Το 2ο κάψιμο της Μακρυνείας



Λευτέρης Τηλιγάδας

Το 2ο κάψιμο της Μακρυνείας

Ολόκληρα χωριά πυρπολήθηκαν για δεύτερη φορά. Παραπήγματα, σπίτια, αποθήκες και στέγες
παραδόθηκαν στις φλόγες. Η πύρινη καταστροφή συνδυάστηκε με συστηματική λεηλασία


Τις τελευταίες ημέρες πριν την 5η Αυγούστου 1944, η Μακρυνεία ζούσε μέσα στην ένταση και την αβεβαιότητα. Η αυξημένη στρατιωτική κίνηση στον άξονα Αγρινίου–Μεσολογγίου είχε θορυβήσει τους κατοίκους, που ανίχνευαν πίσω από τις κινήσεις των κατακτητών είτε επικείμενη επιχείρηση κατά των ανταρτών είτε προετοιμασία για την οριστική αποχώρησή τους από την Ελλάδα. Τίποτα όμως δεν προμήνυε το εύρος της καταστροφής που θα ακολουθούσε.

Τα ξημερώματα της 5ης Αυγούστου, οι καμπάνες των χωριών ήχησαν προειδοποιητικά. Οι κάτοικοι της περιοχής, γνώριμοι πλέον με την εμπειρία της βίας, εγκατέλειψαν βιαστικά τα σπίτια τους ξανά και τράπηκαν σε φυγή προς τις χαράδρες του Αράκυνθου. Οι περισσότεροι πρόλαβαν να πάρουν μαζί τους ελάχιστα πράγματα. Τα υπόλοιπα εγκαταλείφθηκαν στο έλεος των εισβολέων.

Αυτό που ακολούθησε δεν ήταν απλώς μια γερμανική επιχείρηση, αλλά μια καλοσχεδιασμένη και εκτεταμένη εκκαθάριση υπό την καθοδήγηση και την πρωτοβουλία του Τάγματος Ασφαλείας Αγρινίου. Οι άνδρες του τάγματος, ντυμένοι είτε με στολές τσολιάδων είτε με πολιτικά ρούχα, ήταν εκείνοι που καθοδηγούσαν τις φλόγες, τη λεηλασία και την εκδίκηση. Οι γερμανικές δυνάμεις, αν και παρούσες, διατηρούσαν ρόλο κυρίως υποστηρικτικό και συνοδευτικό.

Ουσιαστικός φορέας της βίας ήταν το εγχώριο παρακράτος της Κατοχής: το Τάγμα Ασφαλείας Αγρινίου, ένας μηχανισμός επιστράτευσης αντικομμουνιστικού μίσους, πολιτικής ιδιοτέλειας και κοινωνικού ρεβανσισμού. Ολόκληρα χωριά πυρπολήθηκαν. Παραπήγματα, σπίτια, αποθήκες και στέγες παραδόθηκαν στις φλόγες. Η πύρινη καταστροφή συνδυάστηκε με συστηματική λεηλασία: ρούχα, σκεύη, εργαλεία, τρόφιμα και ζώα φορτώθηκαν σε οχήματα. Ό,τι δεν μπορούσε να μεταφερθεί, καταστρεφόταν επί τόπου. Στρατιωτικά φορτηγά διέσχιζαν τους φλεγόμενους οικισμούς, όχι μόνο με λάφυρα, αλλά με τη συνείδηση πως εκδικούνταν.

Την εικόνα της καταστροφής ολοκλήρωνε η παρουσία δεκάδων ντόπιων συνεργατών, μελών του Τάγματος ή πολιτικών ομοϊδεατών τους, που είτε συμμετείχαν ενεργά είτε παρατηρούσαν απαθώς το έργο της καταστροφής. Ο γιατρός Αυρηλιώνης, μάρτυρας των γεγονότων, σημειώνει: «Είναι άραγε αυτοί Έλληνες; Γέννημα και θρέμμα του μαρτυρικού τούτου τόπου; Είναι δυνατόν το μίσος τους για τους αντάρτες να τους όπλισε με τέτοια καταστροφική μανία ώστε να γίνουν σύμμαχοι των κατακτητών;» Δεν πρόκειται για ρητορικό ερώτημα. Οι άνδρες των Ταγμάτων δεν ενήργησαν με άγνοια ή υπό πίεση. Η συμμετοχή τους ήταν συνειδητή, συστηματική και ιδεολογικά προσανατολισμένη. Η επίθεση δεν στρεφόταν απλώς κατά του ΕΛΑΣ, αλλά κατά των ίδιων των χωρικών, των κοινοτήτων, των οικονομικών και κοινωνικών ιστών της Μακρυνείας. Ήταν μια εκκαθάριση με ταξικά, πολιτικά και παραδειγματικά χαρακτηριστικά.

Η καταστροφή της Μακρυνείας δεν υπήρξε μεμονωμένο επεισόδιο. Λίγες ημέρες αργότερα, η ίδια μοίρα περίμενε τα χωριά της Τριχωνίδας. Από το Θέρμο μέχρι τον Προυσό, η φωτιά έφτασε παντού. Το έδαφος του νομού Αιτωλοακαρνανίας, ήδη αιματοβαμμένο από μάχες, έπαιρνε πλέον τη μορφή καμένης γης. Ακόμη πιο οδυνηρό είναι ότι η ιστορική μνήμη αυτού του Ολοκαυτώματος παραμένει επισήμως αποσιωπημένη.

Ενίοτε, μάλιστα, γίνεται προσπάθεια μετατόπισης της ευθύνης, με το επιχείρημα ότι η δράση του ΕΛΑΣ προκάλεσε τη γερμανική αντίδραση. Αυτό το επιχείρημα όμως συνιστά επικίνδυνη διαστρέβλωση. Η Αντίσταση υπήρξε εθνική υπόθεση. Αν η λογική της υποταγής στους κατακτητές είχε επικρατήσει, τότε δεν θα υπήρχε ούτε Πίνδος, ούτε έπος του ’40, ούτε αξιοπρέπεια.

Μετά τον πόλεμο, η κατάσταση δεν αποκαταστάθηκε. Πολλοί από εκείνους που αντιστάθηκαν βρέθηκαν εξόριστοι ή κοινωνικά αποκλεισμένοι, ενώ αρκετοί από τους συνεργάτες των κατακτητών είτε εντάχθηκαν στους μηχανισμούς του κράτους είτε απέφυγαν τις συνέπειες με χαρακτηριστική ευκολία. Η ιστορική ευθύνη είναι συλλογική. Η αλήθεια όμως δεν μπορεί να θάβεται στα ερείπια, ούτε να συγκαλύπτεται πίσω από επίσημες σιωπές. Η Μακρυνεία κάηκε δύο φορές· την πρώτη από τα γερμανικά στρατεύματα κατοχής και την δεύτερη από το Τάγμα Ασφαλείας Αγρινίου. Και αυτό πρέπει να ειπωθεί, γιατί το επιβάλει η δικαιοσύνη και μνήμη.

Διαβάστε περισσότερα στο link που ακολουθεί:
28 Ιουλίου 1943 | Χωριά στις φλόγες

——————————————————————————————————————————————————————–
Υποσημείωση: Οι χρονολογίες που καταγράφονται πριν την 16η Φεβρουαρίου 1923 είναι σύμφωνες με την χρονολόγηση των πηγών. Για την αντιστοίχιση με τη σημερινή χρονολόγηση πρέπει στην αντίστοιχη χρονολογία να προστεθούν 13 μέρες.
Φωτογραφία: Γερμανικά αντίποινα: Κάψιμο χωριού
——————————————————————————————————-
Η μνήμη είναι μια δυνατότητα για να διευρύνουμε το μέλλον

και όχι για  να το συρρικνώσουμε στο ήδη ξεπερασμένο παρελθόν