1 Οκτωβρίου 2022

Κοιμήθηκαν πανίσχυροι και ξύπνησαν αουτσάιντερ

Κοιμήθηκαν πανίσχυροι και ξύπνησαν αουτσάιντερ:
Τα παθήματα των προηγούμενων πρωθυπουργών

  • του Σταύρου Χριστακόπουλου

Η εξέλιξη του σκανδάλου των υποκλοπών φέρνει μπροστά μας ένα στοιχείο που είχαμε τονίσει από την αρχή αυτής της υπόθεσης: μια καταφανή κρίση εμπιστοσύνης προς την κυβέρνηση, αλλά και μια σοβαρή αλλαγή των όρων του πολιτικού παιχνιδιού, στο οποίο πλέον το κύριο στοιχείο είναι η καταστροφή κάθε προοπτικής μετεκλογικής συνεργασίας μεταξύ της Ν.Δ. και του ΠΑΣΟΚ.

Το κυβερνών κόμμα εμφανίζεται, αυτή την ώρα, όχι μόνο μακριά από κάθε πιθανότητα αυτοδυναμίας, αλλά και με μοναδικό πιθανό σύμμαχο – εάν κερδίσει βεβαίως τις επόμενες εκλογές – την Ελληνική Λύση του Κυριάκου Βελόπουλου, η οποία ενισχύεται από ψήφο αντιεμβολιαστική και με έντονη φιλορωσική διάθεση. Δυο χαρακτηριστικά εντελώς διαφορετικά, αν όχι σε πλήρη αντίθεση, με βασικές αρχές της πολιτικής που έχει εφαρμόσει η κυβέρνηση της Ν.Δ.

Επιπλέον το σκάνδαλο των υποκλοπών έχει κινητοποιήσει αμέτρητα δημοσιεύματα από μεγάλα διεθνή ΜΜΕ, τα οποία κάνουν λόγο για «ελληνικό Γουότεργκεϊτ», «πρόβλημα δημοκρατίας» και άλλα πολλά, διόλου τιμητικά για την κυβέρνηση.

Αυτό είναι ένα ακόμη πλήγμα, το οποίο, σε συνδυασμό με την πολύ χαμηλή «βαθμολογία» της χώρας στους δείκτες ελευθερίας του Τύπου από τους Δημοσιογράφους Χωρίς Σύνορα, πληγώνει βαριά την εικόνα της κυβέρνησης στον έξω κόσμο.

Η εξέλιξη αυτή δεν είναι αμελητέα, αν συνυπολογίσουμε ότι η διεθνής εικόνα του Κυριάκου Μητσοτάκη υπήρξε – από την αρχή της προεδρίας του στη Ν.Δ., το 2016 – ένα σημαντικό όπλο, τόσο στην προσπάθειά του να κερδίσει τις προηγούμενες εκλογές συγκρινόμενος με τον Αλέξη Τσίπρα όσο και στη διεθνή εκστρατεία του ως πρωθυπουργού για την προώθηση των ελληνικών θέσεων σε μια σειρά μεγάλα θέματα της χώρας, όπως τα ελληνοτουρκικά.

Ακόμη χειρότερα, προκύπτει ελάχιστο καιρό μετά την κορυφαία του στιγμή σε αυτό το επίπεδο, που ήταν η ομιλία του στο αμερικανικό Κογκρέσο στις 17 Μαΐου. Μια ομιλία την οποία κάποιοι θυμήθηκαν, διατυπώνοντας τις επικρίσεις τους για το σκάνδαλο των υποκλοπών, ώστε να αντιπαραβάλουν διακηρύξεις και πρακτικές.

Προφανώς είναι πολύ νωρίς για να εκτιμήσει ή να προβλέψει κάποιος με ασφάλεια ποιες επιπτώσεις θα έχει το κλίμα αυτό στην εκλογική επίδοση του κυβερνώντος κόμματος όταν έρθει η ώρα να στηθούν οι (διαδοχικές) βουλευτικές κάλπες. Δεν είναι όμως καθόλου πρώιμη η διαπίστωση ότι η μέθη της απόλυτης και αδιαμφισβήτητης ισχύος του 2019 χαλάρωσε πολύ τα ανακλαστικά της κυβέρνησης και του Μητσοτάκη, ο οποίος τώρα ξυπνάει με πολύ δυνατό πονοκέφαλο από ένα κακό… χανγκόβερ.

Δεν είναι ο πρώτος που το παθαίνει, όπως θα δούμε διατρέχοντας την πολιτική Ιστορία της Μεταπολίτευσης. Πολλοί πριν απ’ αυτόν κοιμήθηκαν πανίσχυροι και ξύπνησαν αουτσάιντερ. Αυτό δηλαδή που κινδυνεύει να πάθει και ο σημερινός πρωθυπουργός, εάν υποτιμήσει την πραγματικότητα…

Ο «παντοδύναμος» Καραμανλής

Όταν ο Κωνσταντίνος Καραμανλής, στις 24 Ιουλίου 1974, επέστρεφε στην Ελλάδα με το προεδρικό αεροσκάφος του Ζισκάρ Ντ’ Εστέν και με τις ευλογίες ακόμη και προσωπικοτήτων της Αριστεράς για να επουλώσει τις βαθύτατες πληγές που είχαν ανοίξει στο σώμα του Ελληνισμού η επτάχρονη χούντα των συνταγματαρχών, η προδοσία της Κύπρου και η παράνομη τουρκική εισβολή και κατοχή του ενός τρίτου της μαρτυρικής μεγαλονήσου, η απόλυτη πολιτική κυριαρχία του θεωρούνταν αυτονόητη.

Εξίσου αυτονόητο θεωρούνταν το 54,37% για τη νεοϊδρυθείσα Ν.Δ. στις εκλογές Νοεμβρίου της ίδιας χρονιάς. Ο Καραμανλής ωστόσο δεν ήταν γραφτό να παραμείνει απόλυτος κυρίαρχος για πολύ, καθώς η προσγείωσή του στο 41,84% μόλις τρία χρόνια αργότερα και ο ταυτόχρονος σχεδόν διπλασιασμός του ποσοστού του ΠΑΣΟΚ του Ανδρέα Παπανδρέου από το 13,58% του 1974 στο 25,34% το 1977 έδιναν το προμήνυμα για τη μεγάλη ανατροπή του 1981.

Οι μεγάλες θεσμικές παρεμβάσεις του Καραμανλή (νομιμοποίηση της Αριστεράς, απαρχή της εθνικής συμφιλίωσης, είσοδος της Ελλάδας στην ΕΟΚ) δεν συμπληρώθηκαν με την ικανοποίηση του εκκρεμούς μεγάλου αιτήματος της εποχής για αναδιανομή εισοδήματος προς τις κατώτερες λαϊκές τάξεις και την είσοδο του «άλλου μισού» της χώρας στο πολιτικό προσκήνιο.

 

 

Επιπλέον, σε μια περίοδο άνθησης του πατριωτικού αισθήματος, η θέση του 1974 ότι «η Κύπρος κείται μακράν» διατηρούσε άσβεστη την ανάμνηση των Συμφωνιών Ζυρίχης και Λονδίνου, που είχαν αναγορεύσει την Τουρκία σε δύναμη εγγυήτρια της Κυπριακής Δημοκρατίας με δικαίωμα εισβολής.

Έτσι η βιαστική έξοδός του από τη διακυβέρνηση το 1980 με στόχο την προσυμφωνημένη μετάβασή του στην Προεδρία της Δημοκρατίας αποτέλεσε έναν διόλου θριαμβικό επίλογο στη δεύτερη πρωθυπουργική του θητεία. Η μνημειώδης παντοδυναμία του 1974 εξανεμίστηκε σε λιγότερα από έξι χρόνια.

Ο «πρωταγωνιστής» Ανδρέας

Η άνοδος του ΠΑΣΟΚ και του Ανδρέα Παπανδρέου στην εξουσία τον Οκτώβριο του 1981 με το εμβληματικό 48,07% προϊδέαζε για μια μακρά και αδιατάρακτη διακυβέρνηση, καθώς σηματοδοτούσε, μεταξύ πολλών άλλων, τη δυναμική είσοδο της πολυπληθούς μάζας των μικρομεσαίων στο προσκήνιο και την επαναφορά σε μια πιο σκληρή πατριωτική αντιμετώπιση της Τουρκίας.

 

 

Μόλις τέσσερα χρόνια αργότερα, το 1985, το ΠΑΣΟΚ κέρδισε πάλι τις εκλογές, ελαφρώς αποδυναμωμένο, με 45,82%, αλλά η κυριαρχία του ήταν σαφώς περιορισμένη, αφού το 12,19% της διαφοράς του 1981 από τη Ν.Δ. του Γεωργίου Ράλλη ψαλιδίστηκε στο «φτωχό» 4,97% έναντι της Ν.Δ. του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη.

Μάλιστα δεν είναι λίγοι αυτοί που πίστευαν και τότε πως η επικράτηση του ΠΑΣΟΚ δεν θα ήταν καθόλου βέβαιη, εάν δεν υπήρχε η αιφνιδιαστική εκπαραθύρωση του Καραμανλή από την Προεδρία της Δημοκρατίας για να τον διαδεχτεί ο Χρήστος Σαρτζετάκης.

Η δεύτερη τετραετία του ΠΑΣΟΚ ήταν ιδιαίτερα επίπονη, αφού σημαδεύτηκε από ένα σκληρό δημοσιονομικό πρόγραμμα προσαρμογής και από το σκάνδαλο Κοσκωτά που ξέσπασε το 1988 και οδήγησε τον Παπανδρέου στο Ειδικό Δικαστήριο, στο οποίο αθωώθηκε τον Ιανουάριο του 1992, αφού εν τω μεταξύ ο Μητσοτάκης τον είχε διαδεχτεί στη διακυβέρνηση.

Ο μεγάλος πρωταγωνιστής της δεκαετίας του 1980 δεν υπήρξε ποτέ τόσο κυρίαρχος όσο δείχνει το ότι κατάφερε να παραμείνει πρωθυπουργός συνολικά για 9 χρόνια και 11 μήνες.

Το… «διάλειμμα» Μητσοτάκη

Με τον αέρα των κατηγοριών κατά του ΠΑΣΟΚ και του Παπανδρέου για διαφθορά, τα πανιά του Μητσοτάκη φούσκωσαν αμέσως με αποτέλεσμα τον Ιούνιο του 1989 να πάρει στην κάλπη 44,28%, τον Νοέμβριο του ίδιου χρόνου 46,19% (παρά ταύτα αδυνατούσε να σχηματίσει κυβέρνηση εξαιτίας του περιώνυμου «Νόμου Κουτσόγιωργα») και τον Απρίλιο του 1990 να φτάσει το 46,89% και να κάνει κυβέρνηση μόνο χάρη στη… μετεγγραφή του μοναδικού βουλευτή της Δημοκρατικής Ανανέωσης Θεόδωρου Κατσίκη.

 

 

Η κυβέρνηση αυτή της Ν.Δ. διατηρήθηκε μόλις τριάμισι χρόνια. Ύστερα από ένα μπαράζ ιδιωτικοποιήσεων, συγκρούσεων με τους εργαζομένους, αναταραχών στην Παιδεία, επώδυνων παρεμβάσεων στο ασφαλιστικό, κατηγοριών για οικονομικά σκάνδαλα και μετά την πρώτη μεγάλη κρίση για το «Μακεδονικό», ο Μητσοτάκης (39,30%) έχασε με μεγάλη διαφορά τις εκλογές του 1993 από τον επανακάμψαντα – παρά τα μεγάλα προβλήματα υγείας – Παπανδρέου (46,88%) και παραιτήθηκε από την ηγεσία της Ν.Δ.

 

 

Ταχεία άνοδος, απότομη πτώση για τον άνθρωπο που κατάφερε να αναστηθεί πολιτικά ύστερα από την Αποστασία του 1965, αλλά όχι και να σταθεί στην εξουσία: είχε τη μικρότερη θητεία εκλεγμένου πρωθυπουργού κατά τη μεταπολιτευτική περίοδο πριν από τη χρεοκοπία του 2010. Το αρνητικό του ρεκόρ συνέτριψαν ο Γιώργος Παπανδρέου και ο άσπονδος εχθρός του Αντώνης Σαμαράς μια εικοσαετία αργότερα…

Ο «καταλληλότερος» Σημίτης

Ο μακροβιότερος πρωθυπουργός της μεταπολίτευσης ήταν ο Κωνσταντίνος Σημίτης. Ανέλαβε την πρωθυπουργία τον Ιανουάριο του 1996, ύστερα από την παραίτηση του ετοιμοθάνατου Ανδρέα Παπανδρέου, εξελέγη πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ έξι μήνες αργότερα και κέρδισε τις εκλογές του Σεπτεμβρίου της ίδιας χρονιάς (41,49% έναντι 38,12%) από τη Ν.Δ. του Μιλτιάδη Έβερτ.

 

 

Ήταν ο άνθρωπος που συνέδεσε τη θητεία του με τα λεγόμενα μεγάλα έργα υποδομής της χώρας (χάρη στα Κοινοτικά Πλαίσια Στήριξης), την προετοιμασία των Ολυμπιακών έργων, την είσοδο στην ΟΝΕ και στο ευρώ, την είσοδο της Κύπρου στην Ε.Ε.

Από την άλλη, οι μελανές στιγμές της πρωθυπουργίας του ήταν η διαχείριση της κρίσης των Ιμίων και η Συμφωνία της Μαδρίτης το 1996 και το 1997 αντίστοιχα, η παράδοση του Κούρδου ηγέτη Αμπντουλάχ Οτζαλάν στην Τουρκία, τα μεγάλα σκάνδαλα του Χρηματιστηρίου, του τρόπου ανάθεσης μεγάλων έργων και των προμηθειών των εξοπλιστικών προγραμμάτων, αλλά και τα ψευδή στοιχεία με τα οποία η Ελλάδα μπήκε στο ευρώ με δυσμενείς όρους που έβαλαν τη βάση για τη χρεοκοπία του 2010.

 

 

Κέρδισε στο νήμα τις εκλογές του 2000 (43,79% έναντι 42,74% της Ν.Δ. του Κώστα Καραμανλή) και τον Ιανουάριο του 2004 αναγκάστηκε να παραιτηθεί από την προεδρία του ΠΑΣΟΚ για να μην χρεωθεί την επερχόμενη βέβαιη εκλογική ήττα από τη Ν.Δ.

Διαφημίστηκε ως ο επί χρόνια «καταλληλότερος για πρωθυπουργός», σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις. Ήταν ο πρωθυπουργός με τη μεγαλύτερη στήριξη από τα ΜΜΕ της χώρας που είχε γνωρίσει ο τόπος μέχρι τότε, ο άνθρωπος τον οποίο προσκύνησαν σχεδόν ολόκληρο το επιχειρείν και η διανόηση της χώρας. Το πολιτικό του τέλος δεν ήταν σε καμιά περίπτωση αυτό που αναμενόταν…

Καραμανλής ο νεότερος

Ο Κώστας Καραμανλής, με όνομα «βαρύ σαν Ιστορία», είναι ο δεύτερος γόνος μεγάλης πολιτικής οικογένειας που το 2004 έγινε πρωθυπουργός ύστερα από τον Ανδρέα Παπανδρέου. Είχαν προηγηθεί η εκλογή του στην προεδρία της Ν.Δ. το 1997, μετά την ήττα του Έβερτ το 1996, και η οριακή εκλογική του ήττα στις εκλογές του 2000 από τον Σημίτη.

 

 

Πρωταγωνιστής του πολιτικού σκηνικού ήδη μια τριετία πριν να κυβερνήσει, αφού η κατάρρευση του ΠΑΣΟΚ εν μέσω σκανδάλων και απαξίωσης είχε αρχίσει από τότε, έμοιαζε να μην έχει αντίπαλο ούτε όταν ο Σημίτης παραχώρησε το δαχτυλίδι της διαδοχής στον Γιώργο Παπανδρέου.

Από νωρίς έδειξε ότι είναι σκληρός παίκτης στα εθνικά θέματα αρνούμενος να συμπράξει στην αποδοχή του Σχεδίου Ανάν για το Κυπριακό, προκαλώντας την (έκτοτε διαρκή) οργή των Αμερικανών – το τελικό άνευ σημασίας «ναι» το είπε για λόγους διπλωματικής εξομάλυνσης, αφού ο τότε Πρόεδρος της Κύπρου Τάσσος Παπαδόπουλος είχε εξασφαλίσει, με τη βοήθεια και του Καραμανλή, την περιφανή νίκη στο σχετικό κυπριακό δημοψήφισμα.

Ωστόσο η εσωτερική διακυβέρνηση ήταν γεμάτη από μαύρες τρύπες. Σκάνδαλα από την αρχή έως το τέλος της θητείας του («κουμπάροι», δομημένα ομόλογα, παραδικαστικό κύκλωμα, υποκλοπές με θύμα και τον ίδιο, σκάνδαλο Siemens), φονικές πυρκαγιές και άλλα πολλά. Η μεγαλύτερη μαύρη τρύπα ωστόσο ήταν ότι η κυβέρνησή του δεν έκανε σχεδόν τίποτε για να αποτρέψει τη χρεοκοπία, η οποία ερχόταν με ταχύτητα.

Ωστόσο ο Καραμανλής, αν και το 2017 επιβίωσε εκλογικά τόσο από τα σκάνδαλα όσο και από τις φονικές πυρκαγιές της ίδιας χρονιάς, έμελλε να πέσει το 2009 από τη δολοφονία Γρηγορόπουλου τον Δεκέμβριο του 2008, που έφερε τον εμπρησμό του κέντρου της Αθήνας από τους αντιεξουσιαστές σχεδόν χωρίς αντίσταση από το κράτος, και από το «σκάνδαλο του Βατοπεδίου», μια υπόθεση που τελικά μόνο σκάνδαλο δεν αποδείχθηκε, αφού ουδείς εκ των εμπλακέντων στις «ιερές ανταλλαγές» καταδικάστηκε.

Άλλος ένας παντοδύναμος που έφυγε τρέχοντας από την εξουσία, έχοντας υπερτιμήσει την αρχική δυναμική του. Τα έβαλε με τα θηρία (ΗΠΑ) και τον έφαγαν οι ρασοφόροι και οι αναρχικοί…

Το μνημόνιο του Γιώργου

Ο Γιώργος Παπανδρέου ήταν ο θριαμβευτής των εκλογών του Οκτωβρίου του 2009 με μια τεράστια διαφορά 10,45% από τον Καραμανλή (43,92% – 33,47%). Στην περίπτωσή του βέβαια από πολύ νωρίς είχαν αρχίσει οι διαρροές και οι «ομολογίες» στελεχών του περί έλευσης του ΔΝΤ στη χώρα. Τελικά στις 23 Απριλίου 2020, από το ακριτικό Καστελλόριζο, ο Παπανδρέου ανακοινώνει τη χρεοκοπία της χώρας.

 

 

Αρχικά ο ίδιος έλαβε αμέριστη στήριξη από το εγχώριο κατεστημένο, τα διεθνή ΜΜΕ και τις κυβερνήσεις των χωρών της Ευρώπης, αλλά σύντομα τα πράγματα πήραν την αντίστροφη πορεία. Η πρόθεσή του να διεξαγάγει δημοψήφισμα για το «κούρεμα» του χρέους και το δεύτερο μνημόνιο που θα το συνόδευε εξόργισε τους εταίρους, το σύνολο των ΜΜΕ που έως τότε τον στήριζαν, και ύστερα από ασφυκτική εγχώρια και διεθνή πίεση οδηγήθηκε στην πιο άδοξη έξοδο πρωθυπουργού στη μεταπολίτευση τον Νοέμβριο του 2011.

Από τον θρίαμβο στην απαξίωση μέσα σε μόλις δύο χρόνια.

Η διάψευση του Σαμαρά

Μετά τη σύντομη διακυβέρνηση του τεχνοκράτη Λουκά Παπαδήμου, ο οποίος επελέγη ως ο άνθρωπος που θα ηγείτο μιας μεταβατικής κυβέρνησης «ειδικού σκοπού και περιορισμένου χρόνου» για να κάνει ό,τι δεν ήθελε ο προκάτοχός του – αναδιάρθρωση χρέους και υπογραφή δευτέρου μνημονίου – ήταν η σειρά του Αντώνη Σαμαρά. Τον Μάιο του 2012 όχι μόνο απέτυχε να γίνει πρωθυπουργός, αλλά έφερε το χειρότερο αποτέλεσμα που είχε ποτέ το κόμμα του: 18,85%, με τον ΣΥΡΙΖΑ σε απόσταση αναπνοής, στο 16,78%.

Ο στόχος επετεύχθη τον επόμενο μήνα, όταν, με την πλήρη στήριξη ΜΜΕ και Ευρωπαίων, ανέβασε το ποσοστό του στο 29,66% και, σε συνεργασία με το ΠΑΣΟΚ του Ευάγγελου Βενιζέλου (12,28%), συγκρότησε κυβέρνηση που είχε διακηρυγμένο στόχο την, επιθυμητή από πολύ μεγάλο μέρος της κοινωνίας, «επαναδιαπραγμάτευση του μνημονίου». Τρεις μήνες αργότερα στο Βερολίνο, παρουσία της Άνγκελα Μέρκελ, ομολόγησε την αυταπάτη του και πήρε πάνω του την εκτέλεση του δεύτερου μνημονίου.

 

 

Ωστόσο ούτε αυτήν κατάφερε: άφησε το συντριπτικά μεγαλύτερο μέρος του ανεκτέλεστο, την ώρα όμως που η κοινωνία βίωνε τις δυσκολότερες στιγμές της λιτότητας. Όταν ήρθε η ώρα να ζητήσει στήριξη από τους Ευρωπαίους «για να μην έρθει ο Τσίπρας», οι κυνικοί Γερμανοί του απάντησαν κάτι σαν «ας περάσει ο επόμενος», βέβαιοι για την κατάληξη των φιλοδοξιών και του διαδόχου του.

Με θητεία μόλις δυόμισι χρόνων – εξαιτίας της πρόωρης εκλογής Προέδρου της Δημοκρατίας – ο Σαμαράς έγινε ένας ακόμη πρωθυπουργός που συγκέντρωσε πάνω του πολλές προσδοκίες, αλλά δεν κατάλαβε ποτέ τον παλμό μιας κοινωνίας η οποία εξακολουθούσε να αναζητεί τη διέξοδο που εκείνος δεν της έδωσε.

Ο… «άχαστος» Τσίπρας

Τον Ιανουάριο του 2015 ο Αλέξης Τσίπρας και ο ΣΥΡΙΖΑ έφτασαν το 36,34% αφήνοντας τον Σαμαρά στο 27,81% (διαφορά 8,53%). Έχοντας μόνο 149 έδρες αναζήτησε κυβερνητικό εταίρο στους Ανεξάρτητους Έλληνες και τον Πάνο Καμμένο. Ο Τσίπρας, έχοντας ήδη κερδίσει δύο εκλογές (είχαν προηγηθεί οι ευρωεκλογές του 2014) και έχοντας εκτοξεύσει το κόμμα του από το 4,60% του 2009 στο 36,34%, ήταν ο νέος κυρίαρχος του πολιτικού σκηνικού.

 

 

Κουβαλώντας την υπόσχεση για «σκίσιμο του μνημονίου» και για κατάργησή του «με έναν νόμο κι ένα άρθρο», ο Τσίπρας αποπειράθηκε να διαπραγματευτεί μες στους άτεγκτους Ευρωπαίους κάτι καλύτερο απ’ αυτό που είχε μπροστά του. Τα capital controls, ο αποκλεισμός από τις αγορές και η έξοδος από το ευρώ συνέθεσαν τον τέλειο εφιάλτη που τον ανάγκασε τον Ιούλιο σε έναν οδυνηρό – για τον ίδιο και την κοινωνία – συμβιβασμό, ο οποίος έφερε ένα ακόμη μνημόνιο και την αποχώρηση μεγάλου μέρους των στελεχών και των βουλευτών του.

Οι εκλογές του Σεπτεμβρίου της ίδιας χρονιάς ήταν μονόδρομος. Παρά την ήττα του Ιουλίου και όσα την ακολούθησαν, κέρδισε και αυτές με 35,46%, αφήνοντας αρκετά πίσω του με 28,09% τον Σαμαρά, οδηγώντας τον στην παραίτηση και συγκροτώντας εκ νέου κυβέρνηση με τους ΑΝΕΛΛ του Καμμένου.

Αποφασισμένος να ολοκληρώσει την εφαρμογή του μνημονίου και ταυτοχρόνως να φτιάξει μια πιο σταθερή σχέση με τα χαμηλότερα κοινωνικά στρώματα μέσω της διαρκούς παροχής επιδομάτων, επέφερε ένα συντριπτικό πλήγμα στη μεσαία τάξη μέσω της τρομακτικής αύξησης των φόρων και των ασφαλιστικών εισφορών.

Το αποτέλεσμα ήταν να βρεθεί πίσω στις δημοσκοπήσεις ήδη από την άνοιξη του 2016 και έκτοτε να μην ανακάμψει μέχρι το τέλος της θητείας του. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης ήταν από πολύ νωρίς ο βέβαιος νικητής των επόμενων εκλογών, που τελικά έγιναν στις 7 Ιουλίου 2019, τις οποίες πήρε με το εμφατικό 39,85% αφήνοντας τον ΣΥΡΙΖΑ στο 31,53%. Είχε προηγηθεί μια πολύ πιο ηχηρή ήττα του Τσίπρα στις ευρωεκλογές του Μαΐου της ίδιας χρονιάς, στις οποίες έλαβε μόλις 23,75% με τον Μητσοτάκη στο 33,12% (διαφορά 9,37%).

Ο αρχικά «άχαστος» Τσίπρας, παρότι έδειξε μεγάλη αντοχή, υπέκυψε στην κοινωνική πραγματικότητα, την οποία ο ίδιος και τα στελέχη του υποτίμησαν όπως τόσοι και τόσοι άλλοι πριν απ’ αυτόν…

 

Πηγή

AgrinioStories