Ο «El Gran Ástor» της Αργεντινής

Οι συνθέσεις του έφεραν επανάσταση
στο παραδοσιακό τάγκο, ενσωματώνοντας σ’ αυτό
στοιχεία της τζαζ και της κλασικής μουσικής
και δημιούργησαν το nuevo tango.
Πέθανε στις 4 Ιουλίου 1992, στο Μπουένος Άιρες
Στην Αργεντινή είναι γνωστός ως «El Gran Ástor»

  • Επιμέλεια: Λευτέρης Τηλιγάδας

 

Συντομοβιογραφία

Γεννήθηκε στο Μαρ ντελ Πλάτα της Αργεντινής και σε ηλικία τεσσάρων ετών μετακόμισε με τους γονείς του στη Νέα Υόρκη, όπου έζησε έως το 1936. Στα οκτώ του άρχισε να μαθαίνει μπαντονεόν και πιάνο και όταν η οικογένειά του επέστρεψε στο Μαρ Ντελ Πλάτα άρχισε να παίζει με διάφορες ορχήστρες τάγκο. Στα 17 του μετακόμισε στο Μπουένος Άιρες και το 1946 δημιούργησε τη δική του ορχήστρα, συνθέτοντας νέα έργα και πειραματιζόμενος με τον ήχο και τη δομή του τάγκο. Την ίδια εποχή άρχισε να συνθέτει μουσική για τον κινηματογράφο. Το 1949 διέλυσε την ορχήστρα του, καθώς δεν ικανοποιούσε τις μουσικές του ανάγκες.

Ο Άστορ Πιατσόλα ενδιαφερόταν περισσότερο για την κλασική μουσική κι έχοντας κερδίσει ένα διαγωνισμό σύνθεσης με το συμφωνικό κομμάτι «Μπουένος Άιρες» (1951), πήγε να σπουδάσει στο Παρίσι κοντά στην επιδραστική μουσικοπαιδαγωγό Νάντια Μπουλανζέ. Ο Πιατσόλα γύρισε από το Παρίσι στην Αργεντινή το 1955.

Το 1958 μετακομίζει για δεύτερη φορά στις ΗΠΑ όπου και παρέμεινε εκεί έως το 1960. Όταν επέστρεψε στην Αργεντινή σχημάτισε το επιδραστικό σχήμα «Quinteto Nuevo Tango» (1960), με βιολί, ηλεκτρική κιθάρα, πιάνο, κοντραμπάσο και μπαντονεόν.

Αν και πολλές από τις 750 συνθέσεις του γράφτηκαν γι’ αυτό του κουιντέτο, συνέθεσε επίσης κομμάτια για ορχήστρα, μεγάλη μπάντα, μπαντονεόν και τσέλο. Εισάγοντας τη νέα του προσέγγιση στο τάγκο (nuevo tango), έγινε αμφιλεγόμενη προσωπικότητα στη χώρα, τόσο μουσικά όσο και πολιτικά. Το αργεντίνικο ρητό «στην Αργεντινή όλα μπορούν να αλλάξουν — εκτός από το τάγκο» δείχνει λίγο την αντίσταση που συνάντησε ο Πιατσόλα στην πατρίδα του. Όμως η μουσική του έτυχε αποδοχής στην Ευρώπη και τη Βόρεια Αμερική, και τις διασκευές του του τάγκο υποδέχθηκαν με χαρά κάποια φιλελεύθερα τμήματα της αργεντινής κοινωνίας, τα οποία προωθούσαν πολιτικές αλλαγές παράλληλα με τη μουσική του επανάσταση.

 

 

Οι καινοτομίες του, στην αντίστιξη, στο ρυθμό και την αρμονία, δεν έγιναν αρχικά δεκτές στην πατρίδα του, αλλά θαυμάζονταν πολύ στις ΗΠΑ και την Ευρώπη
Το nuevo tango του Πιατσόλα ξεχώριζε από το παραδοσιακό τάγκο λόγω της ενσωμάτωσης στοιχείων τζαζ, της χρήσης περίπλοκων συγχορδιών και διαφωνιών, της χρήσης αντίστιξης, και των μακρών συνθετικών μορφών. Ο Πιατσόλα εισήγαγε επίσης μουσικά όργανα που δεν χρησιμοποιούνταν στο παραδοσιακό τάγκο, όπως το φλάουτο, το σαξόφωνο, την ηλεκτρική κιθάρα, ηλεκτρονικά όργανα, το βιμπράφωνο, και ντραμς.

Το 1967 συνέθεσε τη δημοφιλή οπερέτα του «Η Μαρία του Μπουένος Άιρες» («María de Buenos Aires»), σε λιμπρέτο του ποιητή Οράσιο Φερέρ και το 1974 το «Libertango», την πιο γνωστή του σύνθεση.

Το 1974 εγκαταστάθηκε στο Παρίσι και το 1985 επέστρεψε εκ νέου στην Αργεντινή. Το νέο τάγκο (nuevo tango) του Πιατσόλα απέκτησε βαθμιαία αποδοχή στην Αργεντινή και η μουσική του επηρέασε μια νέα γενιά συνθετών κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του ’70 και του ’80, σε ταινίες, τηλεοπτικά προγράμματα και διαφημίσεις.

Οι μεταγενέστερες συνθέσεις του περιελάμβαναν ένα κοντσέρτο για μπαντονεόν και ορχήστρα (1979) και το «Five Tango Sensations» για μπαντονεόν και κουαρτέτο εγχόρδων (1989), παραγγελία του Κουαρτέτου Kronos.

Στις 3 Ιουλίου 1990 συνέπραξε στο Ηρώδειο με την Ορχήστρα των Χρωμάτων που διηύθυνε ο Μάνος Χατζιδάκις. Η συναυλία ηχογραφήθηκε και κυκλοφόρησε από τη Milan. Περιείχε τις συνθέσεις του «Tres tangos para bandoneon y orquesta» («Τρία Τάγκο για μπαντονεόν και ορχήστρα»), «Adios Nonino» και «Concierto para bandoneon y orquesta» («Κοντσέρτο για μπαντονεόν και ορχήστρα»).

Ο Άστορ Πιατσόλα πέθανε στις 4 Ιουλίου 1992 στο Μπουένος Άιρες, σε ηλικία 71 ετών. Τα τελευταία χρόνια της ζωής του αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα υγείας.

 

 

Η µουσική του Άστορ Πιατσόλα, όσο χρόνια και αν περάσουν θα συνεχίζει να μας µεταφέρει σιωπηρά στο Μπουένος Αϊρες και το porteñismo του (η κουλτούρα του λιµανιού): την εξέλιξη του πνεύµατος του λιµανιού, τις αντιφάσεις του, τη µελαγχολία του, τη µανία του…

Οι βιογράφοι εκτιμούν ότι κατά τη διάρκεια της ζωής του έγραψε περίπου 3,000 έργα και ηχογράφησε περίπου 500! Η σύζυγος του Λάουρα Εσκαλάδα δηµιούργησε ένα ίδρυµα που φέρει το όνοµά του και φρόντισε να δηµιουργηθεί το κουιντέτο που διατηρεί ζωντανό το έργο του. Για περισσότερες από δύο δεκαετίες το «Quinteto Astor Piazzolla» ταξιδεύει ανά τον κόσµο διαδίδοντας το πλουσιότατο ρεπερτόριο του διάσηµου Αργεντινού δηµιουργού.

 

 

Σε πρώτο προσωπο

 

Το Παρίσι και η Νάντια Μπουλανζέ

Η διορατική Μπουλανζέ άλλαξε τη ζωή του σε μια μέρα, όπως διηγείται ο ίδιος ο Πιατσόλα: «Όταν τη συνάντησα της έδειξα συμφωνίες και σονάτες μου με το κιλό. Άρχισε να τις διαβάζει και ξαφνικά είπε το εξής φρικτό: “Είναι πολύ καλογραμμένα.”Και σταμάτησε, βάζοντας μια μεγάλη τελεία, τεράστια σαν μπάλα ποδοσφαίρου. Μετά από λίγο είπε: “Εδώ είσαι σαν τον Στραβίνσκι, σαν τον Μπάρτοκ, σαν τον Ραβέλ, αλλά ξέρεις τι; Δεν βρίσκω τον Πιατσόλα εδώ πέρα.” Κι άρχισε να διερευνά την προσωπική μου ζωή: τι έκανα, τι έπαιζα και τι δεν έπαιζα, αν ήμουν εργένης ή με κάποιον, ήταν σαν πράκτορας του FBI! Και της είπα με ντροπή ότι ήμουν μουσικός του τάγκο. Στο τέλος της είπα, “Παίζω σε ‘νυχτερινό κέντρο.’” Δεν ήθελα να πω καμπαρέ. Κι εκείνη απάντησε, “Νυχτερινό κέντρο, ναι, δηλαδή καμπαρέ, δεν είναι;” “Ναι,” απάντησα, και σκέφτηκα, “Θα τη χτυπήσω αυτή τη γυναίκα μ’ ένα ραδιόφωνο στο κεφάλι…” Δεν ήταν εύκολο να της πει ψέματα κάποιος.
Συνέχισε να ρωτάει: “Λες ότι δεν είσαι πιανίστας. Τι όργανο παίζεις τότε;” Και δεν ήθελα να της πω ότι έπαιζα μπαντονεόν γιατί σκέφτηκα ότι “Θα με ρίξει κάτω από τον τέταρτο όροφο”. Τελικά ομολόγησα και μου ζήτησε να της παίξω λίγα μέτρα από κάποιο δικό μου τανγκό. Άνοιξε ξαφνικά τα μάτια, μου άρπαξε το χέρι και είπε: “Βρε χαζέ, αυτός είναι ο Πιατσόλα!” Ύστερα πήρα όλη τη μουσική που είχα συνθέσει, δέκα χρόνια της ζωής μου, και την έστειλα στον διάολο μέσα σε δύο δευτερόλεπτα.

Δεν με ενδιαφέρει να είμαι ο πλουσιότερος άνθρωπος στο νεκροταφείο

«Κάνω αυτό που θέλω — το κάνω πάντα. Κοίτα, δεν είμαι ο Julio Inglresias. Δεν παίζω τίποτα από το παλιό ρεπερτόριο. … Υπάρχουν κάποιοι ανόητοι άνθρωποι που περιμένουν από εμένα να παίξω τέτοια πράγματα για να πάρω περισσότερο χειροκρότημα, αλλά δεν θα το κάνω. Δεν θα πουλήσω ποτέ την ψυχή μου στον διάβολο για χειροκρότημα — ποτέ. Δεν με ενδιαφέρει να είμαι ο πλουσιότερος άνθρωπος στο νεκροταφείο»

 

 

Με πληροφορίες από: cityportal.gr

AgrinioStories