Εισαγωγή στην Αναφορά του Τολιόπουλου


...

| Λευτέρης Τηλιγάδας |

Εισαγωγή στην Αναφορά του Τολιόπουλου

Η λήθη δεν μπορεί να είναι ποτέ ουδέτερη
Είναι πάντα πολιτική πράξη, όπως ακριβώς και η μνήμη


Κρίνεται πλέον απαραίτητο να πάψει η ιστορία του ένοπλου δωσιλογισμού να αποτελεί ταμπού για την τοπική κοινωνία. Για δεκαετίες, οι μηχανισμοί της εξουσίας, οι επιζώντες πρωταγωνιστές και το μετεμφυλιακό κράτος φρόντισαν ώστε αυτή η μνήμη να θαμπώσει, να ξαναγραφτεί, να διαστραφεί. Ωστόσο, μόνο μέσα από μια ψύχραιμη αλλά και αφοπλιστικά ειλικρινή μελέτη των πολιτικοκοινωνικών αιτίων, των κινήτρων και των συνθηκών που οδήγησαν αρκετούς «πατριώτες» στη συνεργασία με τον κατακτητή, μπορούμε να κατανοήσουμε τι πραγματικά συνέβη. Η διερεύνηση αυτή δεν είναι απλώς ιστορική ανάγκη· είναι πράξη πολιτικής εντιμότητας και κοινωνικής αυτογνωσίας. Μόνο τότε θα γίνει κατανοητή η μανιώδης ευσυνειδησία με την οποία ορισμένοι ασκούσαν τα υπηρεσιακά τους καθήκοντα και ο τρόπος με τον οποίο αντιλαμβάνονταν —ή προσποιούνταν ότι αντιλαμβάνονταν— την έννοια της Αντίστασης.

Στα τέλη του 1998, η Διεύθυνση Ιστορίας του Γενικού Επιτελείου Στρατού έδωσε για πρώτη φορά στη δημοσιότητα αρχεία της περιόδου της Κατοχής, του Εμφυλίου και των πρώτων μετεμφυλιακών χρόνων. Αυτή η δημοσιοποίηση αποτέλεσε ρωγμή σε μια παγιωμένη σιωπή. Ανάμεσα στα σημαντικά ντοκουμέντα που περιλαμβάνονταν στα αρχεία βρίσκουμε αναφορές, εκθέσεις και μαρτυρίες ταγματασφαλιτών, αξιωματικών και πρακτόρων της εποχής. Σε αυτές τις σελίδες διαφαίνεται καθαρά η προσπάθεια διαστρέβλωσης της ιστορικής αλήθειας: αστήρικτες κρίσεις, αυθαίρετες απόψεις, κατασκευασμένες αφηγήσεις που στόχευαν όχι απλώς στην αυτοδικαίωση των συντακτών, αλλά και στην πολιτική νομιμοποίηση ενός ολόκληρου μεταπολεμικού οικοδομήματος.

Η ωραιοποίηση που επιχειρείται στις αναφορές αυτές είναι μέρος ενός ολοκληρωμένου πολιτικού σχεδίου, αφού μετά την Απελευθέρωση, οι περισσότεροι δωσίλογοι όχι μόνο δεν τιμωρήθηκαν, αλλά αξιοποιήθηκαν συστηματικά από το μεταπολεμικό κράτος —στα σώματα ασφαλείας, στον κρατικό μηχανισμό, σε διάφορους παρακρατικούς σχηματισμούς και η λήθη έγινε εργαλείο για να μην απονομιμοποιηθεί ο πυρήνας της νέας εξουσίας. Η μεταπολεμική Ελλάδα δεν «ανέχθηκε» τους δωσίλογους, τους αξιοποίησε στο μέγιστο βαθμό.

Σε αυτό το πλαίσιο, η γρήγορη απόσυρση των αρχείων από το Γ.Ε.Σ. μετά το 1998 —με το πρόσχημα ότι αρκετοί πρωταγωνιστές ήταν ακόμη εν ζωή και ότι η δημοσιοποίηση «αναζωπύρωνε αμαρτωλά πάθη του παρελθόντος» αποτελεί πολιτική επιλογή, χαρακτηριστική της ιστορικής υποκρισίας μιας χώρας που τιμά την Αντίσταση μόνο στο μέτρο που δεν αναγκάζεται να μιλήσει για τους συνεργάτες του εχθρού. Χρειάστηκε να περάσουν οκτώ χρόνια για να κυκλοφορήσουν ξανά αυτά τα αρχεία, επιβεβαιώνοντας ότι η μνήμη στην Ελλάδα είναι ένα δυναμικό πεδίο σύγκρουσης.

