...
Ο γέγονε… Γέγονε|
Γεγονότα
1821 – Οι Σουλιώτες, πολιορκούμενοι από τον Ομέρ Βρυώνη, εγκαταλείπουν οριστικώς το Σούλι.
Υπό την ηγεσία του Μάρκου Μπότσαρη, οι Σουλιώτες συνέχισαν με πείσμα να πολεμούν, μα η ήττα στο Πέτα και η έλλειψη υποστήριξης τούς οδήγησαν σε συμφωνία συνθηκολόγησης στις 28 Ιουλίου 1822.
Τον Σεπτέμβριο του 1822 γράφεται το οριστικό τέλος για το ιστορικό Σούλι. Πολιορκημένοι από τις δυνάμεις του Ομέρ Βρυώνη και αποδυναμωμένοι μετά τη συντριβή των ελληνικών δυνάμεων στη Μάχη του Πέτα, οι Σουλιώτες αναγκάζονται να εγκαταλείψουν για πάντα τα άπαρτα βουνά τους.
Παρά τον θάνατο του Αλή Πασά τον Ιανουάριο της ίδιας χρονιάς — γεγονός που έδωσε στιγμιαία ελπίδα για ανατροπή των δεδομένων — η πίεση των Οθωμανών συνεχίστηκε αμείωτη.
Στο τέλος του Αγώνα, μόλις 200 Σουλιώτες είχαν απομείνει. Από τα έντεκα χωριά που αποτελούσαν το Σούλι, σήμερα κατοικείται μόνο η Σαμονίβα, από ανθρώπους χωρίς καμία καταγωγική σύνδεση με τους παλιούς πολεμιστές. Το Κούγκι και η Κιάφα σώζονται πια ως βουβά μνημεία μιας άλλης εποχής — μαρτυρίες του ηρωισμού και της θυσίας ενός λαού που δεν λύγισε, ούτε και όταν έμεινε μόνος.
1822 – Η καταστροφή της στρατιάς του Δράμαλη ολοκληρώνεται στο Αγιονόρι Αργολίδας.
Στο συλλογικό εθνικό αφήγημα έχει καταγραφεί ως «Καταστροφή του Δράμαλη στα Δερβενάκια». Κι όμως, ένα από τα σημαντικότερα επεισόδια της συντριβής της τουρκικής στρατιάς εκτυλίχθηκε στην Κλεισούρα του Αγιονορίου, στα στενά περάσματα της Αργολίδας, στις 26-28 Ιουλίου 1822. Εκεί, στις απόκρημνες πλαγιές, ολοκληρώθηκε η πανωλεθρία του Δράμαλη από τους άνδρες του Κολοκοτρώνη, του Υψηλάντη, του Παπαφλέσσα, του Νικηταρά και άλλων οπλαρχηγών, που κινήθηκαν με ευελιξία και ανεξαρτησία.
Ο Μαχμούτ Πασάς Δράμαλης είχε εισβάλει στην Πελοπόννησο επικεφαλής 35.000 ανδρών, έχοντας ήδη συντρίψει τον Αλή Πασά. Η στρατιά του, φτάνοντας μέχρι το Άργος σχεδόν χωρίς αντίσταση, προκάλεσε πανικό στον ντόπιο πληθυσμό. Όμως η ελληνική ηγεσία, με σχέδιο και αποφασιστικότητα, είχε φροντίσει να κάψει τις σοδειές, να στερέψει τα πηγάδια και να αποκόψει κάθε δίοδο ανεφοδιασμού. Ο στρατός του Δράμαλη βρέθηκε παγιδευμένος, να αργοπεθαίνει μέσα στην ξηρασία και την πείνα.
Η προσπάθειά του να επιστρέψει στην Κόρινθο εξελίχθηκε σε καταστροφή. Στα Δερβενάκια και στην Κλεισούρα του Αγιονορίου, οι Έλληνες έκλεισαν τον δρόμο με ενέδρες και σφαγές. Η ήττα ήταν απόλυτη. Κι όμως, στο Αγιονόρι σήμερα δεν υπάρχει ούτε μια πινακίδα που να μαρτυρά τη μάχη που κρίθηκε εκεί. Η μνήμη ξεθωριάζει, αλλά η Ιστορία επιμένει: στον χαλασμό του Αγιονορίου σφραγίστηκε η σωτηρία της Επανάστασης.
