Μνήμη χρονολογίου της 12ης Μαΐου

12 Μαΐου 2024

Είναι η 133η ημέρα του έτους κατά το Γρηγοριανό ημερολόγιο.
Υπολείπονται 233 ημέρες για τη λήξη του.
🌅 Ανατολή ήλιου: 06:16 – Δύση ήλιου: 20:26
Διάρκεια ημέρας: 14 ώρες 9 λεπτά
🌒 Σελήνη 4.5 ημερώνν
Χρόνια πολλά στους: Θωμά, Τομ, Θωμαή
Επιφάνειο, Επιφάνιο, Επιφανία, Θεόδωρο, Θοδωρή,
Θόδωρο, Τεό, Θεοδώρα, Δώρα, Θοδώρα, Δωρούλα, Ντόρα

Γεγονότα

 

1821 – Σημειώνεται η πρώτη μεγάλη μάχη της ελληνικής επανάστασης, η μάχη στο Βαλτέτσι, και ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης βρίσκεται προ των πυλών της Τριπόλεως. Οι Έλληνες ανακατέλαβαν το Βαλτέτσι στις 10 Μαΐου και επανασύστησαν το στρατόπεδο, έπειτα από πρόταση του Κολοκοτρώνη. Οχυρώθηκε η εκκλησία στο κέντρο του χωριού και μερικά σπίτια, και κατασκευάστηκαν ταμπούρια στους γύρω λόφους. Το στρατόπεδο θα βρισκόταν υπό την αρχηγία του Κυριακούλη Μαυρομιχάλη και τη γενική επίβλεψη είχε ο Κολοκοτρώνης ο οποίος γύριζε σε όλα τα στρατόπεδα της περιοχής φροντίζοντας την κάθε λεπτομέρεια. Στο πρώτο ταμπούρι, στα ανατολικά, στο Χωματοβούνι, βρέθηκαν ο Ηλίας και ο Κυριακούλης Μαυρομιχάλης με όλους τους Μανιάτες. Στο δυτικό ο Μητροπέτροβας, ο Δημήτριος Παπατσώνης και άλλοι Μεσσήνιοι. Στο βορειοανατολικό ταμπούρι οχυρώθηκαν ο Ηλίας Δ. Φλέσσας και ο Νικήτας Φλέσσας, καθώς και Γορτύνιοι οπλαρχηγοί. Στην εκκλησία κλείστηκαν οι Μπουραίοι, ενώ οι σκοποί στην επάνω Χρέπα των Τρικόρφων θα ειδοποιούσαν, με καπνούς, για την πορεία των Τούρκων.
Τα χαράματα της 12ης Μαΐου, ο Κεχαγιάμπεης βγήκε από την Τριπολιτσά, με προορισμό το στρατόπεδο του Βαλτετσίου. Είχε πληροφορηθεί την επανασύστασή του και σκόπευε να το διαλύσει ώστε μετά να στραφεί προς τη Μεσσηνία και τη Λακωνία. Το σημαντικότερο τμήμα του στρατού του, υπό τον Βαρδουνιώτη Ρουμπή, το έστειλε πρώτο, στα βόρεια του Βαλτετσίου, για να εμποδίσει τυχόν βοήθεια από τα στρατόπεδα της Πιάνας και του Χρυσοβιτσίου και να περικυκλώσει τους Γορτύνιους. Στη συνέχεια έστειλε άλλο δύο σώματα προς το Καλογεροβούνι, το Φραγκόβρυσο και τους Αραχαμίτες, προς τα νότια του χωριού. Τα σώματα αυτά είχαν σκοπό να βοηθήσουν τον Ρουμπή, αν χρειαζόταν, να εμποδίσει ελληνική βοήθεια από τα Βέρβενα και να αποκόψουν την οδό διαφυγής των υπερασπιστών του Βαλτετσίου. Το τουρκικό ιππικό πήρε θέση στους Αραχαμίτες και, τέλος, ακολούθησε πέμπτο τμήμα με κανόνια και πολεμοφόδια.
Οι Τούρκοι άρχισαν, με επικεφαλής τον Ρουμπή, την επίθεση, προσπαθώντας να περικυκλώσει τον ανατολικό και βορειοανατολικό προμαχώνα. Τότε κατέφθασε ο Κολοκοτρώνης, αφού ειδοποιήθηκε, και έβαλλε εναντίον του Ρουμπή, από ένα ύψωμα στα βόρεια του χωριού, καλώντας σε βοήθεια τον Δημήτρη Πλαπούτα, στην Πιάνα. Όταν έφτασε ο Πλαπούτας από τα βορειοανατολικά, ο Ρουμπής, που βρέθηκε πλέον περικυκλωμένος, ζήτησε ενίσχυση από τον Κεχαγιάμπεη. Εκείνος έστειλε Τούρκους από το Καλογεροβούνι για να επιτεθούν στο ταμπούρι των Μανιατών, για να ανακουφίσει έτσι τον Ρουμπή. Όταν αποκρούστηκε και εκείνη η προσπάθεια, ο Ρουμπής έβαλε κανόνια να χτυπήσουν τον κεντρικό προμαχώνα, εγχείρημα που απέτυχε οικτρά λόγω του ανώμαλου εδάφους. Ο Κολοκοτρώνης στάθηκε σε ένα ύψωμα και με φωνές έδωσε κουράγιο στον Μητροπέτροβα, ενώ αργότερα διέσπασε τον κλοιό και ανεφοδίασε τους οχυρωμένους στα ταμπούρια.
Η μάχη συνεχίστηκε μέχρι αργά τη νύχτα, χωρίς να υποχωρεί καμία πλευρά. Τα μεσάνυχτα έφτασαν στο Καλογεροβούνι Έλληνες αγωνιστές από τα Βέρβενα και τα ξημερώματα άλλοι 400. Το πρωί της 13ης Μαΐου, οι Τούρκοι ξεκίνησαν νέα επίθεση, χρησιμοποιώντας πάλι τα κανόνια τους, ξανά χωρίς επιτυχία.

 

1854 – Οι Αγγλογάλλοι προχωρούν σε αποκλεισμό του Πειραιά και αργότερα σε κατοχή της Αθήνας και του Πειραιά έως τις 15 Φεβρουαρίου 1857, λόγω της επιμονής του βασιλιά Όθωνα να αναλάβει εκστρατεία για την απελευθέρωση της Θεσσαλίας. Τον Μάιο του 1854 Αγγλογάλλοι απέκλεισαν ναυτικά τον Πειραιά. Αργότερα έθεσαν υπό κατοχή την Αθήνα και τον Πειραιά, λόγω της επιμονής του βασιλιά Όθωνα να αναλάβει εκστρατεία για την απελευθέρωση της Θεσσαλίας από τους Τούρκους. Έτσι ο Όθων αναγκάστηκε να διακηρύξει την ουδετερότητα της Ελλάδας, να διατάξει την καταστολή των εξεγέρσεων και να πάψει την (δική του) κυβέρνηση Κριεζή. Κατ’ απαίτηση των Αγγλογάλλων διόρισε νέο πρωθυπουργό τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο.
Ο Μαυροκορδάτος, πρόσωπο εμπιστοσύνης της αγγλικής διπλωματίας, επελέχθη από τις «Προστάτιδες Δυνάμεις» του Ελληνικού Βασιλείου, να αντικαταστήσει την σφόδρα Οθωνική «κυβέρνηση Κριεζή», προκειμένου να εξασφαλίσει την υπακοή της κυβέρνησης στις θελήσεις των Μεγάλων Δυνάμεων. Η Κυβέρνηση Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου (Μάιος 1854 – Σεπτέμβριος 1855) – γνωστή και ως Υπουργείον Κατοχής κυβέρνησε την Ελλάδα, την περίοδο του ναυτικού αποκλεισμού του Πειραιά από τα πολεμικά πλοία των Γάλλων και την κατοχή της πρωτεύουσας από Γάλλους στρατιώτες που επέβαλαν την ουδετερότητα της χώρας. Αυτή τη περίοδο εξομαλύνθηκαν και οι σχέσεις με την Οθωμανική Αυτοκρατορία, και υπογράφηκε μάλιστα και η πρώτη συνθήκη μεταξύ των δύο κρατών. Οι Άγγλοι και οι Γάλλοι εμπόδιζαν έτσι την κυβέρνηση του Όθωνα που ήθελε να εκμεταλλευτεί τον ΡωσοΤουρκικό πόλεμο και να επιτεθεί στην Τουρκία. Αυτή η κατοχή έληξε στις 15 Φεβρουαρίου 1857.

 

1902 – Ιδρύεται στον Πειραιά από τον Νικόλαο και τον Ανδρέα Χατζηκυριάκο το πρώτο ελληνικό τσιμεντοποιείο, που ονομάζεται TITAN. Η πρώτη μονάδα παραγωγής εγκαθίσταται στην Ελευσίνα. Το 1902 ο Ανδρέας Χατζηκυριάκος, ο Νικόλαος Κανελλόπουλος, ο Λεόντιος Οικονομίδης και ο Αλέξανδρος Ζαχαρίου ένωσαν τις δυνάμεις τους και τα κεφάλαιά τους προκειμένου να ιδρύσουν την εταιρεία «Χατζηκυριάκος, Ζαχαρίου και Σία», ενώ ως εμπορικό σήμα του πρώτου ελληνικού τσιμεντοποιείου προκρίθηκε η λέξη «Τιτάν». Και αυτό γιατί γράφεται και στην ελληνική και στη λατινική γλώσσα με τα ίδια γράμματα – κάτι που έδειχνε εξαρχής τη φιλοδοξία να καταστεί η εταιρεία μια εξαγωγική δύναμη.
Η έδρα της εταιρείας ήταν στον Πειραιά, αλλά το εργοστάσιο εγκαταστάθηκε στην Ελευσίνα, αφού οι πρώτες ύλες (νερό, άμμος, χαλίκια) για την παραγωγή τσιμέντου υπήρχαν εκεί διαθέσιμες σε αφθονία. Το υλικό ήταν σχεδόν άγνωστο στην Ελλάδα εκείνη την εποχή και όλες οι κατασκευές βασίζονταν στην πέτρα, το ξύλο και τους πλίνθους. Οι ιδρυτές του Τιτάνα πίστευαν ότι υπήρχαν μεγάλα περιθώρια κέρδους από την εισαγωγή αυτού του νέου υλικού με τα πολλά πλεονεκτήματα. Αλίμονο, όμως. Η αρχή δεν ήταν καθόλου εύκολη. Παρά τις προσπάθειες του Χατζηκυριάκου και των άλλων τεχνικών της εποχής, το κοινό δεν εμπιστευόταν ακόμα τη νέα οικοδομική ύλη. Και τότε αποφασίστηκε η εξαγωγή τσιμέντου στο εξωτερικό. Για να γίνει αυτό, το κράτος βοήθησε απαλλάσσοντας την εταιρεία από την πληρωμή λιμενικού φόρου του εξαγόμενου τσιμέντου. Η συνέχεια ήταν εντυπωσιακή. Η πρόοδος του Τιτάνα υπήρξε ταχύτατη. Το εργοστάσιο είχε ιδρυθεί με δυνατότητα παραγωγή 20.000 τόνων ετησίως, γρήγορα ωστόσο η ζήτηση ξεπέρασε κατά πολύ την προσφορά και κατέστη απαραίτητη η επέκταση των εγκαταστάσεων. Μέσα σε μία δεκαετία η εταιρεία είχε εισαχθεί στο Χρηματιστήριο Αθηνών και η παραγωγή είχε διπλασιαστεί για να καλύψει τις ανάγκες τόσο της εγχώριας αγοράς όσο και των πελατών από την Κωνσταντινούπολη, τη Σμύρνη και την Αλεξάνδρεια.

 

1930 – Ιδρύεται η Πυροσβεστική Υπηρεσία από την κυβέρνηση του Ελευθερίου Βενιζέλου. Στις 28 Οκτωβρίου 1854 ιδρύθηκε ο Λόχος Πυροσβεστών με δύναμη 92 ανδρών, με έδρα του το κτίριο, στον περίβολο της Παλιάς Βουλής, εκεί όπου σήμερα είναι το κτίριο του Ο.Τ.Ε. στην οδό Σταδίου. Η δύναμη του Λόχου Πυροσβεστών για τις ανάγκες της τότε, μικρής Αθήνας ήταν αρκετή, πλην όμως διέθετε πρωτόγονα μέσα και δεν ήταν δυνατό να καλύψει μ΄ αυτά τις μεγάλες ανάγκες πυρόσβεσης. Το 1861 καταργείται ο Λόχος και συγκροτείται ειδική Διλοχία Σκαπανέων και Πυροσβεστών, με προορισμό την εκτέλεση πυροσβεστικού έργου αλλά και διαφόρων έργων αρχιτεκτονικής και οδοποιίας. Στο Σώμα αυτό εναλλάσσονταν στα πυροσβεστικά καθήκοντα και αυτά των σκαπανέων, υπονομοποιών με αποτέλεσμα να μην υπάρχει εξειδίκευση σε πυροσβεστικές επιχειρήσεις. Με τη Διλοχία Σκαπανέων και Πυροσβεστών συνέπρατταν, σε περίπτωση πυρκαγιάς οι Διοικητικές Αρχές, το Φρουραρχείο και η Χωροφυλακή. Η Διλοχία αντιμετώπισε με επιτυχία τις πυρκαγιές στην Αθήνα, μέχρι την παραμονή των Χριστουγέννων του 1909 όπου μια μεγάλη και ανεξέλεγκτη πυρκαγιά καταστρέφει τα Ανάκτορα φανερώνοντας την αδυναμία και την ανεπάρκεια των μέσων που διέθετε για να την αντιμετωπίσει. Το 1910 καταργήθηκε ο Λόχος Πυροσβεστών της Διλοχίας Σκαπανέων και Πυροσβεστών και στη θέση του συστήθηκε η «Πυροσβεστική Μοίρα» από εθελοντές και κληρωτούς, τριετούς υποχρέωσης, αποτελώντας χωριστό στρατιωτικό τμήμα δύο λόχων με υπαγωγή απευθείας στις διαταγές του Υπουργείου των Στρατιωτικών.
Η Πυροσβεστική Μοίρα με αποκλειστικά πυροσβεστικά καθήκοντα, αντιμετώπισε με επιτυχία πολλές πυρκαγιές στην Αθήνα και τον Πειραιά, μέχρι τις 16 Αυγούστου, που κλήθηκε να επέμβει στη μεγάλη πυρκαγιά του Χημείου του Κράτους. Παρά τις υπεράνθρωπες προσπάθειες των πυροσβεστών, η Πυρ/κή Μοίρα πλήρωσε την ανεπάρκεια των μέσων πυρόσβεσης που διέθετε, με τρεις νεκρούς και πολλούς τραυματίες πυροσβέστες.
Το 1914 μέσα στην πολεμική ατμόσφαιρα που βρισκόταν ο τόπος, εξαιτίας του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου η Πυροσβεστική Μοίρα μετονομάστηκε σε Λόχο Πυροσβεστών χωρίς ν΄ αλλάξει τίποτε από την οργάνωση και τον εξοπλισμό της. Το 1923 έγινε προμήθεια 20 βενζινοκίνητων πυροσβεστικών αυτοκινήτων και ο Λόχος Πυροσβεστών αντιμετώπισε με επιτυχία πολλές πυρκαγιές, χωρίς όμως και πάλι να καλύψει συνολικά τις μεγάλες ανάγκες πυροπροστασίας και πυρόσβεσης. Στις 26 Απριλίου 1926 με Διάταγμα διαλύθηκε ο Λόχος Πυροσβεστών και σχηματίστηκε «Πυροσβεστικόν Σώμα», εντελώς ανεξάρτητο από το λοιπό Στράτευμα με ξεχωριστή Διοίκηση υπαγόμενο απευθείας στις διαταγές του Υπουργείου Στρατιωτικών. Ούτε όμως αυτός ο σχηματισμός απέδωσε, αφού οι μεγάλες πυρκαγιές που σημειώθηκαν τα επόμενα χρόνια ήταν τόσο καταστροφικές, ώστε ανησύχησαν σε μεγάλο βαθμό τις Ασφαλιστικές Εταιρείες, οι οποίες και έθεσαν αμέσως το θέμα αναδιοργάνωσης του Πυροσβεστικού Σώματος και υπαγωγής του σε άλλο Υπουργείο.
Στις 12 Μαΐου 1930 δημοσιεύτηκε ο Νόμος 4661 «περί διοργανώσεως Πυροσβεστικού Σώματος». Σύμφωνα με αυτόν, ιδρύεται το Πυροσβεστικό Σώμα ανεξάρτητο με δικούς του νόμους, με πλήρη αυτοδιοίκηση σε μορφή Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου και υπαγωγή στο Υπουργείο των Εσωτερικών. Για τη στελέχωσή του, τοποθετήθηκαν, μετατασσόμενοι από το Λόχο Πυροσβεστών, πενήντα έξι υπαξιωματικοί και πυροσβέστες, καθώς και έντεκα αξιωματικοί. Την ευθύνη της οργάνωσης του νέου Πυροσβεστικού Σώματος ανέλαβε, με απόφαση του ιδίου του Ελευθέριου Βενιζέλου και με τον τίτλο του Τεχνικού Επιθεωρητή, ο Αλκιβιάδης Κοκκινάκης, χημικός μηχανικός και πρώην Διοικητής της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας Πετρούπολης.

 

1947 – Εγκαινιάζεται το στρατόπεδο Μακρονήσου, το οποίο προορίζεται κυρίως για τον εγκλεισμό «ύποπτων στρατιωτικών». Στη Μακρόνησο, ένα άγονο νησί 15 τετραγωνικών χιλιομέτρων, ξεκίνησε η λειτουργία του στρατοπέδου συγκέντρωσης με εισήγηση του Γενικού Επιτελείου Στρατού προς το υπουργείο Στρατιωτικών στις 19 Φεβρουαρίου 1947. Στόχος ήταν να διατηρηθεί η μαχητική ικανότητα του κυβερνητικού Εθνικού Στρατού ο οποίος, κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου, πολεμούσε κατά του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας (ΔΣΕ). Στο αρχικό εισηγητικό σημείωμα που συντάχθηκε μετά τις εκλογές της 1ης Απριλίου 1946, αναφέρεται επί λέξει: «Αποφασίζεται ο περιορισμός των αριστερών στρατευσίμων εις ορισμένα στρατόπεδα δια να υποστούν αποτοξίνωσιν. Όλες οι στρατιωτικές μονάδες δέον όπως εκκαθαρισθούν από αριστερίζοντες ή υπόπτους αριστερισμού».
Αφού δόθηκε η σχετική έγκριση στις 3 Απριλίου, στάλθηκαν στην Μακρόνησο στις 7 Σεπτεμβρίου 1947, 1.100 μόνιμοι και έφεδροι αξιωματικοί του ΕΛΑΣ. Μέχρι τις αρχές του 1948 είχαν σταλεί και 15.000 οπλίτες οι οποίοι ήταν ύποπτοι για τα πολιτικά τους φρονήματα. Ακολούθησε, τον ίδιο χρόνο, η δημιουργία στρατοπέδου για πολίτες εξόριστους από άλλα νησιά όπως ο Άγιος Ευστράτιος, η Λήμνος και η Ικαρία. Ακολούθησε, από τις αρχές του 1949, η μεταφορά στο νησί και απλών πολιτών που συλλαμβάνονταν προληπτικά.
Μέχρι την άνοιξη του 1950 τη Μακρόνησο διοικούσε ο ταξίαρχος Γεώργιος Μπαϊρακτάρης. Μετά την ανάληψη της πρωθυπουργίας από τον Νικόλαο Πλαστήρα (Μάρτιος 1950), η κυβέρνηση τοποθέτησε ως διοικητή τον υποστράτηγο Παπαγιαννόπουλο και περιόρισε δραστικά τη λειτουργία των στρατοπέδων. Το καλοκαίρι του 1950, οι χιλιάδες πολιτικοί εξόριστοι μεταφέρθηκαν από τη Μακρόνησο στον Άγιο Ευστράτιο και το Τρίκερι. Κατά άλλη άποψη, μετά τις εκλογές του Μαρτίου 1950, η κυβέρνηση Πλαστήρα απέλυε χιλιάδες κρατουμένων και μετέφερε στη νήσο Αϊ-Στράτη όσους δεν είχαν υπογράψει δήλωση μετανοίας. Η Μακρόνησος μετατράπηκε σε στρατόπεδο σκληρής πειθαρχικής διαβίωσης αριστερών στρατιωτών, με στόχο πάλι την απόσπαση δηλώσεων μετανοίας. Τα τάγματα σκαπανέων διατηρήθηκαν έως και το 1955. Στη συνέχεια το στρατόπεδο μετονομάστηκε σε Στρατιωτικές Φυλακές Μακρονήσου για να καταργηθεί επισήμως το 1957.

 

Γεννήσεις

 

1820 – Φλόρενς Νάιτινγκεϊλ. Η Φλόρενς γεννήθηκε σε μια πλούσια βρετανική οικογένεια σε μια βίλα στην Φλωρεντία στην ιταλική επαρχία της Τοσκάνης, από την οποία έλαβε το όνομά της. Ήταν γόνος εύπορης αγγλικής οικογένειας που είχε εγκατασταθεί στην Φλωρεντία. Όταν γύρισε με τον πατέρα της στην Αγγλία, έκανε αξιόλογες σπουδές και έμαθε λατινικά και ελληνικά. Στα είκοσί της δήλωσε στους γονείς ότι επιθυμούσε να γίνει νοσηλεύτρια, αλλά εκείνοι της το αρνήθηκαν τονίζοντας ότι ένα τέτοιο επάγγελμα δεν άρμοζε στη δική τους κοινωνική τάξη. Όταν όμως έγινε τριάντα χρονών, η Φλόρενς αποφάσισε να μείνει ανύπαντρη και να σπουδάσει νοσηλευτική στο Κάιζερσβερτ, κοντά στον Ρήνο, αλλά και σε διάφορα νοσοκομεία της Αγγλίας και της Γαλλίας. Στην διάρκεια του Κριμαϊκού πολέμου (1854-1855) ανέλαβε τη θέση προϊσταμένης στο νοσοκομείο Κινγκς Κόλλετζ. Σε λίγο καιρό όμως αναχώρησε για το μέτωπο επικεφαλής 28 νοσηλευτριών, και μάλιστα, παρ’ όλες τις δυσκολίες, κατόρθωσε να αυξήσει τον αριθμό τους σε 100.
Εργαζόταν σε ένα νοσοκομείο στο Σκούταρι, κοντά στην Κωνσταντινούπολη, το οποίο στέγαζε 1.500 ασθενείς κάτω από πραγματικά απαίσιες συνθήκες. Το ποσοστό θνησιμότητας του νοσοκομείου είχε φτάσει το 42%, γιατί νοσηλεύονταν εκεί ασθενείς με βαριά περιστατικά από επιδημίες (τύφο, χολέρα, δυσεντερία κλπ.). Παρ’ όλα αυτά η Φλόρενς κατέβαλε υπεράνθρωπες προσπάθειες για να σώσει τους ασθενείς και έκανε ό,τι περνούσε από το χέρι της για να τους απαλύνει τον πόνο.
Η εικόνα της Νάιτινγκεϊλ να κυκλοφορεί ανάμεσα στα κρεβάτια των ασθενών τη νύχτα κρατώντας ένα φανάρι ήταν τόσο αντιπροσωπευτική της ευσυνειδησίας της και της ακούραστης προσπάθειάς της να ανακουφίσει τον πόνο των ασθενών που της χάρισε το προσωνύμιο «Η Κυρία με το Φανάρι». Όμως την εποχή που εργάζονταν στον Κριμαϊκό Πόλεμο είχε μείνει γνωστή με το προσωνύμιο «Η Κυρία με το Σφυρί» γιατί κάποτε που της είχαν αρνηθεί πρόσβαση σε μία κλειδωμένη φαρμακαποθήκη εκείνη, αντίθετα από ότι θα περίμενε κανείς από μία τρυφερή νοσηλεύτρια ευγενικής καταγωγής, πήρε ένα σφυρί και έσπασε την κλειδαριά. Μετά το τέλος του πολέμου επέστρεψε στην Αγγλία και αποσύρθηκε στην προσωπική της ζωή. Πέθανε στις 13 Αυγούστου 1910. Σήμερα στο Γουότερλου Πλέις στο Λονδίνο υπάρχει άγαλμά της που την δείχνει να κρατά το φανάρι με το οποίο έμεινε γνωστή.

 

1907 – Κάθριν Χέπμπορν (αγγλικά: Katharine Houghton Hepburn, 12 Μαΐου 1907 – 29 Ιουνίου 2003) ήταν Αμερικανίδα ηθοποιός του κινηματογράφου, της τηλεόρασης και του θεάτρου.
Ένας θρύλος της οθόνης, η Χέπμπορν, μέσα από την πολυετή καριέρα της (73 χρόνια) διατηρεί το ρεκόρ για τα περισσότερα Όσκαρ Α’ Γυναικείου Ρόλου, τέσσερα τον αριθμό, από δώδεκα υποψηφιότητες (η Μέριλ Στριπ κατέχει το ρεκόρ των περισσότερων υποψηφιοτήτων με δεκαεννέα). Η Χέπμπορν κέρδισε βραβείο Έμμυ τo 1976 για το ρόλο της στην τηλεταινία Love Among the Ruins (Αγάπη Ανάμεσα στα Ερείπια). Ήταν επίσης υποψήφια για τέσσερα ακόμα Emmy, δύο βραβεία Τόνι και εφτά Χρυσές Σφαίρες. Το 1999 το Αμερικανικό Ινστιτούτο Κινηματογράφου την αξιολόγησε πρώτη στη λίστα με τις καλύτερες γυναίκες ηθοποιούς όλων των εποχών.

 

1963 – Παναγιώτης Φασούλας (γεννήθηκε 12 Μαΐου 1963, Θεσσαλονίκη) είναι Έλληνας πολιτικός και πρώην διεθνής καλαθοσφαιριστής. Από τους κορυφαίους Ελληνες παίκτες όλων των εποχών, ήταν βασικό στέλεχος της Εθνικής ομάδας της Ελλάδας που κατέκτησε το Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα του 1987 και μέλος του FIBA Hall of Fame.
Γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη στις 12 Μαΐου του 1963 και υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους Έλληνες καλαθοσφαιριστές και ένας από τους κορυφαίους σέντερ της Ευρώπης. Η καταγωγή του είναι από τα Γρεβενά. Ο πατέρας του ήταν στρατιωτικός κι έτσι αναγκάστηκε πολλές φορές να αλλάξει τόπο διαμονής. Σπούδασε Διοίκηση Επιχειρήσεων και μπάσκετ στις Η.Π.Α., στη Βόρεια Καρολίνα (North Carolina State) και στο Τμήμα Γεωλογίας στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης.

Θάνατοι

 

1884 – Μπέντριχ Σμέτανα. Ο Σμέτανα ήταν γιος ζυθοποιού. Μελέτησε το πιάνο και το βιολί από νεαρή ηλικία, και έπαιξε σε ένα ερασιτεχνικό κουαρτέτο με άλλα μέλη της οικογένειάς του. Υπήρξε μαθητής σε γυμνάσιο του Πίλζεν το 1840-1843. Σπούδασε μουσική στην Πράγα, παρά την αρχική αντίδραση του πατέρα του. Εξασφάλισε μια θέση ως κύριος μουσικός σε μια ευγενή οικογένεια, και το 1848 έλαβε χρήματα από τον Φραντς Λιστ για να συνεχισει τις σπουδες του.
Το 1856, ο Σμέτανα κινήθηκε προς το Γκέτεμποργκ της Σουηδίας, όπου δίδαξε και διεύθυνε. Το 1863, γύρισε πίσω στην Πράγα, άνοιξε ένα νέο σχολείο μουσικής και αφιερώθηκε στην προώθηση της τσεχικής μουσικής. Από το 1875 έζησε στο μικρό χωριό Jabkenice. Το 1883 ο Σμέτανα εμφάνισε σταδιακή επιδείνωση της ψυχικής του υγείας, και οι ψυχικές του διαταραχές τον οδήγησαν σε ψυχιατρείο στην Πράγα, όπου πέθανε το επόμενο έτος.
Ο Σμέτανα ήταν ο πρώτος συνθέτης που εγράψε μουσική σε συγκεκριμένα τσέχικα θέματα και χαρακτήρα. Πολλές από τις όπερές του είναι βασισμένες σε τσεχικούς μύθους, με πιο γνωστή την κωμωδία της ανταλλαγμένης νύφης (1866). Χρησιμοποίησε πολλούς τσεχικούς ρυθμούς χορού και οι μελωδίες του μερικές φορές μοιάζουν με τα λαϊκά τραγούδια της Τσεχίας. Άσκησε μεγάλη επιρροή στον Αντονίν Ντβόρζακ, ο οποίος χρησιμοποίησε επισης τσεχικά θέματα στα έργα του.
Κάθε χρόνο, στην επέτειο του θανάτου του, ξεκινάει το Διεθνές μουσικό φεστιβάλ της Πράγας.

 

1992 – Νίκος Γκάτσος. Ο Νίκος Γκάτσος γεννήθηκε στην Ασέα Αρκαδίας από τους αγρότες Γεώργιο Γκάτσο και Βασιλική Βασιλοπούλου. Σε ηλικία πέντε ετών έμεινε ορφανός από πατέρα, ο οποίος, από τους πρώτους μετανάστες στην Αμερική, πέθανε στο πλοίο και τον πέταξαν στην θάλασσα του Ατλαντικού Ωκεανού.
Τέλειωσε το Δημοτικό στην Ασέα και το Γυμνάσιο στην κοντινή Τρίπολη, όπου γνώρισε τα λογοτεχνικά βιβλία, τις μεθόδους αυτοδιδασκαλίας ξένων γλωσσών, το θέατρο και τον κινηματογράφο. Έτσι, όταν το 1930 μετέβη στην Αθήνα για να εγγραφεί στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών (διέκοψε μετά το δεύτερο έτος), ήξερε αρκετά καλά Αγγλικά και Γαλλικά, είχε μελετήσει τον Παλαμά, τον Σολωμό και το δημοτικό τραγούδι και παρακολουθούσε τις νεωτεριστικές τάσεις στην ποίηση της Ευρώπης.
Στην Αθήνα εγκαταστάθηκε με τη μητέρα του και την αδερφή του και άρχισε να έρχεται σε επαφή με τους λογοτεχνικούς κύκλους της εποχής. Πρωτοδημοσίευσε ποιήματά του, μικρά σε έκταση και με κλασικό ύφος, στα περιοδικά «Νέα Εστία» (1931-32) και «Ρυθμός» (1933). Την ίδια περίοδο δημοσίευσε κριτικά σημειώματα στα περιοδικά «Μακεδονικές Ημέρες», «Ρυθμός» και «Τα Νέα Γράμματα» (για τον Κωστή Μπαστιά, την Μυρτιώτισσα και τον Θράσο Καστανάκη αντίστοιχα), ενώ αργότερα συνεργάστηκε με τα «Καλλιτεχνικά Νέα» και τα «Φιλολογικά Χρονικά». Καθοριστική υπήρξε η γνωριμία του με τον Οδυσσέα Ελύτη το 1936. Συνδέθηκε με το ρεύμα του ελληνικού υπερρεαλισμού.
Το μοναδικό βιβλίο που εξέδωσε όσο ζούσε είναι η ποιητική σύνθεση «Αμοργός» (Αετός, 1943), η οποία θεωρείται κορυφαία δημιουργία του ελληνικού υπερρεαλισμού με επίδραση στους νεότερους ποιητές, σημαδεύοντας την σύγχρονη ελληνική ποίηση. Έκτοτε δημοσίευσε τρία ακόμη ποιήματα: το «Ελεγείο» (1946, περ. Φιλολογικά Χρονικά) και το «Ο ιππότης κι ο θάνατος» (1947, περ. Μικρό Τετράδιο), που από το 1969 και μετά περιέχονται στο βιβλίο «Αμοργός», και το «Τραγούδι του παλιού καιρού» (1963, περ. Ο Ταχυδρόμος), αφιερωμένο στον Γιώργο Σεφέρη.
Ο Γκάτσος ασχολήθηκε ιδιαίτερα με τη μετάφραση θεατρικών έργων, κυρίως για λογαριασμό του Εθνικού Θεάτρου, του Θεάτρου Τέχνης και του Λαϊκού Θεάτρου. Παράλληλα και για βιοποριστικούς λόγους συνεργάστηκε με την «Αγγλοελληνική Επιθεώρηση» ως μεταφραστής και με την Ελληνική Ραδιοφωνία ως μεταφραστής, διασκευαστής και ραδιοσκηνοθέτης.,
Η μεγάλη συνεισφορά του Γκάτσου, ωστόσο, είναι στο τραγούδι ως στιχουργού. Έφερε την ποίηση στον στίχο και κατάφερε να δώσει, κυρίως μέσω της συνεργασίας του με τον Μάνο Χατζιδάκι, τον κανόνα του ποιητικού τραγουδιού. Συνεργάστηκε, επίσης, με τον Μίκη Θεοδωράκη, τον Σταύρο Ξαρχάκο, τον Δήμο Μούτση, τον Λουκιανό Κηλαηδόνη, τον Χριστόδουλο Χάλαρη, καθώς και με νεώτερους συνθέτες.  Το σύνολο του στιχουργικού του έργου βρίσκεται συγκεντρωμένο στον τόμο «Όλα τα τραγούδια» (εκδ. Πατάκη, 1999). Ποιήματα και στίχοι του έχουν μεταφραστεί στα Αγγλικά, Γαλλικά, Δανέζικα, Ισπανικά, Ιταλικά, Καταλανικά, Κορεατικά, Σουηδικά, Τουρκικά, Φινλανδικά.
Το 1987 τιμήθηκε με το Βραβείο του Δήμου Αθηναίων για το σύνολο του έργου του, ενώ το 1991 του απονεμήθηκε ο τίτλος του Αντεπιστέλλοντος Μέλους της Βασιλικής Ακαδημίας Καλών Γραμμάτων της Βαρκελώνης για τη συμβολή του στη διάδοση της ισπανικής λογοτεχνίας στην Ελλάδα.

 

1994 – Ρόι Πλάνκετ, αμερικανός χημικός, που ανακάλυψε το τεφλόν. (Γεν. 26/6/1910) Οι πειραματισμοί, αλλά και η… απροσεξία του Αμερικανού Ρόι Πλάνκετ είχαν σαν αποτέλεσμα την ανακάλυψη του τεφλόν. Ο Πλάνκετ πειραματίζονταν το 1938 με εναλλακτικά αέρια για το ψυκτικό φρέον (για λογαριασμό της Dupont), όταν ξέχασε έξω ένα δείγμα για μια ολόκληρη νύχτα. Την επόμενη μέρα το αέριο είχε πάρει την μορφή ενός υπόλευκου κεριού. Θεώρησε καλό λοιπόν να ερευνήσει αυτό που είχε δημιουργηθεί ανακαλύπτοντας μια σειρά από χρήσιμες ιδιότητες του συγκεκριμένου υλικού. Ο Πλάνκετ ονόμασε την εφευρεση του τεφλόν, με την Dupont να βρίσκει μια πλειάδα εφαρμογών για το νέο προϊόν, από μαγειρικά σκεύη μέχρι και μόνωση καλωδίων. Ο Πλάνκετ από ένας απλός υπάλληλος έγινε διευθυντής του τμήματος ερευνών της εταιρίας για το φρέον μέχρι και τη συνταξιοδότησή του το 1975. Φυσικά η εταιρία πλούτισε με αυτή την παράξενη εφεύρεση.

 

 

Πηγές: Σαν σήμερα, el.wikipedia
Διαβάστε περισσότερα στην ενότητα Χρονολόγιο
με click πάνω στην κάρτα που ακολουθεί
ή στο Posted in Χρονολόγιο