Η γέννηση του Δημοτικού Θεάτρου Αγρινίου


...

| Λευτέρης Τηλιγάδας |

Η γέννηση του Δημοτικού Θεάτρου Αγρινίου

| Από τη θεσμική αδυναμία και τις αυτοσχέδιες λύσεις, στη συγκρότηση ενός πρωτοποριακού θεσμού
που αμφισβήτησε έμπρακτα την πολιτιστική μονοκρατορία της Αθήνας
και εγκαινίασε ένα νέο μοντέλο αποκεντρωμένης θεατρικής παραγωγής στην Ελλάδα |


Το Δημοτικό Συμβούλιο Αγρινίου, που προέκυψε από τις εκλογές της 15ης Οκτωβρίου 1978, όρισε στις 26 Μαρτίου 1980 το νέο Διοικητικό Συμβούλιο του Πνευματικού Κέντρου, στο οποίο, εκτός από τον δήμαρχο Στέλιο Τσιτσιμελή, που συμμετείχε ως πρόεδρος του οργάνου (προέκυπτε από το καταστατικό), συμμετείχαν και οι δημοτικοί σύμβουλοι Δημοσθένης Ασημάκης, Χριστόδουλος Θεοδωρόπουλος, Βασίλης Μερατζής, Γρηγόρης Μπακόλας, Ισμήνη Πολύζου, καθώς και οι πολίτες Δημήτρης Ανδρικόπουλος, Βίβιαν Βυσίννου, Άννα Κόκκαλη, Χριστόφορος Νείλας, Θεόδωρος Πολίτης, Βάσω Τζάνη, Βαγγέλης Τσαμπαλάς, Τάσος Τσέλλος και Μαίρη Φαφούτη [1]. Τα πρόσωπα αυτά, σε δύο συνεδριάσεις (17 Νοεμβρίου 1980 και 9 Δεκεμβρίου της ίδιας χρονιάς), πήραν μια ιστορική απόφαση, δημιουργώντας το πρώτο Δημοτικό Θέατρο της χώρας με τον χαρακτηριστικό τίτλο «Θέατρο Δήμου Αγρινίου» (απόφαση 10/1980 Π.Κ.Δ.Α.).

Τα προβλήματα τα οποία έπρεπε να ξεπεραστούν ήταν πολλά και σημαντικά. Το σημαντικότερο από όλα ήταν το θεσμικό πλαίσιο, το οποίο δεν επέτρεπε ακόμη στα νομικά πρόσωπα της αυτοδιοίκησης, όπως το Πνευματικό Κέντρο του Δήμου, να προσλαμβάνουν υπαλλήλους. Συνεπώς έπρεπε να βρεθεί λύση για τον τρόπο με τον οποίο θα γινόταν η στελέχωση του θεάτρου με ηθοποιούς και το απαραίτητο τεχνικό προσωπικό. Ως ιδανική λύση που επιλέχθηκε εκείνη τη χρονική περίοδο ήταν η εργολαβία με ανάθεση. Με αυτό τον τρόπο, τον Ιανουάριο του 1981 (απόφαση 1/1981), το Δ.Σ. του Πνευματικού Κέντρου ενέκρινε την «Ανάθεση οργάνωσης θεάτρου» και την παρουσίαση τριών θεατρικών έργων μέσα στο πρώτο εξάμηνο του 1981 στον ηθοποιό και σκηνοθέτη Γιώργο Νάκο.

Γιώργος Νάκος

Ο ηθοποιός και σκηνοθέτης Γιώργος Νάκος εκείνη την εποχή ήταν ένας πρωτοποριακός παράγοντας του τοπικού θεάτρου της Ηπείρου, ο οποίος μαζί και με άλλους συναδέλφους του δημιούργησαν το 1976, στα Ιωάννινα, τον εταιρικό ηπειρώτικο θίασο «Οργανισμός Ηπειρώτικου Θεάτρου (Ο.Η.Θ.)». Σε αυτόν τον Οργανισμό ο Νάκος ήταν αντιπρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου και είχε την ευθύνη της οργάνωσής του.  Ο Ο.Η.Θ. δημιουργήθηκε στο πρότυπο των εταιρικών θιάσων που εκείνη την εποχή προωθούσε το Σωματείο Ελλήνων Ηθοποιών, ως αντίποδα στο τότε θεατρικό κατεστημένο.