1920 – Ο σουλτάνος Μεχμέτ ο 6ος υπογράφει τη Συνθήκη των Σεβρών, που βάζει την οριστική «ταφόπλακα» στην Οθωμανική Αυτοκρατορία.
Η Συνθήκη, αποτέλεσμα των αποφάσεων της Διάσκεψης Ειρήνης των Παρισίων, παραχωρούσε στην Ελλάδα την Ανατολική Θράκη μέχρι τα προάστια της Κωνσταντινούπολης, καθώς και την περιοχή της Σμύρνης, η οποία περνούσε υπό ελληνική διοίκηση και στρατιωτική παρουσία.
Η Ελλάδα φαινόταν να γίνεται, όπως είπε χαρακτηριστικά ο Ελευθέριος Βενιζέλος, η χώρα των «δύο ηπείρων και των πέντε θαλασσών». Μέσα σε μια δεκαετία, η επικράτειά της σχεδόν τριπλασιάστηκε, φτάνοντας τα 173.000 τετρ. χιλιόμετρα, με πληθυσμό άνω των 7 εκατομμυρίων.
Για την Οθωμανική Αυτοκρατορία, η Συνθήκη ήταν καταδίκη. Η επικράτειά της περιοριζόταν ουσιαστικά στην Κωνσταντινούπολη και την Κεντρική Ανατολία. Η πρωτεύουσά της τελούσε υπό συμμαχική κατοχή, ενώ ο έλεγχος των Στενών περνούσε στη διαχείριση των νικητών. Το Αιγαίο φαινόταν πλέον να γίνεται ελληνική λίμνη, και η Οθωμανική κυριαρχία στα Βαλκάνια τερματιζόταν οριστικά.
Όμως, η ιστορία είχε άλλες διαθέσεις. Ο Μουσταφά Κεμάλ, με τον εθνικιστικό του στρατό, ανέτρεψε τα δεδομένα στο πεδίο της μάχης. Η Συνθήκη δεν κυρώθηκε ποτέ από την τουρκική Εθνοσυνέλευση — ούτε καν από το ελληνικό Κοινοβούλιο. Και με τη μικρασιατική καταστροφή που ακολούθησε, το όραμα των Σεβρών διαλύθηκε σαν καπνός. Τα νέα σύνορα χαράχτηκαν τελικά με τη Συνθήκη της Λωζάνης, το 1923.
Γεννήσεις
1902 – Ο Καρλ Πόπερ υπήρξε μία από τις πιο επιδραστικές μορφές της φιλοσοφίας του 20ού αιώνα, κυρίως στον τομέα της επιστημολογίας, αλλά και στην πολιτική και κοινωνική σκέψη. Γεννημένος στη Βιέννη από οικογένεια εβραϊκής καταγωγής που είχε ασπαστεί τον Λουθηρανισμό, ο Πόπερ καλλιέργησε από νεαρή ηλικία ένα ευρύ φάσμα ενδιαφερόντων – από τη μουσική και τη φιλοσοφία έως τη φυσική και την ξυλουργική.
Στη διάρκεια της ζωής του ανέπτυξε ισχυρή κριτική απέναντι στον ιστορικισμό – δηλαδή στην ιδέα πως η ιστορία κινείται με βάση νομοτελειακές εξελίξεις – και ιδιαίτερα απέναντι στις νεομαρξιστικές θεωρίες που επικαλούνταν τέτοιου είδους ιστορικές «αναγκαιότητες». Αντίθετα, υποστήριζε πως οι κοινωνίες πρέπει να παραμένουν ανοιχτές στον διάλογο, τον πειραματισμό και την αμφισβήτηση.
