Η κατάληψη του Κάστρου της Βόνιτσας


...

| Λευτέρης Τηλιγάδας |

Η κατάληψη του Κάστρου της Βόνιτσας

| Μια από τις τελευταίες στρατιωτικές επιχειρήσεις
της Ελληνικής Επανάστασης στη δυτική Στερεά Ελλάδα |


Η κατάληψη του κάστρου της Βόνιτσας το 1829 υπήρξε ένα από τα τελευταία σημαντικά επεισόδια της Ελληνικής Επανάστασης του 1821 στη δυτική Στερεά Ελλάδα και εντάσσεται στη γενικότερη στρατηγική που ακολούθησε η κυβέρνηση του Ιωάννη Καποδίστρια για την εκκαθάριση των οθωμανικών φρουρίων πριν από την τελική διπλωματική ρύθμιση του ελληνικού ζητήματος. Η Βόνιτσα κατείχε εξαιρετική στρατηγική σημασία επειδή το φρούριό της έλεγχε την είσοδο του Αμβρακικού κόλπου και τις επικοινωνίες ανάμεσα στην Ακαρνανία, την Πρέβεζα και την Ήπειρο, ενώ παράλληλα αποτελούσε ένα κρίσιμο σημείο ελέγχου της δυτικής ακτής της Στερεάς Ελλάδας σε μια περίοδο κατά την οποία η εξέλιξη των πολεμικών επιχειρήσεων επηρέαζε άμεσα τις διεθνείς διαπραγματεύσεις για τη δημιουργία του νέου ελληνικού κράτους.

Το κάστρο της Βόνιτσας είχε οικοδομηθεί κατά τον Μεσαίωνα και ενισχύθηκε σημαντικά κατά την περίοδο της κυριαρχίας της Βενετικής Δημοκρατίας, όταν η περιοχή αποτελούσε κρίσιμο σημείο ελέγχου των θαλάσσιων διαδρομών στο Ιόνιο και στον Αμβρακικό κόλπο. Μετά την κατάκτηση της περιοχής από τους Οθωμανούς τον 18ο αιώνα το φρούριο χρησιμοποιήθηκε ως στρατιωτικό κέντρο που προστάτευε τη θαλάσσια δίοδο προς τον Αμβρακικό και λειτουργούσε ως προωθημένη βάση προς την Ήπειρο, ενώ παράλληλα εξασφάλιζε την επικοινωνία με τα οθωμανικά διοικητικά κέντρα της Πρέβεζας και της Λευκάδας. Η γεωγραφική θέση του επέτρεπε τον έλεγχο της ναυσιπλοΐας στον Αμβρακικό κόλπο και για τον λόγο αυτό κατά τη διάρκεια της Ελληνικής Επανάστασης η Βόνιτσα αποτέλεσε επανειλημμένα σημείο συγκρούσεων ανάμεσα σε ελληνικά στρατιωτικά σώματα και στις οθωμανικές φρουρές που διατηρούσαν την παρουσία τους στην περιοχή.

Η κατάσταση μεταβλήθηκε ουσιαστικά μετά τη Ναυμαχία του Ναυαρίνου το 1827, όταν οι στόλοι της Αγγλίας, της Γαλλίας και της Ρωσίας κατέστρεψαν τον οθωμανικό στόλο και περιόρισαν δραστικά τη δυνατότητα των Οθωμανών να ανεφοδιάζουν τις φρουρές τους στη δυτική Ελλάδα. Με την άφιξη του Ιωάννη Καποδίστρια στην Ελλάδα το 1828 η ελληνική κυβέρνηση επιδίωξε να δημιουργήσει τετελεσμένα εδαφικά γεγονότα πριν από την οριστική διπλωματική αναγνώριση της ανεξαρτησίας. Σύμφωνα με τον ιστορικό Απόστολο Βακαλόπουλο, η κυβέρνηση του Καποδίστρια προχώρησε σε συστηματικές επιχειρήσεις για την κατάληψη των φρουρίων που παρέμεναν υπό οθωμανικό έλεγχο στη δυτική Στερεά Ελλάδα ώστε να ενισχυθεί η θέση της Ελλάδας στις διεθνείς διαπραγματεύσεις για τα σύνορα του νέου κράτους.

Στο πλαίσιο αυτής της στρατηγικής οργανώθηκαν εκτεταμένες στρατιωτικές επιχειρήσεις στην Ακαρνανία κατά τα έτη 1828–1829. Στην περιοχή συγκεντρώθηκαν σώματα Ρουμελιωτών και Σουλιωτών αγωνιστών υπό την παρουσία σημαντικών οπλαρχηγών της δυτικής Στερεάς όπως ο Κίτσος Τζαβέλας και ο Νότης Μπότσαρης, ενώ ενεργό ρόλο στον συντονισμό των επιχειρήσεων είχε και ο αδελφός του κυβερνήτη Αυγουστίνος Καποδίστριας. Παράλληλα η γενική στρατιωτική διοίκηση των επιχειρήσεων βρισκόταν υπό τον αρχιστράτηγο Ρίτσαρντ Τσώρτς, ο οποίος είχε αναλάβει την οργάνωση των ελληνικών δυνάμεων στη δυτική Ελλάδα. Στόχος των ελληνικών σωμάτων ήταν να απομονώσουν τα οθωμανικά φρούρια μέσω αποκλεισμού και να εξαναγκάσουν τις φρουρές σε παράδοση χωρίς μεγάλες απώλειες, μια τακτική που σύμφωνα με τον αγωνιστή και απομνημονευματογράφο Νικόλαο Κασομούλη είχε ήδη εφαρμοστεί με επιτυχία στα τελευταία χρόνια της Επανάστασης, καθώς πολλές οθωμανικές φρουρές είχαν αποκοπεί από τον ανεφοδιασμό και συχνά αναγκάζονταν να παραδίδονται μετά από πολιορκία.

Στις αρχές Μαρτίου του 1829 το φρούριο της Βόνιτσας βρέθηκε κάτω από στενή πολιορκία των ελληνικών δυνάμεων μέσα σε δύσκολες χειμερινές συνθήκες. Το ελληνικό στρατόπεδο είχε οργανώσει έναν ασφυκτικό αποκλεισμό γύρω από το οχυρό, με δυνάμεις τοποθετημένες τόσο στα γύρω υψώματα όσο και στη θαλάσσια περιοχή του Αμβρακικού κόλπου. Τα ελληνικά σώματα κατέλαβαν τις θέσεις που έλεγχαν τις χερσαίες επικοινωνίες του κάστρου και απέκοψαν κάθε δυνατότητα μετακίνησης της φρουράς προς την ενδοχώρα, ενώ μικρά ελληνικά πλοία και ένοπλα σκάφη περιόρισαν τον ανεφοδιασμό από τη θάλασσα. Κάθε προσπάθεια των Οθωμανών να διασπάσουν τον κλοιό ή να στείλουν εφόδια αντιμετωπιζόταν άμεσα και αποκρουόταν, γεγονός που μετέτρεψε την πολιορκία σε έναν πλήρη αποκλεισμό.

Μέσα στο φρούριο η κατάσταση γινόταν ολοένα πιο δύσκολη για τη φρουρά των Τουρκαλβανών που διοικούνταν από τον Νακά Αγά Τοπτσή. Οι προμήθειες τροφίμων είχαν σχεδόν εξαντληθεί και σύμφωνα με την επίσημη αναφορά του Τσώρτς οι πολιορκημένοι είχαν φτάσει στο σημείο να σφάξουν και να καταναλώσουν τους περισσότερους από τους ίππους τους προκειμένου να επιβιώσουν. Η φρουρά, απομονωμένη από κάθε πηγή ενίσχυσης και χωρίς ελπίδα ανεφοδιασμού, οδηγήθηκε τελικά σε διαπραγματεύσεις καθώς η αντίσταση είχε καταστεί πλέον μάταιη.

Στις 5 Μαρτίου 1829, λίγο πριν από το μεσημέρι, η οθωμανική φρουρά εγκατέλειψε το φρούριο της Βόνιτσας και ελληνικό τμήμα εισήλθε στο οχυρό, υψώνοντας την ελληνική σημαία στα τείχη. Ο αρχιστράτηγος Τσώρτς, αναγνωρίζοντας την αντίσταση των πολιορκημένων, επέτρεψε στη φρουρά να αποχωρήσει με τα όπλα και τις αποσκευές της και να κατευθυνθεί προς την Πρέβεζα. Για την εξασφάλιση της συμφωνίας επτά Έλληνες αξιωματικοί μαζί με δύο πλοιάρχους του ναυτικού προσφέρθηκαν εθελοντικά ως όμηροι και συνόδευσαν τους αποχωρούντες μέχρι το πρώτο εχθρικό φυλάκιο έξω από την πόλη, ενώ οι αποσκευές των Τούρκων μεταφέρθηκαν με τέσσερις κανονιοφόρους του ελληνικού στολίσκου. Η συμφωνία τηρήθηκε πλήρως και η αποχώρηση πραγματοποιήθηκε χωρίς παραβίαση των όρων.

Την επόμενη ημέρα, στις 6 Μαρτίου 1829, από το στρατόπεδο της Βόνιτσας εκδόθηκε ημερήσια διαταγή του Τσώρτς με την οποία καλούνταν όλοι οι αρχηγοί και οι αξιωματικοί των σωμάτων καθώς και οι αξιωματικοί του στολίσκου να συγκεντρωθούν στο φρούριο στις επτά το πρωί για να τελεστεί παράκληση και δοξολογία προς τον Θεό για την επιτυχία της επιχείρησης. Η τελετή συνοδεύτηκε από κανονιοβολισμούς από το φρούριο και τα πλοία του στόλου, ενώ οι στρατιώτες παρέμειναν στις θέσεις τους ώστε να αποφευχθεί άσκοπη κατανάλωση πολεμοφοδίων. Την ίδια ημέρα ο Τσώρτς ενημέρωσε τον κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια για την επιτυχία και η είδηση δημοσιεύθηκε λίγο αργότερα στην εφημερίδα «Γενική». Στην απάντησή του ο Καποδίστριας χαρακτήρισε την παράδοση της Βόνιτσας ως ένα «ευτύχημα αξιολογότατον», εκφράζοντας την ελπίδα ότι σύντομα παρόμοιες εξελίξεις θα σημειώνονταν σε ολόκληρη τη δυτική Ελλάδα.

Μετά την κατάληψη της Βόνιτσας το ελληνικό στρατόπεδο μετακινήθηκε στο Λουτράκι της Κατούνας, από όπου ο Τσώρτς σχεδίασε τις επόμενες κινήσεις για την εκκαθάριση των οθωμανικών δυνάμεων στον Καρβασαρά, δηλαδή στη σημερινή Αμφιλοχία, και στο ορεινό πέρασμα του Μακρυνόρους, ένα από τα σημαντικότερα στρατηγικά σημεία της περιοχής. Την ίδια περίοδο οι ισορροπίες ανάμεσα στους τοπικούς οπλαρχηγούς παρέμεναν περίπλοκες καθώς ο ισχυρός Βαλτινός καπετάνιος Ανδρέας Ίσκος είχε βρεθεί για ένα διάστημα σε διαπραγματεύσεις και είχε επηρεαστεί από την πλευρά των Οθωμανών, ενώ παρόμοια στάση τηρούσαν και οι οπλαρχηγοί Σωτήρης και Νικόλαος Στράτος. Αντίθετα ο εξάδελφός τους Γιαννάκης Στράτος παρέμενε σταθερά στο ελληνικό στρατόπεδο υπηρετώντας ως διοικητής της Γ΄ Χιλιαρχίας στην Ανατολική Ελλάδα υπό τον Δημήτριο Υψηλάντη και αργότερα συνεργάστηκε με τον Τσώρτς.

Η κατάληψη της Βόνιτσας είχε σημαντικά στρατιωτικά και πολιτικά αποτελέσματα καθώς εξάλειψε την τελευταία σημαντική οθωμανική βάση στην Ακαρνανία, διασφάλισε τον έλεγχο της δυτικής ακτής της Στερεάς Ελλάδας και ενίσχυσε την ελληνική θέση στις διεθνείς διαπραγματεύσεις. Όπως επισημαίνει ο ιστορικός Διονύσιος Κόκκινος, οι επιχειρήσεις αυτές συνέβαλαν αποφασιστικά στη διαμόρφωση των πρώτων συνόρων του ελληνικού κράτους.

Λίγους μήνες αργότερα η ελληνική ανεξαρτησία αναγνωρίστηκε επίσημα με το Πρωτόκολλο του Λονδίνου του 1830 και η περιοχή της Ακαρνανίας μαζί με τη Βόνιτσα εντάχθηκαν στο νέο ελληνικό κράτος. Το κάστρο της πόλης συνέχισε να χρησιμοποιείται ως στρατιωτικό φυλάκιο για αρκετές δεκαετίες και παρέμεινε ένα από τα σημαντικότερα οχυρά της δυτικής Ελλάδας.

 

——————————————————————————————————————————————————————–
Υποσημείωση: Οι χρονολογίες που καταγράφονται πριν την 16η Φεβρουαρίου 1923 είναι σύμφωνες με την χρονολόγηση των πηγών. Για την αντιστοίχιση με τη σημερινή χρονολόγηση πρέπει στην αντίστοιχη χρονολογία να προστεθούν 13 μέρες.
Βιβλιογραφία: 1. Απόστολος Βακαλόπουλος, Ιστορία του Νέου Ελληνισμού, τ. Ζ΄ (Θεσσαλονίκη: Βάνιας), 546-549. | 2. Διονύσιος Κόκκινος, Η Ελληνική Επανάστασις, τ. ΙΒ΄ (Αθήνα: Μέλισσα), 322-326. | 3. Richard Church, Αναφορά από το στρατόπεδο της Βόνιτσας, 5 Μαρτίου 1829, Αρχεία Ελληνικής Παλιγγενεσίας. | 4. Νικόλαος Κασομούλης, Ενθυμήματα Στρατιωτικά, τ. Γ΄, 256-260.
Φωτογραφία: Το κάστρο της Βόνιτσας
——————————————————————————————————-
Η μνήμη είναι μια δυνατότητα για να διευρύνουμε το μέλλον

και όχι για  να το συρρικνώσουμε στο ήδη ξεπερασμένο παρελθόν

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *