...
| |Δημήτρης Κατσάνος
Οι Καπνικοί Πειραματισμοί
| Η σύγκρουση κράτους και καπνοπαραγωγών
μέσα από μια δημοσιογραφική παρέμβαση
για τη φορολόγηση, τον κρατικό παρεμβατισμό
και τις κοινωνικοοικονομικές συνέπειες στην Ελλάδα της εποχής |
Μια έντονα φορτισμένη πολιτική και οικονομική παρέμβαση του Δημήτρη Κατσάνου φιλοξένησε η πρώτη σελίδα της εφημερίδας ΦΩΣ ΤΟΥ ΑΓΡΙΝΙΟΥ την 1η Απριλίου του 1934. Σ’ αυτήν ο πρώην εκείνη την εποχή βουλευτής αποτυπώνει με χαρακτηριστικό τρόπο τις εντάσεις του γύρω από την καπνική πολιτική στην Ελλάδα κατά την περίοδο του Μεσοπολέμου. Από την πρώτη στιγμή γίνεται σαφές ότι ο συντάκτης επιχειρεί να καταγγείλει μια κυβερνητική πολιτική που παρουσιάζεται ως συνετή και οικονομική, αλλά στην πράξη –όπως υποστηρίζει– πλήττει καίρια έναν από τους βασικότερους παραγωγικούς τομείς της χώρας. Η κυβέρνηση, ενώ διακηρύσσει ότι ακολουθεί πολιτική περισυλλογής και περιορισμού δαπανών, σημειώνει, επιβάλλει βαριά φορολογία στον καπνό, συγκεκριμένα 50 δραχμές ανά οκά, γεγονός που επιβαρύνει άμεσα τόσο τους παραγωγούς όσο και τους καταναλωτές και στη συνέχεια, επιχειρεί να μετριάσει τις αντιδράσεις επιστρέφοντας ένα ελάχιστο ποσό –το λεγόμενο «δίφραγκο»– ως αποζημίωση για την εξαγορά αποθεμάτων, κάτι που ο αρθρογράφος θεωρεί προσχηματικό και ανεπαρκές.
Η ειρωνεία διαπερνά ολόκληρο το κείμενο. Οι πολιτικοί εκπρόσωποι παρουσιάζονται σαν να έδωσαν «ηρωικούς αγώνες», τους οποίους ο συντάκτης παρομοιάζει με ανάβαση στις Άλπεις, μόνο και μόνο για να καταλήξουν σε ένα πενιχρό αποτέλεσμα. Η αναφορά στον «Άγιο Βερνάρδο» εντείνει αυτή την ειρωνική διάθεση, υπονοώντας ότι όλη αυτή η προσπάθεια κατέληξε σε μια συμβολική και μάλλον γελοία επιτυχία. Πίσω από αυτή τη ρητορική, ωστόσο, κρύβεται μια ουσιαστική ανησυχία: κατά πόσο τα μέτρα αυτά μπορούν να διατηρήσουν την ισορροπία μεταξύ παραγωγής και κατανάλωσης. Ο συντάκτης θεωρεί σχεδόν βέβαιο ότι η υπερφορολόγηση θα οδηγήσει σε μείωση της ζήτησης, αύξηση των τιμών των τσιγάρων και, τελικά, σε συσσώρευση αποθεμάτων που δεν θα μπορούν να διατεθούν στην αγορά. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται και στη στάση των ίδιων των εκπροσώπων των καπνοπαραγωγών. Ο αρθρογράφος τους κατηγορεί εμμέσως ότι δεν αντέδρασαν δυναμικά, αποδεχόμενοι ένα «ψίχουλο» αντί να απαιτήσουν πιο ουσιαστική στήριξη, όπως μεγαλύτερη αποζημίωση ή σταθερό μηχανισμό απορρόφησης των αποθεμάτων. Η κριτική αυτή δεν περιορίζεται στην πολιτική ηγεσία, αλλά επεκτείνεται και στους ίδιους τους κοινωνικούς φορείς, αναδεικνύοντας μια ευρύτερη αδυναμία συλλογικής διεκδίκησης.
«Η παρούσα Κυβέρνησις της περισυλλογης και των οικονομιών δεν ηρκέσθη εις το καίριον τραύμα, το οποίον κατήνεγκεν κατά της καπνοπαραγωγής διά της τελευταίας δεινής φορολογίας εν συνόλω υπό διαφόρους οικονομίας νομοσχεδίων 50 δραχμών κατ’ οκάν, ινα δε καταστήση ολίγον ανωδυνωτέραν την φορολογίαν, τότε παρέσχεν εξ αυτών τούτων τον 50δραχμον, χρημάτων δηλαδή της παραγωγής και καταναλώσεως, το περίφημον δίφραγκον προς εφάπαξ εξαγοράν των αποθεμάτων· άλλη αμέσως κατόπιν είσοδον εις τον προϋπολογισμόν του Κράτους και με κεκαλυμμένην πρόθεσιν δημιουργίας πολυτελών θέσεων “ημετέρων”.
»Και εκ των μέτρων τούτων, θάττον ή βραδύτερον, οι παραγωγοί θα συγκομίσουν τα οφέλη των ενθουσιασμων, καθ’ ων αντιπρόσωποι, βουλευταί και γερουσιασταί της Αιτωλοακαρνανίας κλπ., ενεφάνισαν τους ποικίλους και τραχείς αγώνας, τους καταβληθέντας προς διάβασιν των «Άλπεων» της πολιτικής. Μνημειώδες δε θα παραμείνη ότι προσήγγισαν τον Άγιον Βερνάρδον, παρασχεθέντος εκεί γενναιοφρόνως του περιφήμου διφράγκου προς εφάπαξ των αποθεμάτων εξαγοράν, ότε και ανεπαύθησαν εκ τοιούτων και τοσούτων κόπων.
»Αλλ’ ημείς ερωτώμεν, αν εκ των μέτρων τούτων εξησφαλίσθη η ισορροπία μεταξύ παραγωγής και καταναλώσεως και αν δεν θα λειτουργήση ο φυσιολογικός νόμος της μειώσεως της καταναλώσεως με την φορολογίαν των 50 δραχμών κατ’ οκάν και τον υπερτιμησιν των σιγαρέττων και αν δεν θα άγαγη εις αποθέματα κατά το τρέχον έτος και τα επόμενα.
»Αλλ’ ερωτώμεν τούτο: πώς οι αντιπρόσωποι των καπνοπαραγωγών των επαρχιών ηνέχθησαν το ψιχίον του διφράγκου και δεν επέμειναν ανενδότως να γίνη τετράφραγκον τουλάχιστον και πάγιον προς εξαγοράν των εμφανιζομένων αποθεμάτων, και απειλην εν τη πραγματικότητι κατά πιεζούσης την παραγωγήν καπνοβιομηχανίας και εμπορίου, αφού η ψυχοσύνθεσις και νοοτροπία αυτών δεν επέτρεπε ν’ αντιδράσουν βασικώς κατά τοιαύτης φορολογίας;»
Το δεύτερο μεγάλο ζήτημα που θίγεται είναι η πιθανότητα δημιουργίας ενός κρατικού μονοπωλίου στον τομέα της κατανάλωσης καπνού, μέσω ενός Καπνικού Οργανισμού. Εδώ ο τόνος γίνεται ακόμη πιο ανήσυχος. Ο συντάκτης καταγγέλλει την έλλειψη διαφάνειας, σημειώνοντας ότι οι σχετικές μελέτες παραμένουν κρυφές, «στα συρτάρια» των πολιτικών γραφείων, ενώ στον Τύπο εμφανίζονται μόνο αποσπασματικές και ασαφείς πληροφορίες. Η μυστικότητα αυτή εντείνει την ανασφάλεια και δημιουργεί την αίσθηση ότι λαμβάνονται αποφάσεις χωρίς δημόσιο διάλογο και χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι ανάγκες των άμεσα ενδιαφερομένων. Για να κατανοήσουμε πλήρως τη σημασία αυτών των θέσεων, πρέπει να τις εντάξουμε στο ευρύτερο κοινωνικοπολιτικό πλαίσιο της εποχής. Κατά τον Μεσοπόλεμο, ο καπνός αποτελούσε ένα από τα σημαντικότερα εξαγώγιμα προϊόντα της Ελλάδας και βασική πηγή εισοδήματος για μεγάλες γεωγραφικές περιοχές και κοινωνικές ομάδες. Η οικονομία πολλών τοπικών κοινωνιών εξαρτιόταν σχεδόν αποκλειστικά από την καλλιέργεια, επεξεργασία και εμπορία του καπνού. Συνεπώς, οποιαδήποτε κρατική παρέμβαση στον τομέα αυτό δεν είχε απλώς οικονομικές, αλλά και βαθιές κοινωνικές επιπτώσεις.
Την ίδια περίοδο, η Ελλάδα αντιμετώπιζε έντονες οικονομικές δυσκολίες, οι οποίες συνδέονταν τόσο με τις διεθνείς εξελίξεις όσο και με εσωτερικές αδυναμίες. Η ανάγκη αύξησης των κρατικών εσόδων οδήγησε σε πολιτικές υψηλής φορολόγησης, ενώ παράλληλα ενισχύθηκαν τάσεις κρατικού παρεμβατισμού. Σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες της εποχής παρατηρείται παρόμοια στροφή προς πιο συγκεντρωτικές μορφές οικονομικής διαχείρισης, είτε μέσω μονοπωλίων είτε μέσω κρατικών οργανισμών. Ωστόσο, αυτές οι πολιτικές προκαλούσαν αντιδράσεις, ιδιαίτερα από κοινωνικές ομάδες που ένιωθαν ότι πλήττονται άμεσα.
Στο ελληνικό πλαίσιο, οι αντιδράσεις αυτές συνδέονταν και με ένα διαχρονικό χαρακτηριστικό της πολιτικής ζωής: την καχυποψία απέναντι στο κράτος και την πεποίθηση ότι οι κυβερνητικές αποφάσεις εξυπηρετούν συχνά συγκεκριμένα συμφέροντα. Η αναφορά σε «θέσεις ημετέρων» υποδηλώνει την ύπαρξη πελατειακών σχέσεων και ευνοιοκρατίας, στοιχεία που ενίσχυαν την έλλειψη εμπιστοσύνης των πολιτών προς την πολιτική ηγεσία. Παράλληλα, η καταγγελία της μυστικότητας και της απουσίας δημόσιας διαβούλευσης αποκαλύπτει ένα αίτημα για μεγαλύτερη διαφάνεια και συμμετοχή στη λήψη αποφάσεων.
Ο φόβος για τη δημιουργία μονοπωλίου εντάσσεται επίσης σε αυτή τη λογική. Για τον συντάκτη, ένα τέτοιο μέτρο δεν αποτελεί απλώς οικονομική επιλογή, αλλά εν δυνάμει απειλή για την ελευθερία της αγοράς και για την επιβίωση των εμπλεκόμενων κοινωνικών ομάδων. Η χρήση του όρου «σοσιαλιστική πολιτική» έχει εδώ μάλλον αρνητική χροιά, υποδηλώνοντας τον φόβο για υπερβολικό κρατικό έλεγχο. Ταυτόχρονα, όμως, διαφαίνεται και η αντίφαση της εποχής: ενώ το κράτος καλείται να ρυθμίσει την οικονομία και να αντιμετωπίσει κρίσεις, η παρέμβασή του προκαλεί αντιδράσεις από εκείνους που θεωρούν ότι περιορίζει την οικονομική τους αυτονομία.
Το κείμενο κορυφώνεται με μια σχεδόν δραματική προειδοποίηση. Αν η κυβέρνηση προχωρήσει σε τέτοιες πολιτικές χωρίς επαρκή μελέτη και χωρίς να λάβει υπόψη τις συνέπειες, θα βρεθεί αντιμέτωπη με την αντίδραση όλων των πληττόμενων τάξεων: παραγωγών, εργατών, εμπόρων. Η προοπτική αυτή παρουσιάζεται ως απειλή όχι μόνο για την οικονομία, αλλά και για την κοινωνική συνοχή και τη σταθερότητα του κράτους. Η εικόνα των «κοινωνικών και κρατικών ερειπίων» λειτουργεί ως ισχυρό ρητορικό εργαλείο, που αποσκοπεί στο να ενισχύσει το αίσθημα επείγοντος και να πιέσει για αλλαγή πολιτικής.
«Αλλά μετά τον θρίαμβον τούτον της καπνικής πολιτικής (διότι εν τω τρώγειν έρχεται η «όρεξις) η Κυβέρνησις εσκέφθη και περί σοσιαλιστικής πολιτικής διά μονοπωλήσεως της εσωτερικής καταναλώσεως υπό άγνωστον μορφήν, εν συνδυασμώ προς δημιουργίαν Καπνικού Οργανισμού, με άρθρα παραμυθιου ολοκληρου και δημιουργίαν δαπανών αορίστων και ακαθορίστων προς εξεύρεσιν λύσεως παντός ημετέρου γνωρίζοντος, έστω, τόσον τον καπνόν όσον θα εγνώριζε το ηφαίστειον της γης το πυρ.
»Αλλ’ εκείνο, το οποίον έθεσεν εις μεγίστην ανησυχίαν την κοινήν γνώμην των παραγωγών και όλων των αποζώντων εκ του σημερινού καπνικού καθεστώτος, ως και των καταναλωτών, είναι η μυστικότης της τοιαύτης μελέτης και η εξασφάλισις εις τα συρτάρια του πολιτικού γραφείου υπό του κ. Κορυζή· μόνον ασυνάρτητα και εν μέρει δε γριφώδη του Καπνικού Οργανισμού αναγράφονται εις τινας εφημερίδας, χωρίς να φέρουν το επίσημον κυβερνητικόν κύρος όρον.
»Προκειμένου περί του πρώτου πλουτοπαραγωγικού προϊόντος, του καπνού, εξ ου και η κρατική και κοινωνική και ιδιωτική οικονομία του Κράτους κατά το πλείστον ρυθμίζεται, συνδέεται δε η διαβίωσις μεγάλου πληθυσμού του Κράτους και διαφόρων τάξεων παραγωγών, βιομηχάνων, καπνεμπόρων, πρατηριούχων, εργατών, αλλά και καταναλωτών καπνού, εμπόρων κλπ., δεν πρέπει ούτε καν να μελετάται αιφνιδιαστική και πραξικοπηματική παρέμβασις της Κυβερνήσεως, αλλ’ απαραίτητον είναι να δημοσιευθή καθαρά και ξάστερα η μορφή του μονοπωλίου και οι όροι των αγορών των καπνών εσωτερικής καταναλώσεως από απόψεως χρόνου, τιμών, μερίμνης περί αποθεμάτων, εξασφαλίσεως ποιοτήτων διά εξαντλήσεως της αγοράς των πρώτης ποιότητος κλπ., ώστε και δια συζητήσεως από πάσης πλευράς η Κυβέρνησις να ευρεθή εις τον ορθόν δρόμον υπέρ αυτής και των παραγωγών, οίτινες εν τοιαύταις περιπτώσεσιν φυσικόν είναι να μη φέρουν αντίθεσιν, εάν τοιαύται εξασφαλίσεις παρασχεθούν άνευ ελιγμών.
»Εκ των μέχρι τούδε ανακοινώσεων του κ. Προέδρου της Κυβερνήσεως, ο δημιουργηθείς αντίκτυπος αρκούντως εζημίωσε την καπνικήν κίνησιν, απολύτως σταματήσασαν, και πρέπει να ληφθή ανάλογος πρόνοια προς ηρεμίαν. Αλλ’ εάν η Κυβέρνησις, επηρεασθείσα από την κεφαλαιοκρατίαν, αιφνιδιαστικώς και αμελετήτως απεφάσισεν (όπερ δεν πιστεύομεν) να καταστρέψη εις τον Καιάδαν διά δημιουργίας δαπανών και θέσεων πολυτελών με ασυγκράτητον ορμήν και προχείρους μελέτας μονοπλεύρους, δεν πρέπει να λησμονή ότι θα εύρη αντιμέτωπους όλας τας καταστρεφομένας τάξεις, τας αποζώσας εκ του ήδη καπνικού καθεστώτος, και μετ’ αυτών την πολυπληθή τάξιν των παραγωγών και ιδία των παραγωγών πρώτης ποιότητος καπνών Αιτωλοακαρνανίας, Φθιώτιδος κλπ. διαμερισμάτων, ότε ασφαλώς θα μεταμεληθή, διότι θα ευρεθή προ ερειπίων κοινωνικών αλλά και κρατικών.»
Συνολικά, το κείμενο αποτελεί ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα πολιτικού λόγου της εποχής, όπου η οικονομική επιχειρηματολογία συνδυάζεται με έντονη ρητορική και κοινωνική αγωνία. Δεν πρόκειται για ουδέτερη καταγραφή γεγονότων, αλλά για παρέμβαση που εκφράζει συγκεκριμένα συμφέροντα και αντιλήψεις. Μέσα από την κριτική της φορολογίας, της κρατικής παρέμβασης και της έλλειψης διαφάνειας, αναδεικνύεται μια βαθύτερη σύγκρουση για τον ρόλο του κράτους στην οικονομία και για τη σχέση του με την κοινωνία. Το γεγονός ότι ο καπνός βρισκόταν στο επίκεντρο αυτής της σύγκρουσης δεν είναι τυχαίο· αντίθετα, αποκαλύπτει πόσο στενά συνδεδεμένη ήταν η οικονομική πολιτική με την καθημερινή ζωή και την επιβίωση μεγάλων τμημάτων του πληθυσμού εκείνη την περίοδο.
——————————————————————————————————————————————————————–
Υποσημείωση: Οι χρονολογίες που καταγράφονται πριν την 16η Φεβρουαρίου 1923 είναι σύμφωνες με την χρονολόγηση των πηγών. Για την αντιστοίχιση με τη σημερινή χρονολόγηση πρέπει στην αντίστοιχη χρονολογία να προστεθούν 13 μέρες.
Φωτογραφία: Φύτεμα καπνού
——————————————————————————————————-
Η μνήμη είναι μια δυνατότητα για να διευρύνουμε το μέλλον
και όχι για να το συρρικνώσουμε στο ήδη ξεπερασμένο παρελθόν


