Αποθήκες Παπαπέτρου | Απρίλης του ’44: Η «διαλογή»


...

| Λευτέρης Τηλιγάδας |

Αποθήκες Παπαπέτρου
Μετά τα μπλόκα η «διαλογή»

| Η αυθαιρεσία των καταδοτών και η μετατροπή της κατοχικής βίας
σε οργανωμένη διαδικασία ζωής και θανάτου
Η αποσιώπηση των ενδογενών μηχανισμών καταστολής |


Την άνοιξη του 1944, το Αγρίνιο βρέθηκε αντιμέτωπο με μια από τις πιο σκληρές εκφάνσεις της κατοχικής καταστολής. Οι μαζικές συλλήψεις, που εξαπλώθηκαν σε όλη την πόλη και την ύπαιθρο, δεν είχαν μόνο χαρακτήρα εκφοβισμού, όπως αναφέραμε και σε προηγούμενη μας ανάρτηση μας, αλλά εντάσσονταν σε ένα ευρύτερο σχέδιο αποδόμησης της Αντίστασης. Στο επίκεντρο αυτής της διαδικασίας βρέθηκαν εκτός από τις αποθήκες Παναγοπούλου και οι αποθήκες Παπαπέτρου. Εκεί, μέσα σε συνθήκες ασφυκτικής πίεσης και αβεβαιότητας, άρχισε να διαμορφώνεται η λογική μιας «διοικητικής» βίας, όπου η τύχη των κρατουμένων δεν κρινόταν μόνο από τις πράξεις τους, αλλά από την ένταξή τους ή καλύτερα την υποψία ένταξής τους στο ΕΑΜ μέσα από την αυθαίρετη κρίση των ντόπιων καταδοτών.

Οι συλλήψεις στην πόλη πραγματοποιούνταν με μαζικό και οργανωμένο τρόπο, και στόχευαν σε ολόκληρο το αντιστασιακό δυναμικό της πόλης.

Στον χώρο αυτό διαμορφώθηκε στην πράξη ο προθάλαμος των γεγονότων, που ακολούθησαν: το «προζύμι της Αγίας Τράδας» σύμφωνα με τη μαρτυρία του Σωτήρη Πύργου . Οι κρατούμενοι παρέμεναν στοιβαγμένοι, χωρίς διαχωρισμούς, μέσα σε ένα κλίμα αβεβαιότητας και διαρκούς έντασης. Το βράδυ, ένα περιστατικό που υπό άλλες συνθήκες θα περνούσε απαρατήρητο, λειτούργησε ως πυροδότης πανικού: μια φάλαγγα γερμανικών οχημάτων, κινούμενη με αναμμένους προβολείς από την κατεύθυνση της Χατζοπούλου και της οδού Παπαϊωάννου προς τον σιδηροδρομικό σταθμό, ερμηνεύτηκε από τους κρατουμένους ως προάγγελος μεταγωγής. Η σκέψη ότι τους προόριζαν για τη Γερμανία απλώθηκε αστραπιαία, αποκαλύπτοντας πόσο εύθραυστη ήταν η ψυχολογική κατάσταση στην οποία βρισκόταν και πόσο άμεσα ο φόβος μπορούσε να μετατραπεί σε βεβαιότητα.

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον τέθηκε σε εφαρμογή και ο μηχανισμός που θα καθόριζε την τύχη πολλών από αυτούς. Οργανώθηκε μια διαδικασία «διαλογής», κατά την οποία οι κρατούμενοι καλούνταν διαδοχικά να παρουσιαστούν μπροστά σε ένα θωρακισμένο όχημα («τάνκς»το κατανομάζει ο ο Σωτήρης Πύργος[1], «φρουρούμενο αυτοκίνητο», το αποκαλεί ο Γιώργος Μητρονίκας.

«Οι εκτελέσεις ξεκίνησαν από τις μεγάλες συλλήψεις που γίνανε κατ’  στου Παπαπέτρου. Εκεί συγκεντρώσανε όλους τους συλληφθέντες οι Γερμανοί και κάνανε επιλογή. Μέσα σε ένα φρουρούμενο αυτοκίνητο, τρόπος του λέγειν φρουρούμενο, ήταν κάποιος μέσα ο οποίος ήτανε Έλληνας και έναν – έναν τον φωνάζανε, τον βάζανε μπροστά στους φανούς του αυτοκινήτου. Όταν ήταν να πάει προς τα αριστερά, ήταν αριστερός. Άναβε ο αριστερός φανός και τον βάζανε ξανά μέσα στο κρατητήριο. Όποιος ήταν άλλης κατά την κρίση τους παρατάξεως, άναβε ο δεξιός φανός και τον υπογράφανε (για να φύγει)»[2].

Εκεί, μπροστά στα φανάρια ενός αυτοκινήτου και με την αυθαίρετη κρίση ενός χαφιέ Αγρινιώτη, που λειτουργούσε ως συνεργάτης του Τάγματος, γινόταν η κρίσιμη διάκριση. Η ένδειξη αποτυπωνόταν συμβολικά με τους φανούς του αυτοκινήτου: όσοι χαρακτηρίζονταν «ύποπτοι», κυρίως με βάση την πολιτική τους ταυτότητα, οδηγούνταν πίσω στο κρατητήριο, ενώ οι υπόλοιποι αφήνονταν ελεύθεροι. Η φαινομενικά απλή αυτή διαδικασία συγκροτούσε στην πραγματικότητα έναν πυρήνα αυθαίρετης εξουσίας, όπου η προσωπική κρίση και οι υποδείξεις καθόριζαν τη ζωή και τον θάνατο. Όσοι δεν απελευθερώνονταν μετά τη «διαλογή» που είχε προηγηθεί, μεταφέρονταν στις φυλακές της Αγίας Τριάδας, έναν χώρο που από εκείνο το σημείο και έπειτα συνδέθηκε άμεσα με την εξέλιξη των εκτελέσεων.

Η «διαλογή» στις αποθήκες Παπαπέτρου, όπως εύκολα μπορεί να αναλογιστεί κάποιος, δεν ήταν απλά ένα επεισόδιο κατοχικής βαρβαρότητας· ήταν η αποκάλυψη ενός μηχανισμού εξουσίας που λειτουργούσε με ενδιάμεσους και πρόθυμους καταδότες, με ανθρώπους που στέκονταν απέναντι σε άλλους ανθρώπους και αποφάσιζαν για τη ζωή τους. Δεν ήταν μόνο οι Ταγματασφαλίτες και ο Γερμανοί, ήταν και η ενεργή συμμετοχή του ντόπιου στοιχείου που μετέτρεψε την κατοχική βία σε εσωτερική υπόθεση της τοπικής κοινωνίας, η οποία από εκείνη τη μέρα αρνήθηκε να διηγηθεί την ιστορία της και σιώπησε. Γιατί, εκεί μπροστά στους προβολείς, δεν κρίθηκαν κατά το δοκούν των ρουφιάνων μόνο οι πολιτικές ταυτότητες των μελών της τοπικής μας κοινωνίας, αλλά κατασκευάστηκε ένας διαχωρισμός ζωής και θανάτου με όρους αυθαίρετους, σχεδόν διοικητικούς. Η ανθρώπινη ύπαρξη συμπυκνώθηκε σε ένα νεύμα, σε μια ένδειξη, σε ένα φως που άναβε. Στον πιο σκληρό πυρήνα κάθε κατασταλτικού μηχανισμού βρίσκεται μια απάνθρωπη λογική, που μετατρέπει τη βία σε διαδικασία και την ευθύνη σε γεγονός, που δεν αναλαμβάνεται, αλλά αποσιωπάται.

Η αναφορά του Μητρονίκα:«εκεί συγκεντρώσανε όλους τους συλληφθέντες οι Γερμανοί και κάνανε επιλογή», καθώς και η ταυτόσημη με τη δική του άποψη που έχει ακόμα και μέχρι σήμερα η πλειοψηφία της τοπικής κοινωνίας ότι οι Γερμανοί ήταν οι αποκλειστικοί φορείς της εκτέλεσης των «120»  δεν είναι απλώς μια αθώα γενίκευση· είναι μια μορφή ιστορικής αποσιώπησης. Μεταθέτει την ευθύνη σε έναν απρόσωπο, εξωτερικό εχθρό και ταυτόχρονα θολώνει τον ρόλο εκείνων που έδρασαν επί τόπου: των γερμανοτσολιάδων και των χαφιέδων τους. Των ανθρώπων δηλαδή που γνώριζαν πρόσωπα και καταστάσεις και συμμετείχαν ενεργά στη σύλληψη, την αναγνώριση και τελικά την επιλογή των θυμάτων.

Στην περίπτωση της καπναποθήκης του Παπαπέτρου, ο μηχανισμός δεν θα μπορούσε να λειτουργήσει χωρίς αυτήν ακριβώς τη μεσολάβηση. Ο «Έλληνας μέσα στο αυτοκίνητο» δεν είναι μια δευτερεύουσα λεπτομέρεια. Είναι το κεντρικό πρόσωπο της διαδικασίας. Είναι εκείνος που μετατρέπει την κατοχική βία σε στοχευμένη πράξη, που γεφυρώνει την απόσταση ανάμεσα στον κατακτητή και την κοινωνία, που καθιστά τη δίωξη συγκεκριμένη και αποτελεσματική. Η αποσιώπηση αυτής της πραγματικότητας, η αποφυγή ονοματοδότησης των Ταγμάτων και προσώπων, όπως του Τολιόπουλου, του Λελούδα κ.α. δεν είναι ουδέτερη. Είναι μέρος μιας μεταπολεμικής αφήγησης που επέλεξε, συνειδητά ή μη, να απαλύνει τις εσωτερικές ευθύνες και να συγκροτήσει ένα σχήμα «εθνικής ομοιογένειας» απέναντι στον ξένο κατακτητή. Έτσι, όμως, η ιστορία έχασε την ακρίβειά της και, κυρίως, την ηθική της διάσταση. Γιατί το πραγματικό ερώτημα δεν είναι μόνο τι έκαναν «οι Γερμανοί», αλλά ποιοι, μέσα στην ίδια την κοινωνία, ανέλαβαν να υλοποιήσουν, να εξειδικεύσουν και να εφαρμόσουν αυτή τη βία. Και όσο αυτό το ερώτημα αποφεύγεται, η μνήμη παραμένει ελλιπής — και η κατανόηση του παρελθόντος, βολικά μισή.

Και ίσως το πιο ανησυχητικό δεν είναι η αγριότητα της στιγμής, αλλά η κανονικότητά της. Το γεγονός ότι αυτή η διαδικασία μπορούσε να στηθεί, να λειτουργήσει και να γίνει αποδεκτή, έστω και κάτω από καθεστώς φόβου, δείχνει πόσο εύκολα μια κοινωνία μπορεί να διολισθήσει από την επιτήρηση στην «διαλογή» και από την «διαλογή» στην εξόντωση.

Στις φυλακές της πόλης εκείνη την εποχή, αυτή η «διαλογή» αποτελεί ένα διαχρονικό παράδειγμα του τρόπου με τον οποίο η βία μπορεί να οργανωθεί, να τυποποιηθεί και να αποκτήσει τη μορφή διαδικασίας. Γιατί η Μεγάλη Παρασκευή του Αγρινίου δεν ήταν αποτέλεσμα μιας στιγμιαίας αγριότητας των κατακτητών ως αντιστάθμισμα στην αγριότητα όσων αντιστάθηκαν, αλλά προϊόν ενός μηχανισμού που λειτουργούσε με ακρίβεια και, κυρίως, με τη συμμετοχή ανθρώπων που γνώριζαν τα θύματά τους.

Διαβάστε περισσότερα στο link που ακολουθεί:
1944: Η Μεγάλη Εβδομάδα του Αγρινίου

 

——————————————————————————————————————————————————————–
Παραπομπές: 1. Την μαρτυρία κατέγραψε η Μαρία Αγγελή, φιλόλογος και δρ. του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, στις 26 Φεβρουαρίου 2008. | 2. Τη μαρτυρία βιντεοσκόπησε ο Γιάννης Γιαννακόπουλος το 2018, για λογαριασμό της ομάδας εργασίας που συγκρότησε η Βάγια Σπυρέλη, με μαθητές του Μουσικού Σχολείου Αγρινίου, για τη δημιουργία ντοκιμαντέρ αναφοράς στα γεγονότα της Μεγάλης Παρασκευής στο Αγρίνιο, τον Απρίλιο του 1944.
Φωτογραφία:
——————————————————————————————————-
Η μνήμη είναι μια δυνατότητα για να διευρύνουμε το μέλλον

και όχι για  να το συρρικνώσουμε στο ήδη ξεπερασμένο παρελθόν

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *