Ἐν Ἀγρινίῳ τῇ 5ῃ Μαρτίου | 1900: Η ηλικία του Μπαϊρακτάρη


.

Aγρινιώτικο καλαντάρι

5 Μαρτίου

1821: η κλοπή του χαρατσιού από τον Μακρή
1900: η ηλικία του Μπαϊρακτάρη
1829: οι Οθωμανοί παραδίδουν το Κάστρο της Βόνιτσας|


5 Μαρτίου 1821

«Κατά το τέλος Απριλίου του 1821», γράφει ο Χαβέλας, «ο Αναστάσιος Παλαμάς, προύχων της πόλεως Μεσολογγίου και μεμυημένος εις τα της Φιλικής Εταιρείας, μαθών ότι κατ΄εκείνας τας ημέρας έμμελων να αποσταλώσι τα εισοδήματα της επαρχίας δια Ναυπάκτου εις Κωνσταντινούπολιν ειδοποίησε τον ατρόμητον εκείνον αρματωλόν, (εννοεί τον Δημήτρη Μακρή) όστις αποφεύγον το μισητόν όνομα της τυρρανίας εις τας χιονοσκεπής κορυφάς των ορέων, εκαραδόκει την σωτήριον ημέραν  καθ’ ην έμμελε να καθαρίση την πατρίδα του από το νέον Κυλώνειο άγος […] Τω όντι την 5 Μαϊου(sic, ο μήνας είναι ο Μάρτιος) περί την 9ην πρωινήν ώρα εφάνη η συνοδεία διερχόμενη εκείθεν, οι δε ενεδρεύοντες αφήσαντες αυτήν να εισέλθη εντός των στενωπών, αίφνης προσέλαβον αυτήν και πάσαν σχεδόν την συνοδείαν φονεύσαντες, κατέλαβον τον θησαυρόν, ον μεταβίβασαν εις τον Ζυγόν, ένθα ο Μακρής διανείματο αυτόν μετά των συντρόφων και παραταύτα απήλθε μετά των οπαδών του εις το αντίθετον μέρος της Επαρχίας.»

Διαβάστε περισσότερα στο link που ακολουθεί:
Η ενέδρα στη «Σκάλα του Μαυρομάτη»

 

5 Μαρτίου 1829

Στις αρχές Μαρτίου 1829, στην τελική φάση της Ελληνικής Επανάστασης, οι ελληνικές δυνάμεις υπό τον αρχιστράτηγο Ρίτσαρντ Τσώρτς πέτυχαν σημαντική στρατιωτική επιτυχία με την κατάληψη του φρουρίου της Βόνιτσας. Το οχυρό βρισκόταν υπό ασφυκτική πολιορκία από ξηρά και θάλασσα, ενώ η τουρκαλβανική φρουρά του Νακά Αγά Τοπτσή είχε εξαντλήσει τις προμήθειες και την αντοχή της. Στις 5 Μαρτίου οι πολιορκημένοι παρέδωσαν το φρούριο και αποχώρησαν με τους όρους που συμφωνήθηκαν προς την Πρέβεζα. Η ελληνική σημαία υψώθηκε στα τείχη, ενώ την επόμενη ημέρα τελέστηκε δοξολογία για τη νίκη. Ο Ιωάννης Καποδίστριας χαρακτήρισε το γεγονός «ευτύχημα αξιολογότατον» για τον Αγώνα.

 

5 Μαρτίου 1900

Σε δημοσίευμα της εφημερίδας (ΣΚΡΙΠ 6.3.1900) κάτω από τον τίτλο «Η ηλικία του κ. Μπαϊρακτάρη» ο συντάκτης της εφημερίδας αναφέρει ότι όπως είναι γνωστό, ο Συνταγματάρχης του Πεζικού και Φρούραρχος των Αθηνών Μπαϊρακτάρης αποστρατεύεται εντός του μηνός Μαρτίου. Ο λοχαγός όμως του Πεζικού και υπασπιστής του Φρουραρχείου υπέβαλε στο υπουργείο των Στρατιωτικών επίσημη ληξιαρχική πράξη του Δήμου Αγρινίου στην οποία φαίνεται ότι ο Μπαϊρακτάρης γεννήθηκε το Μάρτη του 1835 και όχι το Μάρτη του 1833, όπως αναγράφεται στο στρατιωτικό μητρώο. Μετά από αυτή την υποβολή της ληξιαρχικής πράξης, αναφέρει το μικρό μονόστηλο που φιλοξενεί την είδηση, η ηλικία του Μπαϊρακτάρη θα διορθωθεί, «ως διωρθώθη και του συνταγματάρχου κ. Σταΐκου συνεπεία της υποβολής παρομοίας πράξεως». Και καταλήγει το δημοσίευμα: «Τούτο ένεκα, διορθουμένης της ηλικίας του, ο κ. Μπαϊρακτάρης θα παραμείνη εις τας τάξεις του στρατού επί δύο ακόμη έτη».

Ο Μπαϊρακτάρης υπήρξε ο φόβος και ο τρόμος των κουτσαβάκηδων. Γεννήθηκε στο Αγρίνιο και είχε Σουλιώτικη καταγωγή. Το 1848 κατατάχθηκε στο στρατό ως στρατιώτης και γρήγορα προάχθηκε σε αξιωματικό του πεζικού. Έλαβε ενεργό μέρος στην Κρητική επανάσταση του 1866 όπου διακρίθηκε για τη δράση του. Το 1893 όταν συστάθηκε η στρατιωτική αστυνομία, (με το νόμο ΒΡΠΗ΄ στις 20 Μαρτίου 1893) διορίσθηκε με το βαθμό του ταγματάρχη Αστυνομικός Διευθυντής Αθηνών αφήνοντας αναμνήσεις από πλούσια σε αριθμό περιστατικά κατά το διωγμό των τότε κουτσαβάκηδων που μάστιζαν το κέντρο της Αθήνας. Ειδικότερα, στην εποχή του ξύριζαν τα μουστάκια των κουτσαβάκηδων και τους ψαλίδιζαν τις αφέλειες των μαλλιών τους, ενώ τους ψαλίδιζε και το αφόρετο μανίκι από το σακάκι τους.

Το 1897 ονομάσθηκε συνταγματάρχης και με την κήρυξη του Ελληνοτουρκικού πολέμου του 1897 μετέβη στην Άρτα όπου σε ταχύτατο χρόνο συγκρότησε ολόκληρη ταξιαρχία με δυνάμεις πεζικού, μηχανικού, πυροβολικού αλλά και ιππικού καθώς και δύο τάγματα χωροφυλακής και αστυφυλακής (περίπου σύνολο 7.000 αξιωματικοί και οπλίτες). Με τη δύναμη αυτή και με τη βοήθεια μιας ακόμη ταξιαρχίας (του Γκολφινόπουλου) συνήψε την τριήμερη μάχη του Γριμπόβου (1897) (από 30 Απριλίου μέχρι και 2 Μαΐου 1897) κατά την οποία και διακρίθηκε για την ανδραγαθία του περιτρέχοντας στην πρώτη γραμμή του πυρός και εμψυχώνοντας τους άνδρες του.

Αποστρατεύθηκε στις 10 Μαρτίου του 1900 προαχθείς σε υποστράτηγο. Απεβίωσε 4 χρόνια μετά, σε ηλικία 72 ετών στην Αθήνα.

 

 

Φωτογραφία: Μπαραϊκτάρης
Έρευνα – Κείμενα: Λ. Τηλιγάδας
——————————————————————————————————-
Η μνήμη είναι μια δυνατότητα για να διευρύνουμε το μέλλον
και όχι για  να το συρρικνώσουμε στο ήδη ξεπερασμένο παρελθόν