Τα καλλιτεχνικά και λειτουργικά χαρακτηριστικά αυτών των θιάσων ήταν η ελληνικότητα του δραματολογίου και η δημοκρατία στη λήψη των αποφάσεων σε ολόκληρο το φάσμα της θεατρικής δημιουργίας, από τον τρόπο ανεβάσματος μιας παράστασης μέχρι την οργάνωση της περιοδείας. Με αυτή τη γνώση και την εμπειρία, ο Γιώργος Νάκος υπογράφει, στις 14 Μαρτίου 1981, τη σύμβαση ανάθεσης της δημιουργίας θιάσου για το Πνευματικό Κέντρο του Δήμου Αγρινίου.

Υποδομές και εξοπλισμός

Τον πρώτο χρόνο λειτουργίας διαμορφώθηκε και εξοπλίστηκε με τον κατάλληλο εξοπλισμό η αίθουσα του Δημοτικού Θεάτρου στο ισόγειο του Δημαρχιακού Μεγάρου του Αγρινίου και ο υπαίθριος χώρος του θερινού θεάτρου στο Παπαστράτειο Δημοτικό Πάρκο της πόλης, οι οποίοι τη μόνη θεατρική υποδομή που διέθεταν εκείνη την περίοδο ήταν οι θεατρικές σκηνές και ο χώρος των καμαρινιών τους.

Η σκηνή του θεάτρου στο Δημαρχιακό Μέγαρο της πόλης (χειμερινή σκηνή) είχε διαστάσεις 13 μέτρα πλάτος και 9 μέτρα βάθος, ενώ από κάτω της υπήρχαν διαμορφωμένα έξι καμαρίνια ηθοποιών και ένας μικρός χώρος για το υποβολείο. Η χωρητικότητα της αίθουσας ήταν περίπου 350 θέσεων σε δύο επίπεδα (πλατεία και εξώστης). Στον εξώστη διαμορφώθηκε το ηλεκτρολογείο, το οποίο σταδιακά και ανάλογα με τις ανάγκες των έργων, από το 1981 έως το 1984, εξοπλίστηκε με μία φωτιστική κονσόλα δώδεκα καναλιών, 28 προβολείς 500 και 1.000 watt, καθώς επίσης και με τα απαραίτητα μηχανήματα παραγωγής ήχου που είχαν ανάγκη οι παραστάσεις (μικρόφωνα, ηχεία, μαγνητόφωνα κ.λπ.). Διέθετε επίσης ένα μεσαίο πιάνο με ουρά και μια βελούδινη αυλαία.

Στο σημείο αυτό να αναφέρουμε ότι, σύμφωνα με το λεπτομερές υπόμνημα που συνέταξε ο αντιπρόεδρος του Πνευματικού Κέντρου του Δήμου Αγρινίου, με εντολή του Διοικητικού Συμβουλίου του, και έστειλε στην υπουργό Πολιτισμού Μελίνα Μερκούρη ο πρόεδρός του Στέλιος Τσιτσιμελής στις 27 Μαΐου 1983, παρουσιάζοντας τις δράσεις των τμημάτων του που αναπτύχθηκαν τα πρώτα χρόνια της λειτουργίας του, τα έξοδα που πραγματοποίησε το «Κέντρο» του Δήμου για τον παραπάνω τεχνολογικό εξοπλισμό του θεάτρου ήταν 700.000 δραχμές για το 1981, ενώ την επόμενη χρονιά (1982) στο ποσό αυτό προστέθηκαν άλλες 550.000 δραχμές, διαμορφώνοντας μια συνολική δαπάνη μέσα στα δύο πρώτα χρόνια λειτουργίας του θεσμού που έφτασε το ύψος του 1.250.000 δραχμών [2].

