Άγιος Κωνσταντίνος – Ερυθραία | 1. Ο ρόλος των Μικρασιατών προσφύγων στην Αντίσταση


...

| Ελένη Ν. Μαρσέλλου* |

Ο ρόλος των Μικρασιατών προσφύγων
του Αγίου Κωνσταντίνου και της Ερυθραίας στην Αντίσταση

| Ο ένοπλος και άοπλος αγώνας [A] |

(Μέρος 1ο)


Τόπος, οι προσφυγικοί συνοικισμοί Αγίου Κωνσταντίνου και Ερυθραίας στο Αγρίνιο.

Χρόνος , η περίοδος ΄40 -΄44.

Για την περίοδο ΄40-΄44 υπάρχει πλούσια βιβλιογραφία σε πανελλαδικό επίπεδο. Σε τοπικό επίπεδο επίσης για την ευρύτερη περιοχή της Αιτωλοακαρνανίας υπάρχουν εκδόσεις ντόπιων αγωνιστών που καταγράφουν τις μνήμες και τα βιώματά τους. Πέρα όμως από τα καταγεγραμμένα, ζουν σήμερα ανάμεσά μας συμπολίτες μας, που έζησαν την περίοδο αυτή. Άλλοι συμμετείχαν ενεργά στην Αντίσταση, άλλοι αντιμετώπιζαν τις δυσκολίες της εποχής, πείνα, κινδύνους, φόβο, άλλοι υπήρξαν μάρτυρες σημαντικών ή μη περιστατικών, που όμως συμπληρώνουν την εικόνα της περιόδου ΄40-΄44.

Σήμερα με τη στροφή της Ιστορίας στο τοπικό στοιχείο και στις προφορικές μαρτυρίες, δίδεται ιδιαίτερη προσοχή στον τρόπο που βίωσε κάθε τόπος κάποια ιστορική περίοδο και στην ατομική και συλλογική μνήμη των κατοίκων του.

Έτσι για το παραπάνω θέμα στηρίχτηκα αφενός σε γραπτές πηγές και αφετέρου σε προφορικές μαρτυρίες συμπολιτών μας, ανδρών και γυναικών.

Στον πόλεμο του ΄40 οι Αιτωλοακαρνάνες συμμετείχαν με το 2/39 Σύνταγμα Ευζώνων Μεσολογγίου (εικ. 1) με κορυφαία στιγμή του τη νικηφόρα μάχη της Βίγλας στις 14-17 Νοεμβρίου 1940. [1]

Ο Κώστας Πασχαλίδης, Μικρασιάτης την καταγωγή, εξέδωσε το 1975 το δράμα «Ελλάδα, γλυκειά μου πατρίδα», αφιερωμένο στους ήρωες του 1940. Στο θεατρικό αυτό είναι σαφής η αναφορά στο Σύνταγμα 2/39, στον ενθουσιασμό όλων, αλλά και ιδιαίτερα των Μικρασιατών με τις πικρές αναμνήσεις από τα μέρη που άφησαν και τον ολόψυχο αγώνα τους για την πατρίδα.[2] Είναι η πατρίδα που προσέβλεπαν, όταν ζούσαν στη Μικρά Ασία, αυτή που τους δέχτηκε, τους πλήγωσε, αλλά και αυτή, όπου πλέον έκτιζαν τη ζωή τους.

Μετά τις επικές σελίδες του ΄40, ακολουθεί η επίθεση των Γερμανών τον Απρίλιο του 1941 και η κατάρρευση του Αλβανικού Μετώπου και κατόπιν του Μακεδονικού.

Η προσφορά των κατοίκων του Αγίου Κωνσταντίνου ήταν και σ΄ αυτές τις στιγμές μεγάλη, με την υποδοχή και περιποίηση των ρακένδυτων και ταλαιπωρημένων στρατιωτών.

Ο ιστορικός και λαογράφος Κώστας Μαραγιάννης λέει σχετικά: «… έδειξαν πολύ καλή διαγωγή με τον στρατό, όταν έσπασε το μέτωπο από την Αλβανία. Αυτοί φέρθηκαν πάρα πολύ καλά στους αξιωματικούς. Ένας μάλιστα ζωγράφος τους έστειλε μεταγενέστερα και μία ζωγραφιά».[3] Για το γεγονός αυτό γράφει ο Σπύρος Καραγιάννης στο βιβλίο του «Οι θυσίες του προσφυγικού λαού του Αγίου Κωνσταντίνου».[4] Ο ζωγράφος αυτός ονομαζόταν Κουκουλομάτης, ήταν καθηγητής της σχολής Καλών Τεχνών και μαζί με το Γιάννη Τσαρούχη δέχτηκαν την περιποίηση των προσφύγων. Ο πίνακας υπάρχει στο Δημοτικό Διαμέρισμα του Αγίου Κωνσταντίνου (εικ. 2).

εικ. 2. Ο πίνακας του ζωγράφου Κουκουλομάτη, δώρο στους κατοίκους του Αγίου Κωνσταντίνου (φωτογραφία της Ελένης Μαρσέλλου).

Οι ιταλικές δυνάμεις κατοχής  απλώνονται στον νομό με έδρα το Αγρίνιο. Επιβάλλεται περιορισμός στην κυκλοφορία, γίνονται επιτάξεις σπιτιών και δημοσίων εγκαταστάσεων, μπλόκα και περιπολίες στις πόλεις και επιδρομές και λεηλασίες στην ύπαιθρο.[5] «Πίσω από την πόρτα υπήρχε κατάλογος που ήταν τα ονόματα γραμμένα κι, όταν ο πατέρας μου έλειπε, μέτραγαν τα παιδιά στη σειρά που κοιμόντουσαν και «πού είναι ο μαρίτο;» δηλαδή «πού είναι ο άντρας σου», τη μάνα μου τη ρώταγαν. Και τους έλεγε ότι πάει στο χωριό να φέρει ματζαρία».[6]

Η κατάσταση αυτή θα συνεχιστεί με πιο σκληρό τρόπο από τους Γερμανούς, μετά τη συνθηκολόγηση των Ιταλών το Σεπτέμβριο του 1943. Από το καλοκαίρι του 1941 ξεκινάν κάποιες πρώτες κινήσεις στο Αγρίνιο, όπως και σε άλλες περιοχές της Αιτωλοακαρνανίας, για οργάνωση της  Αντίστασης.

Η Αντίσταση

Οι κάτοικοι των προσφυγικών συνοικισμών του Αγίου Κωνσταντίνου και της Ερυθραίας, πρόσφυγες από τη Μικρά Ασία και τον Πόντο, είχαν δυναμική συμμετοχή στην Αντίσταση. Η δράση αυτή καταγράφεται σε τοπικές εκδόσεις και γραπτές μαρτυρίες ανθρώπων που συμμετείχαν στην Αντίσταση (εικ. 3). Οι προφορικές δε μαρτυρίες κατοίκων των συνοικισμών, αλλά και Αγρινιωτών συμπληρώνουν το σκηνικό της εποχής εκείνης, αποδίδοντας ανάγλυφα τις συνθήκες, το ηθικό του κόσμου, τον μικρό ή τον μεγάλο ρόλο καθενός.

εικ. 3. Αναστάσιος Καραγιώργος. Πρόσφυγας Μικρασιάτης από τον Άγιο Κων/νο. Αξιωματικός διμοιρίτης του 42 Συντάγματος του ΕΛΑΣ Λαμίας. ( Από το αρχείο του Κώστα Μαραγιάννη)

Αρκετοί από τους πρόσφυγες, οργανωμένοι προπολεμικά στα επαγγελματικά σωματεία καπνεργατών, τσαγκάρηδων, ραπτών κλπ, είχαν ήδη συμμετοχή σε δυναμικές κινητοποιήσεις και ήταν ενταγμένοι στην Αριστερά.