Η πιο σημαντική του συμβολή όμως προήλθε από τη θεωρία της διαψευσιμότητας, που άλλαξε τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε την επιστήμη. Σύμφωνα με τον Πόπερ, μια επιστημονική θεωρία δεν αποδεικνύεται ποτέ πλήρως – μπορεί μόνο να αντέξει ή να αποτύχει στον έλεγχο. Για να είναι λοιπόν μια θεωρία επιστημονική, πρέπει να είναι διαψεύσιμη: να μπορεί, δηλαδή, να υποβληθεί σε δοκιμή και να αποδειχθεί, εάν είναι λάθος.
Από το 1946 εγκαταστάθηκε μόνιμα στην Αγγλία, όπου δίδαξε και έζησε μέχρι το τέλος της ζωής του, ασκώντας τεράστια επιρροή στον επιστημονικό και πολιτικό στοχασμό. Ο Πόπερ υπερασπίστηκε με πάθος τη δημοκρατία, τον ορθολογισμό και τον ανοιχτό διάλογο ως θεμέλια κάθε προοδευτικής κοινωνίας.
1974 – Αλέξης Τσίπρας. Ο Αλέξης Τσίπρας γεννήθηκε στην Αθήνα στις 28 Ιουλίου 1974 και εξελίχθηκε σε μια από τις πιο χαρακτηριστικές πολιτικές φυσιογνωμίες της μεταπολίτευσης. Από τα μαθητικά του χρόνια εντάχθηκε στην Αριστερά, ενώ στα φοιτητικά αμφιθέατρα ξεκίνησε η ενεργή πολιτική του δράση, που τον οδήγησε στη θέση του προέδρου της Νεολαίας του Συνασπισμού. Το 2006 κατέβηκε υποψήφιος δήμαρχος Αθηναίων, και δύο χρόνια αργότερα εξελέγη πρόεδρος του κόμματος.
Το 2009 μπήκε για πρώτη φορά στη Βουλή και σύντομα ανέλαβε επικεφαλής της κοινοβουλευτικής ομάδας του ΣΥΡΙΖΑ. Μετά τις εκλογές του 2012, ο ΣΥΡΙΖΑ αναδείχθηκε σε αξιωματική αντιπολίτευση, με τον Τσίπρα στο τιμόνι. Το 2015, οδήγησε το κόμμα του στην εξουσία, σχηματίζοντας κυβέρνηση συνεργασίας με τους Ανεξάρτητους Έλληνες. Τον Ιούλιο του ίδιου έτους, εν μέσω σκληρών διαπραγματεύσεων με τους δανειστές, προκήρυξε δημοψήφισμα για τους όρους ενός τρίτου μνημονίου. Παρότι το 61% ψήφισε «Όχι», τελικά υπέγραψε νέο πρόγραμμα στήριξης, οδηγώντας σε παραίτηση και επανεκλογή του τον Σεπτέμβριο.
Στα χρόνια που ακολούθησαν, η κυβέρνησή του διαχειρίστηκε την έξοδο από τα μνημόνια και υπέγραψε τη Συμφωνία των Πρεσπών, που έλυσε το χρονίζον ζήτημα της ονομασίας της Βόρειας Μακεδονίας. Μετά την ήττα του ΣΥΡΙΖΑ στις εκλογές του Ιουλίου 2019, ο Τσίπρας επέστρεψε στη θέση του αρχηγού της αξιωματικής αντιπολίτευσης, διατηρώντας την ηγεσία του κόμματος.
Θάνατοι
1741 – Ο Αντόνιο Βιβάλντι, γνωστός και ως il Prete Rosso («ο κοκκινομάλλης παπάς»), υπήρξε ένας από τους πιο εμβληματικούς συνθέτες της εποχής του Μπαρόκ. Γεννημένος στη Βενετία, ήταν βιολονίστας εξαιρετικής δεξιοτεχνίας, συνθέτης με τεράστιο έργο και ταυτόχρονα καθολικός ιερέας. Η μουσική του επηρέασε βαθιά τόσο τους σύγχρονους του –όπως τον Γιόχαν Σεμπάστιαν Μπαχ και τον Τέλεμαν– όσο και τις επόμενες γενιές.
Η παγκόσμια φήμη του στηρίχθηκε κυρίως στα κοντσέρτα του για βιολί, με αποκορύφωμα το έργο Οι Τέσσερις Εποχές, που μέχρι σήμερα παραμένει σύμβολο της μπαρόκ μουσικής. Συνολικά συνέθεσε πάνω από 40 όπερες, εκατοντάδες κοντσέρτα και πολλά θρησκευτικά έργα. Ένα μεγάλο μέρος του έργου του γράφτηκε για τις μουσικές ανάγκες του Ospedale della Pietà, ενός ορφανοτροφείου στη Βενετία, το οποίο φιλοξενούσε εγκαταλελειμμένα κορίτσια με μουσικό ταλέντο.
Παρότι γνώρισε επιτυχία εν ζωή, η τύχη δεν του χαμογέλασε στο τέλος. Μετά τη μετακίνησή του στη Βιέννη, ελπίζοντας σε διορισμό στην αυλή του αυτοκράτορα Καρόλου ΣΤ’, η απρόσμενη απώλεια του τελευταίου τον άφησε χωρίς στήριγμα. Πέθανε το 1741 φτωχός και ξεχασμένος.
Η μουσική του Βιβάλντι επανήλθε στο προσκήνιο τον 20ό αιώνα, γνωρίζοντας εντυπωσιακή αναγέννηση. Σήμερα, θεωρείται από τους πιο αγαπημένους και πολυηχογραφημένους συνθέτες του μπαρόκ, με έργα που συνεχίζουν να συγκινούν και να εμπνέουν εκατομμύρια ακροατές παγκοσμίως.
1750 – Ο Γιόχαν Σεμπάστιαν Μπαχ γεννήθηκε το 1685 στο Άιζεναχ της Γερμανίας και πέθανε στις 28 Ιουλίου το 1750 στη Λειψία. Υπήρξε όχι μόνο ένας από τους σπουδαιότερους συνθέτες του μπαρόκ, αλλά και μια από τις κορυφαίες μορφές της δυτικής έντεχνης μουσικής. Διευθυντής ορχήστρας, μουσικοπαιδαγωγός και δεξιοτέχνης εκτελεστής σε εκκλησιαστικό όργανο, τσέμπαλο, βιολί και βιόλα, άφησε πίσω του ένα ανεκτίμητο έργο που ξεπερνά τα 1.000 σωζόμενα κομμάτια.
Ο Μπαχ δεν εφηύρε νέες μουσικές φόρμες, αλλά κατάφερε να τις τελειοποιήσει. Συνδύασε τη γερμανική μουσική παράδοση με επιρροές από την Ιταλία και τη Γαλλία, ενισχύοντας την αντιστικτική τεχνική (polyphony), την αρμονική συνοχή και τη μοτιβική πλοκή. Η μουσική του διακρίνεται για την τεχνική αρτιότητα, την αισθητική ισορροπία, αλλά και την πνευματικότητα που διαπερνά κάθε του σύνθεση.
Το έργο του καλύπτει σχεδόν κάθε είδος μουσικής της εποχής: οργανική (όπως η Τοκάτα και Φούγκα σε Ρε Ελάσσονα, τα Βρανδεμβούργια Κοντσέρτα, το Καλοσυγκερασμένο Κλειδοκύμβαλο) και φωνητική (όπως η Λειτουργία σε σι ελάσσονα, τα Κατά Ματθαίον Πάθη, η Τέχνη της Φούγκας).
Παρότι στην εποχή του δεν έτυχε της αποδοχής που θα γνώριζε μεταγενέστερα, ο Μπαχ κατέχει σήμερα μια αδιαμφισβήτητη θέση στο παγκόσμιο μουσικό στερέωμα ως ο μεγάλος αρχιτέκτονας του μπαρόκ ήχου, που με το έργο του θεμελίωσε την τέχνη της μουσικής όπως τη γνωρίζουμε.
————————————————————————
Πηγές: sansimera.gr, el.wikipedia