Στο υπόγειο του θεάτρου δημιουργήθηκε το πρώτο εργαστήριο σκηνικών και το βεστιάριο του θεάτρου. Η σκηνή στο Παπαστράτειο Δημοτικό Πάρκο (θερινή σκηνή) είχε διαστάσεις 15 μέτρα πλάτος και 13 μέτρα βάθος, χώρο για εργαστήριο σκηνικών και βεστιάριο, καθώς και καμπίνα ηλεκτρολογείου. Ο χώρος δεν διέθετε δικό του τεχνικό εξοπλισμό, αλλά οι ανάγκες των παραστάσεων εξυπηρετούνταν με τη μεταφορά από τη χειμερινή σκηνή, που ήταν και η κεντρική του θεάτρου. Η χωρητικότητα του χώρου ήταν περίπου 600 θέσεων.

Από την πρώτη κιόλας χρονιά λειτουργίας του, το θέατρο του Δήμου Αγρινίου απέκτησε και το πρώτο λεωφορείο του (τη θρυλική «Ελαφίνα») για τις περιοδείες στο νομό αλλά και έξω από αυτόν. Ήταν ένα πρώην λεωφορείο του Αστικού ΚΤΕΛ Αγρινίου, το οποίο είχε διαμορφωθεί κατάλληλα για τη μεταφορά όχι μόνο των ηθοποιών αλλά και της σκηνικής κατασκευής των έργων που ανέβαιναν.

Οι Κουραμπιέδες
του Γιώργου Χασάπογλου

«Ο Θεός μάς φύλαξε και δεν γίναμε κομμουνιστές!». […] Το φώναζε η γριά και ο κόσμος ξεκαρδιζόταν στα γέλια! Γιατί η γριά, που φοβόταν ότι οι κομμουνιστές θα της φάνε την περιουσία, έμενε σε ένα δωμάτιο μαζί με τον γιο της και τη γυναίκα του και δεν είχε ούτε μια μπουκιά ψωμί να βάλει στο στόμα της!»[3].

Πρώτο έργο, το οποίο επιλέχτηκε να παρουσιάσει το νεοσύστατο επαγγελματικό θεατρικό τμήμα του Πνευματικού Κέντρου, ήταν ένα σύγχρονο νεοελληνικό έργο του Γιώργου Χασάπογλου, με τίτλο «Οι κουραμπιέδες».

Το έργο είχε γραφτεί αμέσως μετά τη μεταπολίτευση και ήταν το πρώτο θεατρικό έργο του Χασάπογλου. Πριν ανέβει στο θεατρικό σανίδι, προβλήθηκε στις 26 Δεκεμβρίου 1977 από το «Θέατρο της Δευτέρας», σε σκηνοθεσία Δάφνης Τζαφέρη, σκηνικά και κοστούμια Τάσου Ζωγράφου, μουσική επιμέλεια Γιούλης Χριστοπούλου, ενώ τη μουσική για το τραγούδι των τίτλων είχε γράψει ο Μάνος Λοΐζος. Τους ρόλους σε αυτή την τηλεοπτική παραγωγή ενσάρκωσαν η Πηνελόπη Πιτσούλη, ο Μιχάλης Μητρούσης, ο Θανάσης Θεολόγης, η Ασπασία Κράλλη, η Μαρία Ζαχαρία, ο Πάνος Κατσάνης, ο Γιώργος Παππάς, ο μικρός Λυσίμαχος Ζωγράφος και ο Νίκος Δημητράτος. Στο θέατρο παίχτηκε για πρώτη φορά στο θέατρο «Εντοπία» του Α. Δοξιάδη, σε σκηνοθεσία της πρωτοεμφανιζόμενης τότε σκηνοθέτιδας Ράιας Μουζενίδου.

