Νίκος Πλουμπίδης | Πρώτα «δολοφονήθηκε» και μετά εκτελέστηκε


...

Ένα γεγονός

| Νίκος Πλουμπίδης |

Πρώτα «δολοφονήθηκε» και μετά εκτελέστηκε|


Μπορεί να έχουν περάσει εβδομήντα ένα ολόκληρα χρόνια από τότε, αλλά η ιστορία μιας από τις πιο τραγικές φιγούρες του ελληνικού κομμουνιστικού κινήματος εξακολουθεί να «καίει». Ήταν 27 Νοεμβρίου 1952, όταν «έσκασε» σαν βόμβα η είδηση: «Η Κεντρική Επιτροπή του ΚΚΕ ανακοινώνει στο εξωτερικό ότι ο συλληφθείς Πλουμπίδης “είναι από 27ετίας πράκτορας της Ασφάλειας”». Δύο χρόνια αργότερα, το 1954, εκτελέστηκε με το κεφάλι ψηλά. Χρειάστηκε να φτάσει το 1958, με την «αποσταλινοποίηση» του ΚΚΕ και την εκπαραθύρωση του Νίκου Ζαχαριάδη από την ηγεσία του κόμματος, για να αποκατασταθούν η μνήμη και η τιμή του Πλουμπίδη.

Ο Νίκος Πλουμπίδης γεννήθηκε στις 31 Δεκεμβρίου 1902 στα Λαγκάδια Αρκαδίας. Φοίτησε στο Διδασκαλείο του Πύργου Ηλείας, όπου μυήθηκε στις σοσιαλιστικές ιδέες, και το 1924 διορίστηκε δάσκαλος στην Ελασσόνα. Ανέπτυξε έντονη συνδικαλιστική δράση στον κλάδο του και το 1926 έγινε μέλος του ΚΚΕ. Εξελέγη στην Εκτελεστική Επιτροπή της Δημοσιοϋπαλληλικής Ομοσπονδίας και στη συνέχεια της Πανυπαλληλικής Συνομοσπονδίας.

Το 1931 συνελήφθη για τη συνδικαλιστική και κομματική του δράση. Φυλακίστηκε για τρεις μήνες και στη συνέχεια απολύθηκε από τη θέση του. Από τότε αφιέρωσε όλες τις δυνάμεις του στον συνδικαλισμό και στο κόμμα του, αναδεικνυόμενος σε ηγετικό στέλεχος της Ενωτικής Γενικής Συνομοσπονδίας Εργατών Ελλάδος (ΕΓΣΕΕ), που είχε ιδρυθεί από το ΚΚΕ και βρισκόταν στην παρανομία, καθώς είχε διαλυθεί με δικαστική απόφαση λόγω του «ιδιωνύμου».

Το καλοκαίρι του 1935 συμμετείχε στην αντιπροσωπεία του ΚΚΕ στο 7ο Συνέδριο της Γ’ Διεθνούς στη Μόσχα. Κατά τη δικτατορία της 4ης Αυγούστου υπηρέτησε αρχικά ως γραμματέας της παράνομης κομματικής επιτροπής Θεσσαλίας και στη συνέχεια Μακεδονίας. Το 1938 προωθήθηκε στο Πολιτικό Γραφείο του ΚΚΕ, με γενικό γραμματέα τον Γιώργη Σιάντο.

 

 

Φυματικός και αγωνιστής

Μέχρι τον Μάιο του 1939 η ηγεσία του ΚΚΕ αντιμετώπιζε πολλαπλές συλλήψεις ηγετικών στελεχών και μελών, προσπαθώντας σε εξαιρετικά δύσκολες συνθήκες να συντονίσει την καθοδήγηση. Η ΚΕ, με εισήγηση των Θέου και Πλουμπίδη, διέγραψε τον Φεβρουάριο του 1939 τα στελέχη Σ. Σκλάβαινα, Μ. Μανωλέα και Π. Δαμασκόπουλο. Οι δύο πρώτοι είχαν υπογράψει δήλωση μετανοίας στις φυλακές της Κέρκυρας, ενώ ο Μανωλέας είχε περάσει στην υπηρεσία της Ασφάλειας. Για τον Δαμασκόπουλο, κουμπάρο του, ο Πλουμπίδης διαμόρφωσε λανθασμένα την εντύπωση ότι ήταν χαφιές.

Στις 22 Μαΐου 1939 ο Πλουμπίδης συνελήφθη στο Κουκάκι, σε κομματικό ραντεβού με τον Γ. Μιχαηλίδη, ύστερα από προδοσία του Δ. Κουτσογιάννη. Επειδή έπασχε από φυματίωση, μεταφέρθηκε στο σανατόριο «Σωτηρία», στην πτέρυγα πολιτικών κρατουμένων. Τον Νοέμβριο του ίδιου έτους συνελήφθησαν και οι Σιάντος και Σκαφίδας, αποκεφαλίζοντας ουσιαστικά την ΚΕ που είχε εκλεγεί το 1935. Το μόνο μέλος της που δεν είχε συλληφθεί ήταν ο Δαμιανός Μάθεσης, ο οποίος όμως είχε τεθεί στο περιθώριο λόγω υποψιών ότι συνεργαζόταν με την Ασφάλεια.

 

 

Τα ασύλληπτα στελέχη του ΚΚΕ Δημήτρης Παπαγιάννης, Βαγγέλης Κτιστάκης, Χρήστος Κανάκης και Σταματία Βιτσαρά-Κτιστάκη συγκρότησαν στα τέλη του 1939 νέα καθοδήγηση, τη λεγόμενη Παλιά Κεντρική Επιτροπή του ΚΚΕ (ΠΚΕ). Ο Πλουμπίδης, έγκλειστος στη «Σωτηρία», συνδέθηκε μέσω παράνομου δικτύου με την ΠΚΕ και ανέλαβε την καθοδήγησή της, αρθρογραφώντας κατά διαστήματα στον παράνομο Ριζοσπάστη που εξέδιδε. Η ΠΚΕ ήρθε σε σφοδρή αντιπαράθεση με την ασφαλίτικη «Προσωρινή Διοίκηση», προκαλώντας μεγάλη σύγχυση στα μέλη του παράνομου ΚΚΕ. Μάλιστα, η καθαρή ΠΚΕ κατηγορήθηκε ακόμη και από τον έγκλειστο στις φυλακές Νίκο Ζαχαριάδη ως ασφαλίτικη και χαφιέδικη.

Η ΠΚΕ πήρε θέση κατά του πολέμου με την Ιταλία, υποστηρίζοντας ότι «τον πόλεμο τον έφερε η λαομίσητη δικτατορία που τάχθηκε με το μέρος της ιμπεριαλιστικής Αγγλίας, η οποία απειλεί τις δυνάμεις του Άξονα». Τον χαρακτήριζε «σύγκρουση μεταξύ Ιταλίας και Αγγλίας», δηλαδή «ιμπεριαλιστικό και από τις δύο πλευρές», και τόνιζε ότι «δεν έχει σχέση με την υπεράσπιση της πατρίδας, αλλά εξυπηρετεί τους Άγγλους πλουτοκράτες και μια χούφτα ντόπιους μεγαλοκαρχαρίες-ληστές». Ο Πλουμπίδης, σε άρθρα του στον Ριζοσπάστη (Μάρτιος και Ιούνιος 1941), κατήγγειλε το γνωστό γράμμα του Ζαχαριάδη της 31ης Οκτωβρίου 1940 ως πλαστό και προϊόν της Ασφάλειας.

Τον Ιούλιο του 1941 έδωσε εντολή στα μέλη της ΠΚΕ να προσχωρήσουν στη Νέα Κεντρική Επιτροπή, που είχε σχηματιστεί από στελέχη του ΚΚΕ τα οποία είχαν αποδράσει από τους τόπους κράτησής τους, και να τους παραδώσουν τον παράνομο εκδοτικό μηχανισμό. Λίγους μήνες πριν από την κατάληψη της χώρας από τους Γερμανούς, ο Πλουμπίδης μεταφέρθηκε από το σανατόριο «Σωτηρία» στις φυλακές Τρίπολης, από όπου δραπέτευσε στις 26 Φεβρουαρίου 1942. Αμέσως μετά τη δραπέτευσή του έφτασε στην Αθήνα και εντάχθηκε στην καθοδήγηση του ΚΚΕ. Παράλληλα συμμετείχε στην Εθνική Αντίσταση, αναλαμβάνοντας την καθοδήγηση του Εργατικού ΕΑΜ. Τον Δεκέμβριο της ίδιας χρονιάς εξελέγη μέλος του Πολιτικού Γραφείου του ΚΚΕ στη 2η Πανελλαδική Συνδιάσκεψη.

Μετά την απελευθέρωση από τους Γερμανούς, τον Απρίλιο του 1945, εκλέχτηκε μέλος της Κεντρικής Επιτροπής από την 11η Ολομέλεια και συμμετείχε στο νέο Πολιτικό Γραφείο. Μετά όμως την επιστροφή του Νίκου Ζαχαριάδη από το Νταχάου, τον Μάιο του 1945, ο Πλουμπίδης δεν επανεξελέγη στο Πολιτικό Γραφείο.

Όταν στα τέλη του 1947 το ΚΚΕ τέθηκε εκτός νόμου και η ηγεσία του αποσύρθηκε στους ορεινούς όγκους της βόρειας Πίνδου, ο Πλουμπίδης παρέμεινε στην Αθήνα, αναλαμβάνοντας μαζί με τη Χρύσα Χατζηβασιλείου την καθοδήγηση των οργανώσεων του ΚΚΕ στην Αθήνα και τον Πειραιά. Την άνοιξη του 1948, όταν η Χατζηβασιλείου έφυγε για τον Γράμμο, ανέλαβε μαζί με τον Στέργιο Αναστασιάδη και, μετά τη σύλληψη του τελευταίου τον Μάρτιο του 1949, συνέχισε μόνος του την καθοδήγηση των παράνομων οργανώσεων του ΚΚΕ στην πρωτεύουσα.

Μετά τη λήξη του Εμφυλίου Πολέμου, τέθηκε επικεφαλής της παράνομης κομματικής οργάνωσης εσωτερικού, φροντίζοντας και για την έκδοση της εφημερίδας Δημοκρατικός, που αποτελούσε το νόμιμο προσωπείο του παράνομου ΚΚΕ. Τη διεύθυνση της εφημερίδας είχε ο Διονύσης Χριστάκος και αρθρογραφούσε ο Μιχάλης Κύρκος (πατέρας του Λεωνίδα Κύρκου).

Την εποχή εκείνη (1950) το εκτός νόμου ΚΚΕ διέθετε δύο παράνομους μηχανισμούς-κλιμάκια που διεύθυναν τον πολιτικό αγώνα από κρησφύγετα. Ο πρώτος ελεγχόταν από τους Ν. Πλουμπίδη και Ν. Μπελογιάννη (ο οποίος είχε επιστρέψει κρυφά στην Ελλάδα τον Ιούνιο του 1950) και επικοινωνούσε με το κόμμα μέσω του Ν. Βαβούδη. Ο δεύτερος, η λεγόμενη ΕΠΟΝ, ελεγχόταν από τον Στ. Κασιμάτη και συγκροτούνταν κυρίως από νέους Μακρονησιώτες και άλλους πρόσφατα διωγμένους αγωνιστές. Οι δύο μηχανισμοί δρούσαν ανεξάρτητα και χωρίς επαφή μεταξύ τους, ενώ η ηγεσία του ΚΚΕ βρισκόταν εκτός Ελλάδας, σε χώρες του Ανατολικού Συνασπισμού.

Στις 20 Δεκεμβρίου 1950, ο Νίκος Μπελογιάννης συνελήφθη στην Αθήνα μαζί με ομάδα στελεχών του παράνομου ΚΚΕ. Η Ασφάλεια κατηγορούσε τον Μπελογιάννη και τους συντρόφους του για ανασυγκρότηση του παράνομου μηχανισμού του κόμματος και για παράβαση του νόμου 509 περί «απαγόρευσης κομμουνιστικών οργανώσεων».

Λίγους μήνες αργότερα, τον Νοέμβριο του 1951, ο Πλουμπίδης, βαρύτατα άρρωστος από φυματίωση, έστειλε από την παρανομία την περίφημη «ανοιχτή επιστολή» του προς το δικαστήριο, αναλαμβάνοντας πλήρως την ευθύνη για τη δράση του Μπελογιάννη και ζητώντας την απελευθέρωσή του. Υποστήριζε ότι ο ίδιος ήταν ο πραγματικός επικεφαλής του παράνομου μηχανισμού και πως ο Μπελογιάννης εκτελούσε μόνο δικές του εντολές. Η ενέργεια αυτή, που στόχο είχε να σώσει τον Μπελογιάννη από την εκτέλεση, προκάλεσε σοβαρή αναστάτωση στην ηγεσία του ΚΚΕ.

Ο Νίκος Ζαχαριάδης, γραμματέας τότε του ΚΚΕ, όχι μόνο δεν υιοθέτησε την πρωτοβουλία Πλουμπίδη, αλλά τη χαρακτήρισε «προβοκάτσια» και «πράξη χαφιέδικη». Στο κομματικό όργανο Δημοκρατικός Στρατός δημοσιεύτηκαν ανακοινώσεις που παρουσίαζαν τον Πλουμπίδη ως όργανο της Ασφάλειας. Ακολούθησε η επίσημη διαγραφή του από το κόμμα, ενώ ο ίδιος συνέχισε να δρα στην παρανομία, παρά την εξαιρετικά επιβαρυμένη υγεία του.

Η καταδίκη και εκτέλεση του Μπελογιάννη, τον Μάρτιο του 1952, αποτέλεσαν βαρύ πλήγμα για τον παράνομο μηχανισμό του ΚΚΕ στην Ελλάδα. Ο Πλουμπίδης, απομονωμένος πολιτικά και σε συνεχή καταδίωξη, συνέχισε να εργάζεται κρυφά, διατηρώντας επαφές με στελέχη και υποστηρικτές.

Στις 25 Νοεμβρίου 1952, η Ασφάλεια τον εντόπισε και τον συνέλαβε στην Αθήνα. Η σύλληψή του έγινε γνωστή με καθυστέρηση, καθώς οι αρχές επιχείρησαν να εκμεταλλευτούν την υπόθεση πολιτικά. Στο στρατοδικείο που ακολούθησε, ο Πλουμπίδης κατηγορήθηκε για κατασκοπεία υπέρ της Σοβιετικής Ένωσης και για παράνομη καθοδήγηση του ΚΚΕ. Παρά την επιβαρυμένη υγεία του, υπερασπίστηκε σθεναρά τη δράση του, αρνούμενος τις κατηγορίες περί χαφιεδισμού.

 

 

Η δίκη κατέληξε στην καταδίκη του σε θάνατο. Ένα χρόνο και δέκα ημέρες μετά την καταδίκη του, ο Νίκος Πλουμπίδης αντίκρισε τις πρώτες πρωινές ώρες της 14ης Αυγούστου 1954 το εκτελεστικό απόσπασμα. Γύρω στις 3:30 π.μ. οδηγήθηκε με χειροπέδες σε μια χαράδρα, κοντά στην Αγία Μαρίνα, στο Δαφνί, όπου πριν από την εκτέλεση διεμήφθη ο εξής διάλογος με τον Βασιλικό Επίτροπο του Στρατοδικείου:

– (Επίτροπος): Έχεις να εκφράσεις καμιά επιθυμία;
– (Πλουμπίδης): Θέλω μόνο να πω ότι υπήρξα τίμιος αγωνιστής.
– (Επίτροπος): Δεν έχεις δίκιο. Οι πράξεις σου δεν υπήρξαν τίμιες.
– (Πλουμπίδης): Αφήνω τίμιο όνομα με τον τρόπο μου.
– (Επίτροπος): Καταλαβαίνω τι θέλεις να πεις. Απευθύνεσαι προς άλλους, οι οποίοι, όμως, σε λάσπωσαν.
– (Πλουμπίδης): Δεν πειράζει. Ο Ζαχαριάδης είναι ο πραγματικός αρχηγός μου. Τον υπακούω και τώρα.

Ο Νίκος Πλουμπίδης εκτελέστηκε λίγο αργότερα με ακάλυπτα τα μάτια, ζητωκραυγάζοντας υπέρ του ΚΚΕ και τραγουδώντας τη «Διεθνή». Το ΚΚΕ συνέχισε να τον στοχοποιεί και μετά τον θάνατό του, όταν υποστήριζε από τα ερτζιανά ότι «ο Πλουμπίδης δεν πέθανε, αλλά μεταφέρθηκε στην Αμερική, όπου γεμίζει τις μέρες και τις τσέπες του με το πικρό αντίτιμο της προδοσίας».

Μόλις το 1958, τέσσερα χρόνια μετά την εκτέλεσή του, η ηγεσία του ΚΚΕ αναγνώρισε επίσημα ότι οι κατηγορίες εναντίον του ήταν ψευδείς και ότι η διαγραφή του υπήρξε πολιτικό λάθος. Ο Νίκος Ζαχαριάδης, από την απομόνωση στην οποία είχε πλέον περιέλθει, δεν παραδέχτηκε ποτέ προσωπικά το σφάλμα του απέναντι στον Πλουμπίδη. Ωστόσο, η αποκατάσταση της μνήμης του αποτέλεσε για το ΚΚΕ μια προσπάθεια ηθικής δικαίωσης ενός ηγετικού στελέχους που θυσιάστηκε τόσο για το κόμμα όσο και για τους συντρόφους του.

 

 

—————————————————————————————
Επιμέλεια Lef.T.. Mε πληroφορίες από el.wikipedia / sansimera.gr / avgi.gr