Ανάμεσα στα αρχεία αυτά βρίσκεται και η έκθεση του αρχι-ταγματασφαλίτη, ταγματάρχη Γεωργίου Τολιόπουλου, που η λαϊκή μνήμη έχει θάψει με δύο παρανόμια: «σφαγέας του Αγρινίου» και «κτηνάνθρωπος». Το πρώτο αναφέρεται στην εκτέλεση των 120 Αιτωλοακαρνάνων και Πρεβεζάνων κρατουμένων στην Αγία Τριάδα τον Απρίλη του ’44, ενώ το δεύτερο προέκυψε από την απάνθρωπη, κτηνώδη συμπεριφορά του κατά τις ανακρίσεις συλληφθέντων της ευρύτερης περιοχής, που κατηγορήθηκαν ως ύποπτοι για συμμετοχή στην Αντίσταση.

Η έκθεση του Τολιόπουλου είναι ένα παράθυρο στο εσωτερικό του δωσιλογισμού: στην αυτοεικόνα του, στη δικαιολόγησή του, στην προσπάθεια μετατροπής των εγκλημάτων σε καθήκον. Είναι ταυτόχρονα και προάγγελος της μετεμφυλιακής αντικομμουνιστικής αφήγησης: οι ίδιες λέξεις, η ίδια δαιμονοποίηση του αντιπάλου, η ίδια πολιτική φαντασίωση του «κομμουνιστοσυμμορίτη» που, δήθεν, δικαιολογούσε κάθε θηριωδία.

Το «agriniostories» δημοσιεύει σε συνέχειες ολόκληρη την αναφορά Τολιόπουλου, γιατί:

  • παρά την αυτολογοκρισία και την ωραιοποίηση, αποτελεί ντοκουμέντο που καταγράφει πρόσωπα και γεγονότα.
  • είναι σημαντικό τεκμήριο της πρόσφατης τοπικής ιστορίας, αλλά και της πολιτικής χρήσης της μνήμης στην Ελλάδα.

Πριν όμως διαβάσουμε την ίδια την έκθεση, αξίζει να σταθούμε στο ιστορικό πλαίσιο της πόλης. Το Αγρίνιο του 1940 ήταν μια μικρή πόλη 15.934 κατοίκων[1]. Κι όμως, σε αυτή τη μικρή κοινωνία, περίπου χίλια άτομα —οκτακόσιοι ταγματασφαλίτες και γύρω στους διακόσιους, ίσως και παραπάνω, χωροφύλακες και καταδότες— στελέχωναν τον μηχανισμό του κατοχικού ελέγχου. Αυτό θα μπορούσε να είχε μετατρέψει την πόλη σε άκρως ελεγχόμενο φρούριο. Κι όμως, η συμμετοχή των κατοίκων στην Αντίσταση -γύρω στους 4.000 αντάρτες στελέχωναν τον τακτικό και τον εφεδρικό ΕΛΑΣ στην Αιτωλοακακρνανία- υπήρξε μαζική και αποτελεσματική. Αυτό ανατρέπει τον μύθο της «διχασμένης κοινωνίας»· δεν είχαμε δύο ισοδύναμες πλευρές. Είχαμε μια κοινωνία που, σε συντριπτικό βαθμό, επέλεξε την Αντίσταση και μια οπλισμένη μειοψηφία που επέλεξε να υπηρετήσει τον κατακτητή.

Η ανάδειξη αυτής της πραγματικότητας σήμερα είναι πράξη πολιτικής και ηθικής αποκατάστασης της μνήμης των εκτελεσμένων, επανένταξη της αλήθειας στον δημόσιο λόγο και ταυτόχρονα υπενθύμιση ότι η Ιστορία δεν μπορεί να είναι ούτε στατική ούτε ουδέτερη. Είναι ένα πεδίο στο οποίο παλεύουν αφηγήσεις, συμφέροντα και κυρίως πολιτικές. Το Αγρίνιο —όπως και κάθε κοινωνία και τόπος που πλήρωσε βαρύ τίμημα στην Κατοχή— δεν θα κατανοήσει ποτέ την ταυτότητά του, αν δεν κοιτάξει κατάματα και το σκοτεινό κομμάτι αυτής της περιόδου. Δεν είναι οι δωσίλογοι που πρέπει να προστατευθούν από την αλήθεια, είναι η κοινωνία που πρέπει να προστατευθεί από τη λήθη.

Διαβάστε όλα τα κεφάλαια της Αναφοράς στο link που ακολουθεί:
Η Αναφορά του Τολιόπουλου

 

——————————————————————————————————————————————————————–
Πηγές:
 1. Αιτωλοακαρνανική και Ευρυτανική Εγκυκλοπαίδεια.
Φωτογραφία: Σύνθεση δύο φωτογραφιών
Πρώτο πλάνο: Τολιόπουλος | Φόντο: Πλατεία Μπέλλου 14.4.1944
——————————————————————————————————-
Η μνήμη είναι μια δυνατότητα για να διευρύνουμε το μέλλον

και όχι για  να το συρρικνώσουμε στο ήδη ξεπερασμένο παρελθόν