«Κάπου εκεί στον πόλεμο, όπου είχε αρχίσει να διαμορφώνεται το ΕΑΜ, ε; Θυμάμαι ότι στο σπίτι μας γίνονταν συγκεντρώσεις, περιφερειακές συγκεντρώσεις τις έλεγαν, μαζεύονταν απ΄ την περιφέρεια και κάπ΄ κάπ΄ μια φορά τον μήνα γίνοντανε και  διάφορες συσκέψεις εκεί στο σπίτι μας. Ο πατέρας μου στην αρχή ήτανε πολιτικός καθοδηγητής. Είχε διαβάσει αρκετά πράγματα απ΄ τον μαρξισμό και μπορούσε να τα μεταφέρει αυτά στους αλλουνούς που ήταν πιο αμόρφωτοι, αλλά με πιστεύω ιδεολογικά». [7]

Ο συνοικισμός ήταν χαρακτηρισμένος ως «αριστερή περιοχή», γι΄ αυτό το λόγο στην περίοδο της Κατοχής ήταν από τα «ύποπτα» σημεία της πόλης, που συνεχώς περιπολούσαν καραμπινιέροι.[8] Η διάκριση ντόπιων κατοίκων και προσφύγων, που προϋπήρχε, μετασχηματίζεται την περίοδο αυτή με μία ιδεολογική κάλυψη. Και στις δύο περιπτώσεις τα στερεότυπα οδηγούν σε συγκεκριμένες συμπεριφορές και επιλογές. Έτσι οι περισσότεροι από τους άνδρες, οργανωμένοι και μη, έφυγαν για το «βουνό», καταρχάς για να μη συλληφθούν από τις κατοχικές δυνάμεις και στη συνέχεια για να στελεχώσουν την Αντίσταση.

«Εδώ το λέγαν «Μικρή Μόσχα», γιατί ήταν όλοι αριστεροί. Δημοκρατικοί. Δεν ήξεραμ΄ αριστεροί. Τι ήμνα κομμουνιστής εγώ, που πήγα στο βνό; Έφγα, μη μ΄ πιάσν οι Γερμανοί».[9] «Ο αδερφός μου έφυγ΄ αντάρτης να γλιτώσει το μάζωμα απ΄ τους Γιρμανούς».[10]«Εγώ πήγα αντάρτης το ΄43-44».[11] Αλλά και όσοι από τους κατοίκους έμειναν πίσω, βοήθησαν με διάφορους τρόπους.

Η  ένταξη ανδρών, γυναικών και νέων των συνοικισμών στο ΕΑΜ, ΕΛΑΣ και αργότερα στην ΕΠΟΝ ήταν αθρόα και  σημαντική η δράση τους στον αγώνα. «… οι οργανώσεις βοηθάγανε. Στέλνανε ρούχαα, δέματα, ό,τι. Τα ΄στελναν απάνω στο αντάρτικο…»[12]

Ο Θανάσης Κακογιάννης στο βιβλίο του «Μνήμες και σελίδες της Εθνικής Αντίστασης» αναφέρει ονομαστικά και γενικά τη δραστηριοποίηση των κατοίκων του συνοικισμού σε όλες τις κινητοποιήσεις της περιοχής.

Ο ίδιος ο συγγραφέας, ο Θανάσης Κακογιάννης, Μικρασιάτης από τα Αλάτσατα και κάτοικος του Αγίου Κωνσταντίνου, έλαβε μέρος στον Αλβανικό πόλεμο ως έφεδρος αξιωματικός και υπήρξε από τα ηγετικά στελέχη της Αντίστασης στην περιοχή.[13] Το όνομά του στην Αντίσταση ήταν «Άνθιμος». Συμμετείχε στην 1η αντιστασιακή οργάνωση του Αγρινίου τον Αύγουστο του 1941, που συγκροτήθηκε με πρωτοβουλία του Γιώργου Καραπαππά και στην 1η καθοδηγητική επιτροπή του αντιστασιακού αγώνα στην Αιτωλοακαρνανία. [14]

Στη σύσκεψη του Αυγούστου του ΄41 μία από τις αποφάσεις ήταν και οργάνωση σ΄ όλο το νομό ομάδων Εθνικής Αλληλεγγύης.

Στην Εθνική Αλληλεγγύη ομόψυχη  ήταν η συμμετοχή ανδρών και  γυναικών του Αγρινίου και του Αγίου Κωνσταντίνου και η προσφορά τους σε όσους είχαν ανάγκη.[15] Τον Οκτώβριο 1941 σε σύσκεψη των μελών της αντιστασιακής οργάνωσης του Αγρινίου στο Ελαιόφυτο αποφασίζεται η ένταξή της στο ΕΑΜ.

Τον Δεκέμβριο του 1941 ιδρύεται το Εργατικό Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο, μια τριμελής επιτροπή, όπου συμμετέχει επίσης ο Θανάσης Κακογιάννης, με σκοπό «την οργάνωση των καπνεργατών και των διαφόρων άλλων εργατών του Αγρινίου». [16] Το κύριο έργο της επιτροπής ήταν η προετοιμασία για αντάρτικο στα χωριά. Στη συνέχεια τα δύο μέλη της επιτροπής αντικαθίστανται από τους Μικρασιάτες καπνεργάτες Στράτο Πανταζίδη και Τάσο Πετρίδη, πρόεδρο του Εργατικού Κέντρου. Στο ΕΑΜ νέων, που συγκροτήθηκε το Φεβρουάριο του 1942, ο Θανάσης Κακογιάννης είχε τη θέση του γραμματέα του νομού.[17]

Στις 15 Αυγούστου 1942 συνέρχεται η 1η Παναιτωλοακαρνανική Συνδιάσκεψη του ΕΑΜ Δ. Στερεάς στη μονή Παναγίας Λιγοβιτσίου[18] και αποφασίστηκε η προετοιμασία του ένοπλου αγώνα. Επιπλέον διευρύνεται η Περιφερειακή Επιτροπή που απαρτίζονταν από τα πρώτα μέλη της οργάνωσης Αγρινίου, μεταξύ των οποίων και το Θανάση Κακογιάννη, με νέα άτομα, όπως και ο καπνεργάτης Πανταζίδης. Η Περιφερειακή Επιτροπή είχε εκτελεστικό γραφείο από μέλη της πρώτης οργάνωσης του Αγρινίου και ορίστηκαν σε κάθε περιοχή οι Τομεακές Επιτροπές, που καθοδηγούσαν τις τοπικές οργανώσεις του ΕΑΜ, ΕΛΑΣ, Ε.Α., ΕΑΜ ΝΕΩΝ. [19]

Τον Φεβρουάριο του 1943 ιδρύεται η ΕΠΟΝ. Σ΄ όλες αυτές τις οργανώσεις συμμετέχουν οι νέοι του Αγίου Κωνσταντίνου. Ο επονίτης τότε Νίκος Ζωρόπουλος λέει: «Μετά οργανωθήκαμε στις οργανώσεις, στην ΕΠΟΝ, γινήκαμε Επονίτες. Απ΄την ΕΠΟΝ, μόλις φτάσαμε σε σημείο να κρατήσουμε τα όπλα, μας είπε το ΚΚΕ, τραβάτε απάν΄. Πήραμε τα όπλα και πολεμήσαμε τον κατακτητή. Απ΄ το βουνό φύγαμε, 534 ήμασταν απ΄ τον Άγιο Κωσταντίνο».[20]

Η συμμετοχή των γυναικών
του Αγίου Κωνσταντίνου στην Αντίσταση

Οι γυναίκες είχαν κι εκείνες μερίδιο σ΄ αυτή την κινητοποίηση (εικ. 4). Άλλες βγήκαν αντάρτισσες και στο βουνό, γνωστές συχνά με τα μικρά τους ονόματα. Η Ανδρομάχη, η Σεβαστή, η Δέσποινα, η Κορνηλία, η Σοφία Παγκαλίδου[21] και η Κατίνα Κέπεντζη. Αλλά και μέσα στην πόλη δραστηριοποιούνταν ποικιλοτρόπως.