Το έργο ήταν μια κοινωνικοπολιτική σάτιρα του νεοέλληνα της εποχής, τον οποίο η ιδεολογική και πολιτισμική σύγχυση, ο ασυλλόγιστος καταναλωτισμός, που χαρακτήριζε και χαρακτηρίζει την ελληνική κοινωνία, τον οδηγούσαν σε έναν απελπισμένο αγώνα για μια «καλύτερη» ζωή, που αντί να τον ενδυναμώνει και να τον απελευθερώνει σε όλα τα επίπεδα της κοινωνικής του συνείδησης, τον οδηγούσαν σε αδιέξοδα, υποταγές και εξευτελισμό της ανθρώπινης αξιοπρέπειας.

Λαλούλα Χρυσικοπούλου

Οι ηθοποιοί, οι οποίοι κλήθηκαν να στελεχώσουν τον πρώτο θίασο του Δήμου Αγρινίου, ήταν: Καθιστοί (από αριστερά στην φωτογραφία της κορυφής): Νίκη Μανουσάκη, Νικαίτη Κοντούρη, Γιάννης Παπαθανάσης, Γιάννης Θωμάς, Χρυσάνθη Κορνηλίου. Όρθιοι (από αριστερά στην ίδια φωτογραφία): Γιώργος Βερτσώνης, Γιάννης Χριστογιάννης, Γιώργος Νάκος, Ελένη Τσακάλου.

Το τραγούδι της παράστασης έγραψε ο Μάνος Λοΐζος, τα σκηνικά και τα κοστούμια σχεδίασε η καταξιωμένη Αγρινιώτισσα σκηνογράφος και ενδυματολόγος Λαλούλα Χρυσικοπούλου[4], ενώ την καλλιτεχνική επιμέλεια των σκηνικών και των κοστουμιών είχε η Βιργινία Ρωμάνου.

Την παράσταση σκηνοθέτησε η Ράια Μουζενίδη που γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Θεσσαλονίκη. Σπούδασε Βιοχημεία στο Πανεπιστήμιο της Βιέννης και αφού πήρε το δίπλωμά της πήγε στο Παρίσι, όπου έκανε θεατρικές σπουδές στη Σορβώνη (Πανεπιστήμιο Cencier και Διεθνές Πανεπιστήμιο Θεάτρου των Εθνών). Με το γυρισμό της στην Ελλάδα αποφάσισε να δουλέψει για το Ελληνικό Θέατρο.

Στο σημείωμα της για την παράσταση αναφέρει:

«Με μεγάλη συγκίνηση αλλά και ενθουσιασμό δέχτηκα να σκηνοθετήσω τους Κουραμπιέδες για το Δημοτικό Θέατρο Αγρινίου. Πολλοί οι λόγοι. Ο πρώτος: ότι πιστεύω απόλυτα σ’ αυτό που λέμε θεατρική αποκέντρωση, ο δεύτερος: ήθελα με κάθε τρόπο να ενισχύσω την πρωτοβουλία του Πνευματικού Κέντρου του Δήμου Αγρινίου, πρωτοβουλία θαυμαστή και πρωτοπόρα για τον τόπο μας. Ο τρίτος: με ενδιαφέρει απόλυτα το κοινό της ελληνικής υπαίθρου, ένα κοινό που πιστεύω, έχει μια παρθενικότητα και μια περίσσια ευαισθησία. Πώς ήταν δυνατό να μην επιθυμώ να δείξω σ’ αυτό το κοινό τη δουλειά μου;

»Οι Κουραμπιέδες είναι ένα έργο σύγχρονο με ήρωες σημερινούς και με καταστάσεις που όλοι λίγο πολύ τις ζούμε και τις γνωρίζουμε. Θέλησα να το παρουσιάσω όσο γίνεται πιο απλά και άμεσα, χωρίς κανένα περιττό στολίδι. Διαλέγοντας και κρατώντας μόνο ότι ήταν αναγκαίο. Και μέσα σε αυτήν την απλότητα, στην επιλογή του αναγκαίου, ανακάλυψα πολλή ομορφιά. Ο συγγραφέας στο έργο του φωτίζει χωρίς έλεος διάφορες συνηθισμένες πτυχές της καθημερινής ζωής των ηρώων του. Αυτές τις πτυχές αν τις δεις με παρθένο μάτι θα εκπλαγείς. Θα πεις «πώς είναι δυνατόν να συμβαίνουν αυτά τα πράγματα». Κι όμως συμβαίνουν. Ζήτησα λοιπόν από τους ηθοποιούς νάχουν αυτή την παρθενική αντίδραση. Ώστε να κάνουν και το θεατή να διαπιστώσει, πως πράγματα της ζωής του που αφήνει κάθε μέρα να περνούν απαρατήρητα, είναι πράγματα απαράδεκτα, που μπορεί και πρέπει ν’ αλλάξουν. Μ’ αυτό τον τρόπο ο θεατής μέσα από τη συχνά αντιφατική συμπεριφορά των ηρώων, κοινωνική συμπεριφορά που διαφοροποιείται ανάλογα με τις συνθήκες, βλέπει τον αλλοτριωμένο τρόπο, με τον οποίο μάθαμε να ζούμε τη ζωή μας και την εποχή μας.

»Θέλω να προσθέσω εδώ ότι η σκηνική συμπεριφορά των ηρώων του έργου στην παράσταση που σκηνοθέτησα δηλώνει πάντοτε κοινωνική συμπεριφορά. Τίποτα δεν γίνεται στη σκηνή για χάρη της αισθητικής και μόνο. Έτσι, έχοντας συγκεκριμένες απόψεις για τα γεγονότα που συμβαίνουν και γιατί συμβαίνουν, προσπάθησα χρησιμοποιώντας όλα τα μέσα που διέθετα, ηθοποιούς, σκηνή, κοστούμια, φωτισμούς, μουσική, να τα διηγηθούμε, όσο πιο καθαρά γίνεται. Χωρίς να ξεχνάμε βέβαια ούτε για μια στιγμή ότι ο κύριος σκοπός του θεάτρου είναι η ψυχαγωγία.

»Σα μέθοδο δουλειάς διάλεξα τη διαλεκτική, την εφάρμοσα και στη συνεργασία μου με τους ηθοποιούς και στον τρόπο με τον οποίο αντιμετώπισα όλα τα στοιχεία του θεάματος. Και την επιδιώκω και στο αποτέλεσμα. Στον τρόπο με τον οποίο το θέαμα έρχεται σε επαφή με το κοινό και συνδιαλέγεται μαζί
του.

»Κλείνοντας αυτό το σημείωμα θάθελα να ευχαριστήσω το Γιώργο Νάκο κι όλους τους ηθοποιούς και συνεργάτες μου. Η αγάπη τους γι’ αυτή τη δουλειά, το κέφι και το πάθος τους και κυρίως η κοινή ιδεολογία γι’ αυτή τη σημαντική προσπάθεια του Δήμου Αγρινίου. Είναι πράγματα που τα λογαριάζω και τα τιμώ.»

Η πρεμιέρα, η περιοδεία, η αποκέντρωση

Η πρεμιέρα της παράστασης πραγματοποιήθηκε στο Αγρίνιο στις 27 Απριλίου 1981 και ακολούθησαν είκοσι δύο (22) παραστάσεις στην κεντρική σκηνή του Δημοτικού Θεάτρου Αγρινίου. Μετά το τέλος των παραστάσεων ακολούθησε περιοδεία στις πόλεις και τα χωριά του νομού αλλά και πέραν αυτού, σε πόλεις της Ηπείρου και τη Λευκάδα.

Από την πρώτη κιόλας παράσταση, τόσο στο Αγρίνιο όσο και στις πόλεις και τα χωριά όπου περιόδευσε ο θίασος, έγινε ξεκάθαρο ότι το εγχείρημα εγκαινίαζε μια σημαντική κατεύθυνση για τη λειτουργία της πολιτιστικής δράσης της αυτοδιοίκησης στην περιφέρεια. Αν και οι γραφειοκρατικές δυσκολίες, οι οποίες δημιουργούσαν σημαντικά προβλήματα στις πληρωμές των συντελεστών της παράστασης, ήταν μεγάλες, η νέα αυτή δομή κατάφερε και επέβαλε την ύπαρξή της, γιατί απέκτησε πολύ γρήγορα ένα σημαντικό υποστηρικτικό κοινό που ενστερνίστηκε, αγκάλιασε και ενίσχυσε το εγχείρημα.

Συνολικά με το έργο του Γιώργου Χασάπογλου «ΟΙ ΚΟΥΡΑΜΠΙΕΔΕΣ», που σκηνοθέτησε ή Ράϊα Μουζενίδου, δόθηκαν 46 παραστάσεις: 22 στην αίθουσα του Δημοτικού Θεάτρου και 26 σέ πόλεις και χωριά. Το σύνολο των θεατών πού παρακολούθησε το έργο στις 46 παραστάσεις ήταν 11.000. Οι πόλεις και τα χωριά που επισκέφτηκε μετά το 20ήμερο των παραστάσεων πού δόθηκαν στο ‘Αγρίνιο απ’ τις 27 Απρίλη μέχρι τις 17 Μάη φαίνονται στον παρακάτω πίνακα:

 

 

Το Δημοτικό Θέατρο Αγρινίου στάθηκε η απαρχή της διαμόρφωσης ενός νέου status στην θεατρική παραγωγή της χώρας, ένα status που ερχόταν να ανατρέψει τον μακρινό χρονικά, αλλά ακόμη  και τότε ισχυρό, αφορισμό του Λέοντος Κουκούλα[5] που υποστήριζε ότι: «Η ελληνική επαρχία δεν έχει πνευματική ζωή. Ο ουρμπανισμός που διακρίνει τη ράτσα μας είχε και αυτή την ολέθρια συνέπεια: συγκεντρώνοντας στην πρωτεύουσα όλη σχεδόν τη ζωή του τόπου, κοινωνική, οικονομική, πνευματική, ν’ απονεκρώσει την επαρχία [ … ]. Το αθηναϊκό θέατρο κι η αθηναϊκή θεατρική κίνηση είναι ό,τι καλό ή κακό έχει να επιδείξει σ’ αυτόν τον τομέα ολόκληρη η Ελλάδα. Δε γίνεται δηλαδή κι εδώ ό,τι αλλού, όπου κάθε Περιφέρεια ή μεγάλη πολιτεία έχει τις δικές της παραδόσεις, τη δική της πνευματική παραγωγή και τη δική της κίνηση, για ν’ αγωνίζεται παράλληλα ή και να αντιδρά πολλές φορές σε ορισμένες τάσεις της πρωτευούσης ή και άλλων πνευματικών κέντρων που είτε βγαίνουν έξω από τα πλαίσια ειδικών προτιμήσεων, είτε οδηγούν σ’ ένα γενικότερο ξεπεσμό» (Λ. Κουκούλας, «Το θέατρο μας. Ένας θλιβερός απολογισμός» (εφ. Η Πρωΐα, 7 Σεπτεμβρίου 1932).

 

——————————————————————————————————————————————————————–
Υποσημείωση: Οι χρονολογίες που καταγράφονται πριν την 16η Φεβρουαρίου 1923 είναι σύμφωνες με την χρονολόγηση των πηγών. Για την αντιστοίχιση με τη σημερινή χρονολόγηση πρέπει στην αντίστοιχη χρονολογία να προστεθούν 13 μέρες.
Παραπομπές: 1. Πρακτικά Δημοτικού Συμβουλίου 1981, σελ. 235 – 237  | 2. Πνευμ. Κέντρο Δ. Αγρινίου, Υπόμνημα της 27.5.1983 στο Υπουργείο Πολιτισμού, σελ. 6. | 3. Λ. Παπαδόπουλος, στήλη Mατιές, εφ. Tα NEA, 21.7. 1997 | 4. Η Λαλούλα Χρυσικοπούλου γεννήθηκε στο Αγρίνιο. Αποφοίτησε από τηνβΑρχιτεκτονική Σχολή του Πανεπιστημίου της Φλωρεντίας (1977), το τμήμα σκηνογραφίας της Α.Σ.Κ.Τ. με δάσκαλο το Β. Βασιλειάδη και το τμήμα σκηνογραφίας-ενδυματολογίας του Αθηναϊκού Τεχνολογικού Ινστιτούτου Δοξιάδη. Παρακολούθησε το τμήμα σκηνογραφίας της Academia di Belle Arti της Φλωρεντίας, καθώς και το τμήμα σκηνοθεσίας της Σχολής Σταυράκου. Συνεργάστηκε με το Εθνικό Θέατρο, το Κ.Θ.Β.Ε., την Εθνική Λυρική Σκηνή, με ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. και με πολλούς ιδιωτικούς θιάσους. Έργα της έχουν παρουσιαστεί στα Φεστιβάλ Επιδαύρου, Αθηνών, Δημητρίων, Άργους, σε πολλές χώρες του εξωτερικού, καθώς και σε εκθέσεις στην Ελλάδα και την Αμερική. Το 2000 σχεδίασε για την Ελληνική Ολυμπιακή Επιτροπή τα νέα κοστούμια των ιερειών της Τελετής Αφής της Ολυμπιακής Φλόγας. Διετέλεσε μέλος της Καλλιτεχνικής επιτροπής του Εθνικού Θεάτρου κατά την περίοδο 1985-1994. Ανέλαβε αναπληρώτρια διευθύντρια του Εθνικού Θεάτρου και τέλος διευθύντρια του ίδιου θεάτρου μέχρι το τέλος του 1994. Από το ακαδημαϊκό έτος 1999 διδάσκει «Σκηνογραφία και αισθητική του θεάτρου» στο Τμήμα Θεατρικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Αθηνών, ως επιστημονική συνεργάτιδα. Χαρακτηριστικοί σταθμοί της σκηνογραφικής της διαδρομής (αριθμεί μέχρι σήμερα πάνω από 150 σκηνογραφίες), πριν τη συνεργασία της με το «Θέατρο Δήμου Αγρινίου», ήταν οι παραστάσεις: Κοκτέιλ πάρτυ (θίασος Βεργή, 1970), Οιδίπους Τύραννος (θ. Χατζίσκου-Νικηφοράκη, 1977), Παθήματα (Κ.Θ.Β.Ε., 1977), Δούλες (Κ.Θ.Β.Ε., 1979), Γιορτές στην κόλαση και Εσκοριάλ (Κ.Θ.Β.Ε., 1979), Άντρας ίσον άντρας, του Μπ. Μπρεχτ (Εθνικό Θέατρο 1980, σκην. Γ. Χουβαρδάς).  | 5. Ο Λέων Κουκούλας ήταν Έλληνας θεατρικός κριτικός, συγγραφέας και μεταφραστής. Γεννήθηκε το 1894 στην Ερμούπολη της Σύρου. Σπούδασε θέατρο, φιλοσοφία και Καλές Τέχνες σε πανεπιστήμια της Γερμανίας και της Γαλλίας. Πρωτοεμφανίστηκε στα γράμματα γράφοντας ποίηση στο περιοδικό Νουμάς, το 1917. Μετέφρασε πολλούς ξένους συγγραφείς, ανάμεσα στους οποίους ο Ερρίκος Ίψεν και ο Μολιέρος. Από το 1937 ως το 1946 ήταν καλλιτεχνικός διευθυντής του Εθνικού Θεάτρου. Το 1943 ανέλαβε καλλιτεχνικός διευθυντής του νεοσύστατου τότε Κρατικού Θεάτρου Θεσσαλονίκης, που είχε ιδρύσει η δοσίλογη κυβέρνηση Ράλλη. Από το 1959 ως το θάνατό του ήταν πρόεδρος της Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών.
Φωτογραφία: Ο Δημοτικός θίασος: 
——————————————————————————————————-
Η μνήμη είναι μια δυνατότητα για να διευρύνουμε το μέλλον

και όχι για  να το συρρικνώσουμε στο ήδη ξεπερασμένο παρελθόν

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *