελλείψεις μιας ολόκληρης χώρας.

Η μεγάλη αγωνιστική έκρηξη του Κούση ήρθε στα τέλη της δεκαετίας του ’70. Στους Πανευρωπαϊκούς Αγώνες της Πράγας το 1978 έτρεξε μέχρι το 35ο χιλιόμετρο μαζί με το πρώτο γκρουπ των κορυφαίων Ευρωπαίων αθλητών, δείχνοντας ότι μπορούσε πλέον να σταθεί ισότιμα απέναντι στην ευρωπαϊκή ελίτ. Ένα πρόβλημα στο γόνατο τον ανάγκασε τελικά να χάσει επαφή με τους πρωτοπόρους, όμως ακόμη κι έτσι πέτυχε πανελλήνιο ρεκόρ και κατέκτησε τη δέκατη θέση, επίδοση τεράστια για τα ελληνικά δεδομένα της εποχής.

 

 

Έναν χρόνο αργότερα έζησε τη στιγμή που θα μπορούσε να είχε αλλάξει όχι μόνο τη δική του καριέρα αλλά και ολόκληρη την ιστορία του ελληνικού αθλητισμού. Στους Μεσογειακούς Αγώνες του Σπλιτ το 1979 τερμάτισε τον μαραθώνιο σε 2 ώρες, 6 λεπτά και 53 δευτερόλεπτα, χρόνο που άγγιζε το παγκόσμιο ρεκόρ. Για λίγες ώρες η Ελλάδα πίστεψε ότι είχε αποκτήσει τον ταχύτερο μαραθωνοδρόμο του κόσμου. Στη συνέχεια όμως αποκαλύφθηκε ότι η διαδρομή ήταν μικρότερη περίπου κατά 900 μέτρα και η επίδοση ακυρώθηκε.

Το επεισόδιο εκείνο έμεινε σαν μια πικρή μεταφορά της ελληνικής πραγματικότητας. Ένας αθλητής παγκόσμιας κλάσης, που είχε φτάσει στα όρια των ανθρώπινων δυνατοτήτων μέσα από εξαντλητική δουλειά και προσωπικές θυσίες, βρέθηκε τελικά αντιμέτωπος με την προχειρότητα των διοργανώσεων και τη διαρκή αίσθηση ότι τίποτα σε αυτόν τον τόπο δεν λειτουργεί ολοκληρωμένα. Παρ’ όλα αυτά, η διεθνής αναγνώριση είχε ήδη έρθει. Ο Μιχάλης Κούσης είχε αποδείξει ότι μπορούσε να κοιτάξει στα μάτια τους καλύτερους μαραθωνοδρόμους του πλανήτη. Στην Ελλάδα όμως του ’70 και του ’80 αντιμετωπίστηκε κυρίως σαν ένας «ήρωας της προσπάθειας», μια μορφή που το κράτος τιμά εκ των υστέρων, αφού πρώτα την έχει εξαντλήσει.

Ο Γρηγόρης Μπενέκας, έλεγε συχνά πως ο Μιχάλης Κούσης είχε μια σχεδόν αφύσικη αντοχή. Δεν μιλούσε μόνο για φυσικά προσόντα, αλλά για μια ψυχική σκληράδα που σπάνια συναντά κανείς ακόμη και σε μεγάλους πρωταθλητές. Θυμόταν χαρακτηριστικά έναν αγώνα 3.000 μέτρων στο στάδιο Καραϊσκάκη, όταν ένας αθλητής τον πάτησε στον αχίλλειο τένοντα προκαλώντας του σοβαρό τραυματισμό. Ο Κούσης έχασε το παπούτσι του, μάτωσε, όμως συνέχισε ξυπόλητος μέχρι τον τερματισμό, αφήνοντας πίσω του αίμα πάνω στο ταρτάν. Όταν τελείωσε ο αγώνας χρειάστηκε είκοσι ράμματα.

Αυτή η σχεδόν ακραία αφοσίωση στο τρέξιμο έγινε γρήγορα μέρος του μύθου του. Ο Μίχαϋ Ιγκλόι, ο θρυλικός Ουγγροαμερικανός προπονητής που αργότερα ανέλαβε την προετοιμασία του στην Αθήνα, έλεγε πως ο Κούσης διέθετε τρομερό «stamina»[1]. Δεν ήταν εύκολο κομπλιμέντο. Ο Ιγκλόι είχε δημιουργήσει σχολή ολόκληρη στις μεγάλες αποστάσεις και είχε δουλέψει με αθλητές παγκόσμιας κλάσης. Παρ’ όλα αυτά, στον Αγρινιώτη δρομέα έβλεπε κάτι που ξεπερνούσε τις εργομετρικές αναλύσεις και τις επιστημονικές μετρήσεις. Έβλεπε έναν άνθρωπο που λειτουργούσε με πείσμα σχεδόν ανεξήγητο, σαν να προσπαθούσε κάθε φορά να νικήσει όχι μόνο τους αντιπάλους του αλλά και τα ίδια τα όρια του σώματός του.

Αυτή η νοοτροπία τον οδήγησε και σε μία από τις σημαντικότερες στιγμές της καριέρας του. Το 1980 κατέκτησε την τέταρτη θέση στον ιστορικό Μαραθώνιο της Βοστώνης, πετυχαίνοντας μία από τις μεγαλύτερες διακρίσεις Έλληνα δρομέα στο εξωτερικό. Εκείνη την εποχή ο διεθνής μαραθώνιος είχε ήδη μετατραπεί σε πεδίο επαγγελματικού αθλητισμού υψηλού επιπέδου και η παρουσία ενός Έλληνα ανάμεσα στους κορυφαίους θεωρήθηκε σχεδόν απίθανη.

Μετά τον αγώνα δέχτηκε πρόταση από πλούσιο Ελληνοαμερικανό να εγκατασταθεί στις Ηνωμένες Πολιτείες με όλα τα έξοδα πληρωμένα, ώστε να αφοσιωθεί αποκλειστικά στην προπόνηση και στις μεγάλες διεθνείς διοργανώσεις. Για πολλούς θα ήταν η φυσική επιλογή. Ο Κούσης όμως αρνήθηκε. Προτίμησε να μείνει στην Ελλάδα, κοντά στην οικογένεια, στους φίλους και στον τόπο του, παρότι γνώριζε καλά ότι εδώ δεν θα έβρισκε ποτέ τις συνθήκες που είχαν οι ανταγωνιστές του στο εξωτερικό.

Η επιλογή αυτή λέει πολλά και για τον χαρακτήρα του αλλά και για τη σχέση της χώρας με τους ανθρώπους της. Η Ελλάδα συχνά γεννά αθλητές τεράστιας αντοχής και προσωπικής δύναμης, όμως σπάνια καταφέρνει να τους στηρίξει πραγματικά. Ο Κούσης έγινε διεθνής πρωταθλητής σχεδόν πηγαίνοντας κόντρα στο ίδιο το σύστημα που υποτίθεται ότι εκπροσωπούσε. Και ίσως γι’ αυτό παραμένει μέχρι σήμερα μια μορφή που ξεπερνά τα στενά όρια του αθλητισμού.

 

 

Ο Μιχάλης Κούσης δεν έκρυψε ποτέ τη σύγκρουσή του με το συντηρητικό περιβάλλον της εποχής. Λάτρευε τον Τσε Γκεβάρα και τον Μίκη Θεοδωράκη, μεγάλωσε μέσα στο φορτισμένο πολιτικό κλίμα της μεταπολίτευσης και κουβαλούσε μια εικόνα που έμοιαζε περισσότερο με ανυπότακτο άνθρωπο των δρόμων παρά με τον πειθαρχημένο αθλητή που ήθελε να προβάλλει το κράτος. Τα μακριά μαλλιά, τα γένια και συνολικά η δημόσια παρουσία του λειτουργούσαν σχεδόν ως πολιτική δήλωση σε μια Ελλάδα που παρέμενε βαθιά αυταρχική, ακόμη και μετά την πτώση της δικτατορίας.

Το προφίλ αυτό δεν μπορούσε να χωρέσει εύκολα στην Ελληνική Χωροφυλακή, όπου είχε διοριστεί ως επίλεκτος αθλητής. Η αντίφαση ήταν εμφανής. Ένας άνθρωπος που θαύμαζε μορφές εξέγερσης και κοινωνικής ανυπακοής βρισκόταν ενταγμένος σε έναν από τους πιο σκληρούς κρατικούς μηχανισμούς της μετεμφυλιακής Ελλάδας. Ο ίδιος δεν άργησε να απομακρυνθεί. Εγκατέλειψε τη Χωροφυλακή και προτίμησε να εργαστεί στον OTE, επιλέγοντας ένα περιβάλλον λιγότερο ασφυκτικό και περισσότερο συμβατό με τον χαρακτήρα και τις ιδέες του.

Σήμερα το όνομά του επιβιώνει κυρίως μέσα από αθλητικά αφιερώματα και μνήμες παλιών φιλάθλων. Όμως η ιστορία του, είναι η ιστορία ενός ανθρώπου που απέδειξε ότι οι μεγάλοι επιπέδου αθλητές μπορούν ακόμη και μέσα σε συνθήκες θεσμικής και οργανωτικής ανεπάρκειας να ξεπεράσουν τις δυσκολίες με μόνο προσόν τους την επιμονή και την αντοχή τους. Και ταυτόχρονα είναι η απόδειξη ότι αυτός ο τόπος συχνά αφήνει τους σημαντικότερους ανθρώπους του να παλεύουν μόνοι τους, μέχρι τη στιγμή που θα γίνουν θρύλοι.

Στις 19 Μαΐου 2012, μέσα σε μια κατάμεστη και έντονα φορτισμένη συναισθηματικά αίθουσα του Μουσείου Μαραθωνίου Δρόμου, η σύζυγος του Μιχάλη Κούση ανταποκρίθηκε στην πρόσκληση του Μουσείου και του τότε δημάρχου Μαραθώνα Ιορδάνη Λουίζου και προχώρησε σε μια ιδιαίτερα συμβολική πράξη. Δώρισε για μόνιμη έκθεση τα ιστορικά αθλητικά κειμήλια του αείμνηστου πρωταθλητή, παραδίδοντας ουσιαστικά ένα πολύτιμο κομμάτι της ιστορίας του ελληνικού στίβου στη δημόσια μνήμη.

 

 

——————————————————————————————————————————————————————–
Υποσημείωση: Οι χρονολογίες που καταγράφονται πριν την 16η Φεβρουαρίου 1923 είναι σύμφωνες με την χρονολόγηση των πηγών. Για την αντιστοίχιση με τη σημερινή χρονολόγηση πρέπει στην αντίστοιχη χρονολογία να προστεθούν 13 μέρες.
Παραπομπή: 1. Το «stamina» είναι αγγλικός όρος και σημαίνει αντοχή, κυρίως τη σωματική αλλά και την ψυχική ικανότητα ενός ανθρώπου να συνεχίζει για μεγάλο χρονικό διάστημα κάτω από έντονη πίεση, κόπωση ή εξάντληση. Στον αθλητισμό χρησιμοποιείται ιδιαίτερα για δρομείς μεγάλων αποστάσεων, ποδηλάτες ή γενικά αθλητές που πρέπει να διατηρούν υψηλή απόδοση για πολλή ώρα. Στην περίπτωση του Μιχάλη Κούση, όταν ο Ιγκλόι έλεγε ότι είχε τρομερό “stamina”, δεν εννοούσε μόνο ότι άντεχε σωματικά. Εννοούσε ότι είχε σπάνια επιμονή, ανθεκτικότητα και ψυχικό πείσμα. Ότι μπορούσε να συνεχίζει ακόμη και όταν το σώμα του είχε φτάσει στα όριά του
Φωτογραφία: Μιχάλης Κούσης
——————————————————————————————————-
Η μνήμη είναι μια δυνατότητα για να διευρύνουμε το μέλλον

και όχι για  να το συρρικνώσουμε στο ήδη ξεπερασμένο παρελθόν

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *