...
| Λευτέρης Τηλιγάδας |
1953 | Απαγόρευση περιφοράς επιταφίου πάλι
| «ο μητροπολίτης εζήτησεν όπως αποσταλούν
και στρατιωτικά τμήματα ίνα επιβάλουν τας απόψεις του» |
Στις 27 Μαρτίου 1953, όπως αναφέρει η ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ εκείνης της μέρας, η ένταση που είχε ήδη συσσωρευτεί από την προηγούμενη χρονιά με την απόφαση του Μητροπολίτη Αιτωλοακαρνανίας, Ιερόθεου, να επιβάλει περιορισμούς στην περιφορά του επιταφίου μετατράπηκε σε ευθεία σύγκρουση με το θρησκευτικό αίσθημα των πιστών, οι οποίοι είδαν ένα από τα πιο ιερά και βαθιά ριζωμένα έθιμα της Μεγάλης Παρασκευής να περιορίζεται βίαια, συναντήθηκε με την εμμονή του προκαθήμενου της τοπικής εκκλησίας να συνεχίσει με αυστηρότητα την εφαρμογή όσων καθόριζε η περσινή εγκύκλιος του για τη διάρκεια και τον χώρο της περιφοράς, η οποία περιόριζε αποκλειστικά στους προαύλιους χώρους των ναών την περιφορά και απαγόρευε κατηγορηματικά τη νυχτερινή έξοδο στους δρόμους των πόλεων και των χωριών, γεγονός που ακύρωνε στην πράξη τον δημόσιο χαρακτήρα της τελετής και προκαλούσε βαθιά απογοήτευση και οργή σε μια κοινωνία που είχε ταυτίσει τη συγκεκριμένη λιτανεία με τη συλλογική της μνήμη και ταυτότητα.
Στην 1η σελίδα της ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ[1] και στη στήλη ΕΛΕΥΘΕΡΑ διαβάζουμε: «Μεγάλην έξαψιν πνευμάτων έχει προκαλέσει εις την Αιτωλοακαρνανίαν η επιμονή του μητροπολίτου όπως καταργήση τα τοπικά έθιμα, που συνοδεύουν την περιφοράν του επιταφίου. Η ιστορία αυτή ήρχισεν πέρυσι και λόγω της εμμονής του λαού εις τας συνήθειάς του προκλήθησαν δυσάρεστα επεισόδια, εκινδύνευσε δε να καταστραφή και ο επιτάφιος του Αιτωλικού, ο οποίος είναι βυζαντινόν κειμήλιον μεγάλης ιστορικής και καλλιτεχνικής αξίας.
»Εφέτος οι κίνδυνοι είναι ακόμα μεγαλύτεροι, διότι ο μητροπολίτης εζήτησεν όπως αποσταλούν και στρατιωτικά τμήματα ίνα επιβάλουν τας απόψεις του. Δεν εξετάζομεν ποίος έχει θεωρητικώς δίκαιον. Είναι αναμφισβήτητον πάντως ότι παλαιά και βαθέως ριζωμένα έθιμα -και αν ακόμα προσφέρουν στόχον επικρίσεως- δεν καταργούνται διά τετράδων και στρατιωτικών αποσπασμάτων αλλά διά της υπομονητικής πειθούς και διδασκαλίας. Και εφόσον ο μητροπολίτης δεν ακολουθεί την οδόν αυτήν έχει άδικον. Ανεξαρτήτως όμως αυτού, οφείλουν και η εκκλησία και η πολιτεία να επέμβουν εγκαίρως και να ρυθμίσουν το ζήτημα διά να προληφθούν έκτροπα».
Τι ήταν εκείνο όμως που υποστήριζε ο Ιερόθεος, για να επιβάλει την απόφασή του. Η επιχειρηματολογία του στις ανακοινώσεις απαγόρευσης που εξέδιδε, εστίαζε στο γεγονός, ότι κατά την περιφορά του επιταφίου δημιουργούνταν επεισόδια με πυροβολισμούς και βαρελότα. Ταυτόχρονα ακουγόταν από το περιβάλλον του και το πέρα από κάθε λογική επιχείρημα, ότι οι ενορίες περιέφεραν τους επιταφίους όλη τη νύκτα, ενώ οι πιστοί κάθε λίγο σταματούσαν στις ταβέρνες και τα έπιναν με τρόπο που όλη η μεταφορά να δίνει την εντύπωση καρναβάλου.
Τα δημοσιεύματα του 1952
Untitled-1
Η αντίδραση δεν άργησε να πάρει διαστάσεις που ξεπέρασαν τα όρια της απλής διαφωνίας, καθώς τοπικά δημοτικά συμβούλια, τοπικοί άρχοντες και πολιτικοί παράγοντες προσπάθησαν να μεταπείσουν την εκκλησιαστική ηγεσία, προειδοποιώντας τη, ότι η κατάργηση ή ο δραστικός περιορισμός της περιφοράς θα διέλυε τη σχέση εμπιστοσύνης ανάμεσα στην Εκκλησία και το ποίμνιο, ενώ την ίδια στιγμή στους δρόμους και στις πλατείες ωρίμαζε ένα κλίμα αγανάκτησης που οδήγησε σε σκέψεις για μαζικές κινητοποιήσεις και συλλαλητήρια, με τον Τύπο να καταγράφει την ανησυχία για επικείμενα έκτροπα και να επισημαίνει ότι τέτοιου είδους βαθιά ριζωμένα έθιμα δεν καταργούνταν με διοικητικά μέτρα και καταστολή, αλλά απαιτούσαν χρόνο και πειθώ, στοιχεία που απουσίαζαν πλήρως εκείνη την περίοδο, όπου η αδιαλλαξία ενίσχυσε αντί να εκτονώσει την κρίση.
Μέσα σε αυτό το εκρηκτικό πλαίσιο, η Μεγάλη Παρασκευή (εκείνη την χρονιά «έπεφτε» στις 3 Απριλίου) πλησίαζε με την αίσθηση ότι κάτι πρωτοφανές θα συνέβαινε, καθώς οι πιστοί κλήθηκαν ουσιαστικά να αποδεχθούν μια τελετουργία απογυμνωμένη από τον παραδοσιακό της χαρακτήρα, ενώ παράλληλα διακινούνταν σενάρια ακόμη και για παρουσία στρατιωτικών δυνάμεων προκειμένου να διασφαλιστεί η εφαρμογή των μέτρων, στοιχείο που προσέδωσε στην υπόθεση διάσταση σχεδόν πολιτικής κρίσης και ενέτεινε το αίσθημα καταπίεσης, με αποτέλεσμα η θρησκευτική κατάνυξη να υποχωρήσει μπροστά σε μια διάχυτη ένταση και καχυποψία, που μετέτρεψε τη λειτουργική πράξη σε πεδίο αντιπαράθεσης και δοκιμασίας των ορίων της κοινωνικής συνοχής.
Και έτσι, η φράση που καταγράφηκε εκείνες τις ημέρες στον Τύπο απέκτησε σχεδόν συμβολικό βάρος, καθώς η ιδέα ότι «ο θεάνθρωπος παρέμεινε άταφος» δεν αποτύπωσε μόνο τον περιορισμό μιας τελετής αλλά συμπύκνωσε την αίσθηση μιας βίαιης ρήξης ανάμεσα στην επιβεβλημένη τάξη και τη βιωμένη παράδοση, ανάμεσα στην εκκλησιαστική εξουσία και τη λαϊκή θρησκευτικότητα, σε μια στιγμή όπου η πίστη έπαυσε να λειτουργεί ως κοινός τόπος και μετατράπηκε σε πεδίο σύγκρουσης που άφησε πίσω της ένα βαθύ και δύσκολα επουλώσιμο ρήγμα.
——————————————————————————————————————————————–
1. ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ, ΣΑΒΒΑΤΟ, 27/3/1953, Περίοδος Β’, Αρ. Φύλ. 2621, σελ. 1
Φωτογραφία:
——————————————————————————————————-
Η μνήμη είναι μια δυνατότητα για να διευρύνουμε το μέλλον
και όχι για να το συρρικνώσουμε στο ήδη ξεπερασμένο παρελθόν