εικ. 4. Αντάρτες και αντάρτισσες ένοπλοι. Από αριστερά πρώτος ο πρόσφυγας Γιάννης Σισμανίδης και δεύτερη η πρόσφυγας σύζυγός του Κατίνα (Κάκια) Ακριτίδου- Σισμανίδου. ( Από το αρχείο του Φάνη Βέτσα)

Η κυρία Μαρίκα έκανε μεταφορά μηνυμάτων: «Έλαβα κι εγώ μέρος στην Αντίσταση, αλλά ήμουνα στο εσωτερικό της πόλης κι, ό,τι μηνύματα θέλανε να κάνουνε, μου τα λέγανε στο μυαλό μου, και πήγαινα, όπως κάνουμε παρέα και τα συζητούσαμε με ορισμένους ανθρώπους».[22]

Η δεκατριάχρονη Κούλα, στο μοδιστράδικο, που πήγε να μάθει την τέχνη, έγινε σύνδεσμος και της έδωσαν να μεταφέρει πιστόλια. «Εγώ πήγαινα μουδίστρα. Μ΄ έστειλ΄ η μάνα μου να πάω να μάθω να καρικώνω κάνα γιακά. Λοιπόν, εκεί που πήγα, αυτή ήταν αριστερή. Τ΄ αδέρφια της ήταν αντάρτες. Στο σπίτι της απάνω είχε χλαβανή. Χλαβανή. Είχανε πατάρι. Κι έρχουνταν οι αντάρτες. Και μ΄ έβαλε σύνδεσμο. Ήμουνα δεκατρίω χρονών κοπέλα, δεκατέσσερω. Και μ΄ έβαλε σα σύνδεσμο. Λέω, δασκάλα, εγώ ήρθα εδώ να μάθω μοδίστρα. Έλα, μωρέ, θα σε προστατέψω εγώ, δε θα σ΄ αφήσω. Μια μέρα: τράβα σ΄ εκείνο το σπίτι, κάτ΄ θα σου δώσουνε, λέει. Δώσε κι αυτό το φιγουρίνι, πάρε εκείνο το φιγουρίνι, δεν ξέρω, στην Ερυθραία. Πάω, σε παρακαλώ, και μου δίνει τρία πιστόλια».[23]

Υπάρχει και η μαρτυρία του Σωτήρη Πύργου σχετικά με μία απόπειρα της γυναικείας οργάνωσης του Αγίου Κωνσταντίνου να διοργανώσει απόδραση κάποιων φυλακισμένων της Αγίας Τριάδας από τους 120, εκμεταλλευόμενη το γεγονός της μεταφοράς φυλακισμένων από τους Γερμανούς στο προαύλιο του σχολείου του Αγίου Κωνσταντίνου για αγγαρείες. Αν και η επιχείρηση αυτή ματαιώθηκε, δείχνει την κινητοποίηση της γυναικείας οργάνωσης του Αγίου Κωνσταντίνου.

«Η συμμετοχή τς γυναίκας απ΄ το Σνοικισμό ήτανε ολοκληρωτική. Με σαμποτάζ. Θα πω ένα χαρακτηριστικό. Και η οργάνωσ΄, η γυναικεία οργάνωση του Συνοικισμού είχε ετοιμάσει απόδρασ΄ κρατουμένων απ΄ τοο, απ΄ τν Αγία Τριάδα. Οι Γερμανοί έπαιρναν δέκα – δεκαπέντε κρατουμένους και πάαιναν γι΄ αγγαρεία πάν΄στο Σνοικισμό κι έκαναν ορισμένο ρόλο. Εκεί πούν΄το προαύλιο τώρα μπρουστά απ΄ το σχολείο, ήταν περιφραγμένο μ΄ έναν τοίχο κι είχι κι ένα πηγάδ΄ μέσα.

Είχε κι ένα παλιό – παλιό τοίχο, εε, εκεί πάαιναν κρατούμενοι και τς έβαναν μέσα στο προαύλιο και πού ήθελαν να κάνουν δλειές οι Γερμανοί τς πάαιναν κι έκαναν αγγαρεία. Εε, κατόρθωσε η Οργάνωση, με προσπάθεια τς Οργάνωσης κατόρθωσε να βάλ΄ μέσα σ΄ αυτές στν αγγαρεία να περάσνε πιδιά που έβλεπε τον άμεσο κίνδυνο.

Μέσα σ΄ αυτνούς ήταν πέντ΄ εξ΄ κοπέλες που μάζευαν χόρτα. Σκόπιμα. Ή έπαιρναν τα ρούχα τάχα να τα πλύνουν εκεί στο πγάδ΄ και τα λπά. Κι όταν μια δυο τρεις με τς Γερμανούς εκεί πάν΄ και τα λπά, είχαν όμως, έκαναν κι ένα σκοπό. Είχαν ανοίξ΄ απ΄ τον τοίχο, παίρνοντας κάθε φορά κι από μια πέτρα, να μη γίνει αντιληπτό και στο αυτό κι είχαν τρεις κατευθύνσεις, είχαν ανοίξει τρεις διόδους. Η μία ήταν, που είναι δίπλα ήταν ένα περίπτερο, ένας Κωσταντινίδης κι ο Κωσταντινίδης, ο γιος του ήταν οργανωμένος, ήτανε ράπτς… κι είχανε συνεννοηθεί να ετοιμάσουν μία απόδραση. Πραγματικά είχε φτάσει σε καλό σημείο… τη μεγάλη Παρασκευή έγιναν οι εκτελέσεις, τη Μεγάλη Δευτέρα είχαν κανονίσει να φύγουν, τη Μεγάλη Τετάρτη ειδοποιήθηκαν οι κοπέλες ότι δε γίνται απόδραση. Εξαναγκάστκαν οι κοπέλες κι έφγαν ύστερα. Έγιναν γνωστό το ότι ήτανε απόδραση. Από δω, από κει, διαδόθκε. Μεγάλη Παρασκευή τς ίδιας εβδομάδας γίνκε η εκτέλεση των 120».[24]

Σύμφωνα με τη μαρτυρία του Ανδρέα Παυλίδη, αγόρια και κορίτσια της οργάνωσης του Αγίου Κωνσταντίνου διοργάνωναν χορούς για να δημιουργούν οικειότητα με τους Γερμανούς, να τους παραπλανούν και να κάνουν άνετα τις δραστηριότητές τους.

«Εγώ έχω μια αδερφή που είναι τρία τέσσερα χρόνια μεγαλύτερη από μένα. Ήτανε στην οργάνωση. Εκείνα τα χρόνια η Οργάνωση, προτού πάρουν τα βουνά ακόμα, έκανανε εκεί που είναι το κοινοτικό γραφείο που λέμε, ήτανε σχολείο πρώτα και στρατοπεδεύανε Γερμανοί εκεί. Οι αντάρτες για να τάχουν καλά με τους Γερμανούς, η οργάνωση, διοργανώνανε χορούς και είχαν δημιουργήσει με τους Γερμανούς μία οικειότητα. Δεν μπορούσαν να τους συλλάβουν. Αυτοί κάναν τις παρανομίες η Οργάνωση, οπότε οι Γερμανοί να μην τους έχουνε στο μάτι».[25]

Παιδική περιέργεια και συμμετοχή

Στη δύσκολη περίοδο αυτή τα παιδιά αναγκαζόντουσαν να μεγαλώσουν πιο γρήγορα. Όμως η έμφυτη περιέργεια και η διάθεση για παιχνίδι, παράλληλα με τις ευθύνες που αναλάμβαναν, συχνά τα εξέθετε σε κίνδυνο. Οι μέρες όμως ούτως ή άλλως ήταν επικίνδυνες και ο κίνδυνος μέρος του παιχνιδιού. Ο μικρός Χριστόφορος με την παιδική του περιέργεια αναγκάζει τον πατέρα του να μοιραστεί μαζί του το μυστικό της διακίνησης προκηρύξεων μέσα από το κουρείο του.

«Είχαμε τότε ένα κουρείο που΄ τανε, είχε ένα μέρος μπροστά που κάθονταν, ένα καναπέ κι από μέσα μια νιφτήρα, κάποιος να νιφτεί, ξέρω γω, λιγάκι καιαι σαν αποθηκευτικός χώρος. Εκεί λοιπόν έβλεπα κάτι ανθρώπους που ΄ρχόντανε, έμπαιναν μέσα αμίλητοι εις το καμαράκι, στο παραβάν αυτό εκεί πέρα μ΄ ένα δεματάκι και φεύγανε, οπότε λέω μια μέρα «Ρε πατέρα, τι κάνουν εκεί στο παραβάν;» «Σστ, σστ, τι είν΄ αυτά που λες; Τι κάνουν; Τίποτα δεν κάνουν». Τίποτα δεν κάνουν. Πώς δεν κάνουν τίποτα; Τι κάνουν; Τα παιδιά της Κατοχής ήμασταν πολύ πονηρά. Είχαμε μπει πολύ γλήγορα σ΄ αυτό που λέμε πνεύμα συνομωτικό. Λέω: «Θα μ΄ πεις ή θα πάω να το βρω μόνος μου;» Λέει: «Κρατάς μυστικό; Θα στο πω, αλλά είναι επικίνδυνο μυστικό. Θα το κρατήσεις όμως και να σε κρεμάσουνε δε θα το πεις πουθενά». Είναι, λέει, ένα υλικό χαρτί, το φέρνουν εδώ, έρχετ΄ ένας άλλος το παίρνει, έρχονται απ΄ το τυπογραφείο που ήτανε στον Άη Βλάση και στην περιοχή εκείνη, παραδώ παρακεί, τόφερναν εδώ, το έπαιρναν οι άλλοι και το μοιράζανε τη νύχτα στους συνδέσμους, που ήτανε γύρω γύρω εδώ».[26]

Και στη μικρή Γεωργία ανέθετε ο πατέρας της αποστολή να πάει έγγραφα στη Βελάουστα με άλλους τρεις συνοδοιπόρους. Ένα σχοινί κι ένα τσεκούρι για κόψιμο ξύλων ήταν συγχρόνως η πρόφαση, αλλά και η κάλυψη αναγκών του σπιτιού. Η παρέα αυτή τηρούσε απόλυτη μυστικότητα, ώστε να μη γνωρίζει ο ένας τον σκοπό του άλλου.

«Θυμάμαι ότι έδινε κάποια έγγραφα και τα πήγαινα στη Βελάουστα, σε κάποιον εκεί. Μια κυρία, ένα κορίτσι, ένα αγόρι κι εγώ. Τέσσερεις παρέα…. Και πήγαινα ζωσμένη με τη φασκιά απ΄ τα παιδιά που φάσκιωναν τα παιιδιά και γυρίζαμε, είχαμε την τριχιά είπαμε και το τσεκούρι. Κόβαμε ρείκια, κουμαριές… για κάλυψη, αλλά είχαμε και φούρνο, θα φουρνίζαμε στο φούρνο. Κι όταν πηγαίναμε στον κάμπο, σ΄ ένα άλλο χωριό, στα Σμόλιανα, πηγαίναμε μ΄ ένα καλάθι, μ΄ ένα μαχαίρι και την πετσέτα με το ψωμάκι μέσα, το κολατσιό, άμα κουραστούμε να καθήσουμε να φάμε και ερχόμασταν μ΄ ένα καλάθι πράγματα, λάχανα, χόρτα. εκεί πηγαίναμε ας πούμε χαρτιά, έγγραφα, γιατί ήτανε τόσα πολλά που δεν μπορούσαμε να τα αποστηθίσουμε να τα πούμε, ενώ από κει ήτανε λίγα και τα φέρναμε τ΄ αποστηθίζαμε».[27]

 

Διαβάστε στο link που ακολουθεί το 2ο Μέρος

 

——————————————————————————————————————————————————————–
Παραπομπές:
  • (*) Η Ελένη Ν. Μαρσέλου είναι φιλόλογος
  • [A] Ελ. Ν. Μαρσέλλου: Εισήγηση στο επιστημονικό συνέδριο ΚατοχήΑντίστασηΕμφύλιος πόλεμος : η Αιτωλοακαρνανία στη δεκαετία 1940-1950, Αγρίνιο, 14 & 16 Μαρτίου 2008, Παπαστράτειο Μέγαρο Αγρινίου.
  • [1] Κ. Δ. Μαραγιάννη «Η Εθνική Αντίσταση στο Θέρμο», Αγρίνιο 2005, εκδ. Μυρτιά, σελ. 100-106.
  • [2] Κ. Πασχαλίδη: «Ελλάδα, γλυκειά μου πατρίδα», Αγρίνιο 1975.
  • [3] Κ. Μαραγιάννης, από συνέντευξη της παρούσας έρευνας του ΚΕΤΙΠΟΑΙ για το συνέδριο.
  • [4] Σπ. Καραγιάννη: «Οι θυσίες του προσφυγικού λαού του Αγίου Κωνσταντίνου», Αγρίνιο , σελ. 37-38.
  • [5] Θ. Κακογιάννη: «Μνήμες και σελίδες της Εθνικής Αντίστασης», Αθήνα 1997, εκδ. Κωσταράκη, σελ.118-119.
  • [6] Γ. Θ. Μ. από συνέντευξη της έρευνάς μου με θέμα: «Ιστορία, μνήμη και ταυτότητα των Μικρασιατών προσφύγων της περιοχής Αγρινίου».
  • [7] Χ. Σ. από συνέντευξη της έρευνάς μου με θέμα: «Ιστορία, μνήμη και ταυτότητα των Μικρασιατών προσφύγων της περιοχής Αγρινίου».
  • [8] Θ. Κακογιάννη, ό.π., σελ. 129.
  • [9] Τ. Γ. από συνέντευξη της έρευνάς μου με θέμα: «Ιστορία, μνήμη και ταυτότητα των Μικρασιατών προσφύγων της περιοχής Αγρινίου».
  • [10] Μ. Σ. από συνέντευξη της έρευνάς μου με θέμα: «Ιστορία, μνήμη και ταυτότητα των Μικρασιατών προσφύγων της περιοχής Αγρινίου».
  • [11] Τ.Γ. από συνέντευξη της έρευνάς μου με θέμα: «Ιστορία, μνήμη και ταυτότητα των Μικρασιατών προσφύγων της περιοχής Αγρινίου».
  • [12] Κ.Χ. από συνέντευξη της έρευνάς μου με θέμα: «Ιστορία, μνήμη και ταυτότητα των Μικρασιατών προσφύγων της περιοχής Αγρινίου».
  • [13] Θ. Κακογιάννη, ό.π., σελ. 499.
  • [14] Θ. Κακογιάννη, ό.π., σελ.125.
  • [15] Θ. Κακογιάννη, ό.π., σελ. 134-135.
  • [16] Θ. Κακογιάννη, ό.π., σελ. 138.
  • [17] Θ. Κακογιάννη, ό.π., σελ. 139.
  • [18] Θ. Κακογιάννη, ό.π., σελ 170-174.
  • [19] Θ. Κακογιάννη, ό.π., σελ. 175.
  • [20] Ν. Ζ., συνέντευξη από έρευνα του ΚΕΤΙΠΟΑΙ για το συνέδριο με θέμα Κατοχή-Αντίσταση-Εμφύλιος στην Αιτωλοακαρνανία στην δεκαετία 1940-1950.
  • [21] Θ. Κακογιάννη, ό.π., σελ. 145.
  • [22] Μ. Χ – Μ. συνέντευξη της έρευνάς μου με θέμα: «Ιστορία, μνήμη και ταυτότητα των Μικρασιατών προσφύγων της περιοχής Αγρινίου».
  • [23] Κ.Κ. από συνέντευξη της έρευνάς μου με θέμα: «Ιστορία, μνήμη και ταυτότητα των Μικρασιατών προσφύγων της περιοχής Αγρινίου».
  • [24] Σ. Π. από συνέντευξη της έρευνας του ΚΕΤΙΠΟΑΙ για το συνέδριο.
  • [25] Α.Π. συνέντευξη της έρευνας του ΚΕΤΙΠΟΑΙ για το συνέδριο.
  • [26] Σ.Χ. από συνέντευξη της έρευνάς μου με θέμα: «Ιστορία, μνήμη και ταυτότητα των Μικρασιατών προσφύγων της περιοχής Αγρινίου».
  • [27] Γ. Θ. Μ. από συνέντευξη της έρευνάς μου με θέμα: «Ιστορία, μνήμη και ταυτότητα των Μικρασιατών προσφύγων της περιοχής Αγρινίου».
Φωτογραφία ανάρτησης: Μικρασιάτισσες και Μικρασιάτες ένοπλοι
——————————————————————————————————-
Η μνήμη είναι μια δυνατότητα για να διευρύνουμε το μέλλον

και όχι για  να το συρρικνώσουμε στο ήδη ξεπερασμένο παρελθόν

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *