...
| Βασίλης Νικολαΐδης |

Οι δίσκοι έχουν αναχθεί σε αντικείμενα φετίχ
| «Θα ήθελα να συνεργαστώ με τον Γιάννη Ξενάκη,
να κάνουμε μαζί ένα γιγάντιο θέαμα με θέμα τα Δεκεμβριανά» |
Στο κέντρο της δομής κάθε τραγουδιού του Βασίλη Νικολαΐδη βρίσκεται πάντοτε μια ιστορία η οποία, καθώς ξετυλίγεται με δραματουργική ακρίβεια και λογοτεχνική οικονομία, δεν έχει τίποτα να ζηλέψει από ένα καλοδουλεμένο διήγημα, αφού το χιούμορ, ο σαρκασμός και ενίοτε ο αυτοσαρκασμός λειτουργούν ως αφηγηματικοί μοχλοί που κινούν τη δράση χωρίς να ακυρώνουν την εσωτερική ένταση, όπως συμβαίνει στην «Οδό Σανταρόζα», στη «Ντόπια διανόηση», στο «Βαφτιστικό», στις «Άδειες καρέκλες», στην «25η Μαρτίου», στο «Σαλάμι», στην «Επιστολή σε κασέτα», στους «Συνθέται και Τραγουδισταί», στα «Νούμερα στην Αθήνα», στο «Μετά θάνατον» και στο «Δεν είμαι εγώ», όπου η ειρωνεία μετατρέπεται σε εργαλείο απογύμνωσης της κοινωνικής σύμβασης.
Την ίδια στιγμή η ευαισθησία και η τρυφερότητα, που ποτέ δεν αποσύρονται από το προσκήνιο, φωτίζουν μια μελαγχολία η οποία χαρακτηρίζει τους ανθρώπους που έχουν συμφιλιωθεί με τη γνώση της πραγματικότητας, όπως αποτυπώνεται στο «Λίκνισμά σου», στο «Δεν έχει», στη «Μια πόρτα», στο «Πρωινό Νανούρισμα», στο «Δωμάτιο Χρωματιστό», στην «Κίρκη στη νταλίκα», στη «Νύχτα που ήταν πάντα κάπου αλλού» και στα «Πάθη και χρώματα», όπου η αφήγηση μετατρέπεται σε εξομολόγηση χωρίς να παύει να είναι κοινωνικό σχόλιο.
Ο Νικολαΐδης εμφανίζεται στη δημόσια μουσική σκηνή το 1981, όταν στους Αγώνες Τραγουδιού της Κέρκυρας που διοργάνωσε ο Μάνος Χατζιδάκις καταφέρνει, ενώ υπηρετεί τη στρατιωτική του θητεία και μετακινείται με πλοίο το οποίο θυμίζει πλωτή πολιτεία, να μεταβεί στο φεστιβάλ χάρη σε μια αλληλουχία παρεμβάσεων που ξεκινούν από τον ίδιο τον Χατζιδάκι και καταλήγουν σε τηλεφώνημα που διασχίζει την ιεραρχία του στρατεύματος, ώστε η «Οδός Σανταρόζα» και το «Δωμάτιο Χρωματιστό» να ακουστούν και να βραβευθούν..
Οι αγώνες στην Κέρκυρα
«Ήταν λίγο πριν τις εκλογές του 1981 -που κατέκτησε το ΠΑΣΟΚ την εξουσία- και ήμασταν επιφυλακή. Πήρε λοιπόν ο Χατζιδάκις τον Αβέρωφ που ήταν ακόμα υπουργός αμύνης και προσωπικός του φίλος, κι αυτός έβαλε τον υπασπιστή του να πάρει τηλέφωνο στο καράβι να μου δώσουν άδεια να πάω να τραγουδήσω στο φεστιβάλ στην Κέρκυρα, και τότε έτρεχαν όλοι να με βρούνε, πράγμα όχι και τόσο εύκολο, γιατί το πλοίο ήταν το μεγαλύτερο του στόλου, ένα πλωτό χωριό. Να γίνεσαι διάσημος από τη μια στιγμή στην άλλη -κι’ ας είναι και σε καράβι- μόνο εγώ το έκανα, και η Βλαχοπούλου σε ταινία, η οποία ήταν τυχαίως μέσα στο ίδιο αεροπλάνο, γυρνώντας από την Κέρκυρα. Μιλούσε όπως ακριβώς στο σινεμά.»
Για την «Οδό Σανταρόζα»
«Ήμουν φοιτητής στην Θεσσαλονίκη και ζούσα σ’ ένα διαμερισματάκι μ’ έναν συγκάτοικο πολύ καλό μουσικό. Περιφερόταν πολύς κόσμος εκεί, και μία κιθάρα. Η οποία αντί για τη ρε είχε μία πετονιά. Αυτό ήταν εντελώς εκτός λογικής, διότι κανείς δεν πήγαινε για ψάρεμα. Έτσι, καθώς γύριζα από την απέναντι ταβέρνα, μου ήρθε μία μελωδία με κάπως άσεμνους στίχους, και βάλθηκα να μάθω να την παίζω, με βοήθησε κι εκείνο το περιβάλλον, μου δείξανε τα ακόρντα. Έπαιξα λοιπόν εκείνο το τραγούδι με τους άσεμνους στίχους σε μία συναυλία, στο αμφιθέατρο της Νομικής. Άρεσε στους μισούς, οι άλλοι βρίζανε. Είχα διχάσει το κοινό, αλλά άντεξα διότι ήμουν εντελώς μεθυσμένος, και ξέχναγα τα λόγια, ωστόσο τα κατάφερα, είπα τρία τραγούδια, γιατί εντωμεταξύ είχα φτιάξει κι άλλα.»
Η δισκογραφική του διαδρομή, που περιλαμβάνει τέσσερις προσωπικούς δίσκους —«Οδός Σανταρόζα» το 1982, «Ελλάς» το 1984, «Η νύχτα ήταν κάπου αλλού» το 1989 και «Ατασθαλίες» το 1993— στους οποίους υπογράφει μουσική, στίχους και ερμηνεία, συμπληρώνεται από τη συμμετοχή του στους δίσκους των Χάνομαι γιατί Ρεμβάζω, με τους οποίους τον συνδέει μια χαλαρή, σχεδόν τελετουργική συντροφικότητα που εκτυλίσσεται στο Λαγονήσι, καθώς και από τη στιχουργική συμβολή του στο «Νησί των λωτοφάγων» της Έλλη Πασπαλά, σε μουσική του Στάμος Σέμσης, γεγονός που αποδεικνύει ότι η γραφή του μπορεί να κατοικήσει και σε ξένες φωνές χωρίς να χάνει τη σφραγίδα της.
Οι «Χάνομαι γιατί ρεμβάζω»
«Αυτοί οι άνθρωποι ποτέ δεν βιάστηκαν για κάτι. Ακόμα κι’ όταν βιάζονταν, δεν μπορούσαν να κάνουν γρήγορα. Αυτό δημιούργησε μια χαλαρή περιρρέουσα, δεν βάζαμε στόχους, μερικές φορές έγραφα πράγματα που αμέσως καταλάβαινα πως ήταν γραμμένα γι’ αυτούς. Πήγαινα τότε και τους έβρισκα στο Λαγονήσι. Εκεί μένουν, εκτός Κλεινού Άστεως, ο Καβαλλιεράτος και η Μπάρμπαρα Σάουτερ, και ο Λίο και η Πέντυ, που μεγάλωσαν εν τω μεταξύ και γράφουν δικά τους τραγούδια, εκτός Χάνομαι γιατί Ρεμβάζω. Να πατήσω λίγο την αττική γη, να πιώ μαζί τους μια ρετσίνα, να φάω κανένα παϊδάκι αρνίσιο. Κοπάδια ολόκληρα έχουν θυσιαστεί στον βωμό της συνεργασίας με τους Χάνομαι γιατί Ρεμβάζω!»
Οι «ταμπέλες» στο τραγούδι
«Πάντως, αν υποψιαστώ πως ένα τραγούδι κινδυνεύει να χαρακτηριστεί πολιτικό, ερωτικό, κοινωνικό, διαμαρτυρίας, σατυρικό, ευαίσθητο ή δενξερωγωτί, φροντίζω να το στραπατσάρω ούτως ώστε να μην επιδέχεται καμιάς ταμπέλας ή κατηγοριοποίησης. Δεν τα καταφέρνω πάντα, γιατί κάποιοι είναι πολύ επίμονοι, δεν ανέχονται κάτι που δεν έχει ετικέτα. Και του βάζουν ό,τι να ’ναι.»
Οι ιστορίες που «δένουν» τα τραγούδια
«Τελευταίως, χάρη στο διαδίκτυο, άρχισα να ανακαλύπτω τις ιστορίες των τραγουδιών που μου άρεσαν όταν ήμουν μικρός, πως γραφτήκανε δηλαδή, τι έγινε στο στούντιο κ.λπ. Κι έτσι ξαναγυρίζω στα χρόνια εκείνα, αλλά μαζί με την ιστορία του τραγουδιού, που δεν την υποπτευόμουν τότε. Για παράδειγμα, ξέρετε πως γράφτηκε το Octopuses’s Garden, που είναι στο Abbey Road; Λοιπόν, ο Ρίνγκο Σταρ είχε αγανακτήσει με τους καβγάδες των άλλων στις ηχογραφήσεις (σημ. του λευκού άλμπουμ), και πήγε διακοπές στη Σαρδηνία, με την θαλαμηγό του φίλου του, του Πήτερ Σέλλερς. Οπότε ο καπετάνιος του έλεγε για τα χταπόδια, που βάζουν πολύχρωμα πετραδάκια έξω από τα θαλάμια τους και φτιάχνουν ένα είδος κήπου εκεί μπροστά. Οπότε ο Ρίνγκο έγραψε εκείνο το τραγούδι, που έχει ησυχία και σκιά στους κήπους των χταποδιών, και θα φωνάξει και τους φίλους του.»
Όταν το 1995 ταξιδεύει στη Ρουάντα ως εκπρόσωπος της Ύπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα, σε μια περίοδο κατά την οποία τα τραύματα της γενοκτονίας παραμένουν ανοιχτά, μεταφέρει την εμπειρία του στο βιβλίο «Μπαζουνγκού: Ένα οδοιπορικό στη Ρουάντα, Μάρτιος-Ιούνιος 1995», όπου η ματιά του τραγουδοποιού συναντά την ευθύνη του νομικού και του πολίτη, καθώς η κοινωνική και πολιτική χροιά που διαπερνά τα περισσότερα τραγούδια του αποκτά υλική υπόσταση μέσα από την επαφή με μια πραγματικότητα που υπερβαίνει τα ελληνικά σύνορα.
Η σκέψη του, η οποία περιπλανιέται από την ιστορία της σύνθεσης του «Octopus’s Garden» των The Beatles μέχρι το ανεκπλήρωτο όραμα μιας γιγαντιαίας παράστασης για τα Δεκεμβριανά σε συνεργασία με τον Γιάννη Ξενάκη, αποκαλύπτει έναν δημιουργό που αντιλαμβάνεται τη μουσική ως πεδίο όπου ο χρόνος συμπυκνώνεται και ο χώρος μετατρέπεται σε σκηνή συλλογικής μνήμης, ενώ η ανάγνωση της «Νυχτερίδας» του Στρατή Τσίρκα τον οδηγεί σε μια νοσταλγία που γνωρίζει ότι ενδέχεται να είναι παραίσθηση, επειδή η λογοτεχνία έχει τη δύναμη να εμφυτεύει βιώματα τα οποία μοιάζουν προσωπικά.
Σχέδιο συνεργασίας
«Θα ήθελα να συνεργαστώ με τον Γιάννη Ξενάκη, να κάνουμε μαζί ένα γιγάντιο θέαμα με θέμα τα Δεκεμβριανά, το οποίο θα είχε δεκάδες χιλιάδες κομπάρσους, τανκς, αληθινές εκρήξεις, συνθεσάιζερ, πελώρια ηχητικά και φωτιστικά συγκροτήματα, κλασσικές ορχήστρες, κάτι τέτοιο. Η αφήγηση θα χρησιμοποιούσε, βέβαια, τον φυσικό χώρο και χρόνο των γεγονότων, από τον όρμο του Φαλήρου, Νέα Σμύρνη, Καλλιθέα, το Σύνταγμα, Χαυτεία, το Γκάζι, του Ψυρρή, του Μακρυγιάννη, και φυσικά τα Εξάρχεια, όπου πολέμησε και τραυματίστηκε ο Ξενάκης. Ως την Πάρνηθα. Νομίζω πως και αυτόν τον ενδιέφερε μία συγχρονική σύλληψη της πραγματικότητας ως παρελθόντος, παρόντος και μέλλοντος, θα περνάγαμε υπέροχα. Και εσείς μαζί, ασφαλώς. Η μάχη του Μακρυγιάννη θα γινόταν, π.χ, μέσα στο καινούργιο Μουσείο της Ακρόπολης. Δυστυχώς αυτό το σχέδιο δεν μπορεί πια να πραγματοποιηθεί, αφού ο Ξενάκης δεν είναι πια ανάμεσά μας.»
Διαβάσματα
«Τελευταίως ξαναδιάβαζα μερικές σελίδες από τη Νυχτερίδα του Τσίρκα. Είναι εκεί που ο Παράσχος αναπολεί τις διακοπές στην Αλεξάνδρεια, στο σπίτι του παππού του, μαζί με τον ξάδελφό του, τον Τόνη, που έκανε τον ωραίο και τον μάγκα, και τελικώς κατέληξε χαφιές. Αλλά πέρα από τον Τόνη που απεδείχθη καθίκης, έχει τέτοιες όμορφες περιγραφές, σου ενσταλάζει τέτοια νοσταλγία, που τώρα νομίζω πως έχω ζήσει στην Αλεξάνδρεια, στον Μεσοπόλεμο. Αλλά φοβάμαι πως αυτό είναι παραίσθηση. Ο Τσίρκας γράφει πως είχε πάει στον Άλιμο για μπάνιο, το πρώτο της σεζόν, Απρίλιο. Οπότε μετά στέγνωνε στη λιακάδα, θα τον είχε δαγκώσει κανονικά, προφανώς. Και πατάει κάτι κλάματα, τι να σας πω! Πήγε μετά και έγραψε αυτές τις σελίδες, απνευστί, με τη μία.»
Παρά το γεγονός ότι υπηρέτησε τη δικηγορία χωρίς να στραφεί σε ποινικές υποθέσεις, επιμένοντας ότι η μονοκαλλιέργεια εξαντλεί το χωράφι της δημιουργίας και οδηγεί σε φλυαρία, διατήρησε στο συρτάρι ακυκλοφόρητο υλικό, καθώς θεωρεί ότι η δισκογραφία βιώνει υπαρξιακή κρίση, η οποία μετατρέπει τον δίσκο σε φετίχ και τη μουσική σε αντικείμενο κύρους, ενώ πιστεύει ότι η μουσική έχει μετακομίσει στο διαδίκτυο και διατηρεί εξοχικό στο λάιβ, όπου η άμεση επαφή με το κοινό αποκαθιστά την ουσία της.
Δικηγορία και τραγούδι
«Δεν ασχολήθηκα ποτέ μου με ποινικές υποθέσεις. Παλιά πίστευα πως θα ήταν καλύτερα αν είχα ασχοληθεί μόνο με το τραγούδι, θα ήμουν πιο αποδοτικός. Μετά κατάλαβα πως αυτή η μονοκαλλιέργεια εξαντλεί το χωράφι, είσαι υποχρεωμένος να ανανεώνεσαι με το ζόρι, και καταντάς να λες περισσότερα από αυτά που έχεις να πεις, δηλαδή ανοησίες. Οπότε καλύτερα όπως ήρθαν τα πράγματα.»
Υλικό ακυκλοφόρητο στο συρτάρι
«… η δισκογραφία βρίσκεται σε κρίση. Δεν εννοώ εμπορική μόνο, εννοώ υπαρξιακή, των δημιουργών. Αν ακόμη κυκλοφορούν σιντί και δίσκοι, είναι επειδή οι δίσκοι έχουν αναχθεί σε αντικείμενα φετίχ, υποκαθιστούν την πραγματική αξία της μουσικής που μεταφέρουν, το μόνο που προσφέρουν στον καλλιτέχνη είναι μία ψευδαίσθηση κύρους. Η μουσική μετακόμισε στο διαδίκτυο και έχει και εξοχικό στο λάιβ. Οπότε κι εγώ δεν επιδιώκω πρόσφατα να κυκλοφορήσω τα τραγούδια μου σε δίσκο.»
Όταν μιλά για τη λογοκρισία της μεταπολίτευσης, την οποία περιγράφει ως ύπουλη επειδή λειτουργούσε αθόρυβα μέσα από ψιθύρους, τηλεφωνήματα και χαραγμένους δίσκους στη μονοπωλιακή τότε ΕΡΤ, αναδεικνύει το παράδοξο μιας περιόδου που διακήρυττε την ελευθερία ενώ ανεχόταν αποκλεισμούς, γεγονός που καθιστά ακόμη πιο πολύτιμη τη διαδρομή ενός δημιουργού ο οποίος, παρότι γνώρισε σιωπές και αποσιωπήσεις, συνέχισε να γράφει τραγούδια που αρνούνται να χωρέσουν σε έτοιμα καλούπια, επειδή στο βάθος τους υπάρχει πάντα μια ιστορία που ζητά να ειπωθεί, όπως κάθε αληθινή ιστορία που αντέχει στον χρόνο.
Η λογοκρισία της μεταπολίτευσης
«Ήταν ύπουλο πράμα η λογοκρισία της μεταπολίτευσης. Δεν λέω για την φανερή, που υπήρχε και λειτουργούσε ως θεσμός. Λέω για την άλλη, που δεν χτυπούσε επισήμως, με σφραγίδες και υπογραφές και αποφασίζομεν και διατάσσομεν. Τουλάχιστον να βγεις μετά, βρε αδερφέ, να φωνάξεις για τις αδικίες και τις διώξεις και τους κατατρεγμούς σου, να θαυμάσει ο λαός τον ήρωά του! Γινόταν αλλιώς το κόψιμο, μουλωχτά, εγώ τα μάθαινα από ακριτομυθίες, πως κάποιος πέρασε και είπε δυο λόγια στον παραγωγό, πως χάραζαν τους δίσκους της δισκοθήκης με καρφί -στην μονοπωλιακή τότε ΕΡΤ-, τέτοια πράγματα. Αργότερα, στα χρόνια της ελεύθερης ραδιοφωνίας, δεν υπήρχε λογοκρισία. Είχε έρθει όμως η αβάσταχτη ελαφρότης του λάιφ στάιλ, κι’ ήταν ακόμα χειρότερα. Τελικώς, στον πρόσκαιρο εκδημοκρατισμό του Περισσού, στα μέσα της δεκαετίας του΄80, πρωτακούστηκε στον «902» η «Ιστορία της Μαρίας» και μερικά ακόμη τραγούδια μου. Αλλά μετά ακολούθησαν οι εκκαθαρίσεις στο κόμμα και την νεολαία, που πήρανε μπάλα και τους συμπαθούντες τα τραγούδια μου. Και μετά δεν ακουγόμουν πουθενά!»
————————————————————————————————————————-
Πηγές: Μια κουβέντα με τον Βασίλη Νικολαΐδη, 35 χρόνια μετά την «Οδό Σανταρόζα», πρώτη δημοσίευση: περιοδικό ΧΡΟΝΟΣ (https://chronos.fairead.net/s-71), 9 Μαρτίου 2017 | Συνέντευξη με τον Βασίλη Νικολαΐδη, Νότες Λογοτεχνίας (https://theovaf.blogspot.com/), Πολιτιστικό ιστολόγιο με έμφαση στο βιβλίο.
——–————————————————
Επιμέλεια: Lef.T

