Η ώρα της Δικαιοσύνης και η ώρα του Λαού | Η περίπτωση του Αγρινίου


...

| Λευτέρης Τηλιγάδας |

Η ώρα της Δικαιοσύνης και η ώρα του Λαού
Η περίπτωση του Αγρινίου

| «Υποθέσεις εκδικάζονται παρά λαϊκών δικαστών
κατά το σύστημα το επικρατήσαν κατά την εποχήν της κατοχής
εις τας ανταρτοκρατουμένας περιοχάς.»

(Εφ. ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ, 8.11.1944, σελ. 2) |


Το φθινόπωρο του 1944, ενώ οι Γερμανοί αποχωρούσαν και η χώρα ξανάβρισκε την αναπνοή της, δύο διαφορετικές Ελλάδες αναδύονταν μέσα από τα ερείπια. Η μία ήταν η επίσημη, κυβερνητική Ελλάδα του Λονδίνου και του Καΐρου, που επέστρεφε με τη σφραγίδα των Συμμάχων και την προστασία της βρετανικής ξιφολόγχης. Η άλλη, η πιο ζωντανή, ήταν η Ελλάδα της Αντίστασης, η Ελλάδα που είχε ζήσει δύο χρόνια ελευθερίας στα βουνά, με δικά της όργανα λαϊκής αυτοδιοίκησης, λαϊκά δικαστήρια, σχολεία και θεσμούς.

Το ρεπορτάζ της Ελευθερίας (8.11.1944), που δημοσιεύσαμε στη στήλη Ημερολόγιο Αγρινίου και το οποίο μπορείτε να δείτε ΕΔΩ, αποτυπώνει ακριβώς τη στιγμή που αυτές οι δύο πραγματικότητες συγκρούονται στο πεδίο της Δικαιοσύνης. Ο υπουργός Αβραάμ, αγωνιώντας για την «παρεμπόδισιν του έργου της δικαιοσύνης», ενημερώνει τον Παπανδρέου ότι «ανεύθυνα πρόσωπα» —δηλαδή οι λαϊκές επιτροπές και τα ΕΑΜικά όργανα— συλλαμβάνουν, δικάζουν, απονέμουν δίκαιο. Αλλά για τον κόσμο που είχε ζήσει την Αντίσταση, οι δικαστές αυτοί δεν ήταν «ανεύθυνοι»· ήταν οι μόνοι υπεύθυνοι που είχαν μείνει όρθιοι μέσα στην Κατοχή, όταν οι διορισμένοι δικαστικοί του κράτους είχαν ορκιστεί στους κατακτητές ή είχαν σιωπήσει μπροστά στην πείνα και τα εκτελεστικά αποσπάσματα.

Η κυβέρνηση Παπανδρέου, προσπαθώντας να αποκαταστήσει τη «νομιμότητα», δεν αντιλαμβανόταν ότι η νομιμότητα είχε ήδη αλλάξει χέρια. Ο λαός είχε νομοθετήσει για τον εαυτό του, είχε στήσει δήμους, λαϊκά συμβούλια, πολιτοφυλακές και σχολεία. Αυτή ήταν η πιο προχωρημένη μορφή λαϊκής κυριαρχίας που γνώρισε ποτέ η νεότερη Ελλάδα. Και δεν ήταν θεωρία, ήταν η πράξη μιας εφαρμοσμένης δημοκρατίας στα χωριά και τις γειτονιές των πόλεων, όταν οι πολιτικοί της χώρας μάθαιναν τα νέα της Ελλάδας από το ραδιόφωνο στο Κάιρο και την Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου.

Στην Πελοπόννησο, στα Επτάνησα και στη Στερεά Ελλάδα, το ΕΑΜικό δίκτυο λαϊκής δικαιοσύνης λειτουργούσε ήδη με συνέπεια. Μία τέτοια περίπτωση ήταν κι αυτή της πόλης του Αγρινίου, η οποία από τις 29 Οκτωβρίου του 1944, διοικήθηκε από εκλεγμένο Δημοτικό Συμβούλιο, σύμφωνα με τον Κώδικα Λαϊκής Αυτοδιοίκησης του ΕΑΜ, έναν κώδικα, ένα θεσμικό οικοδόμημα που προέβλεπε άμεση εκλογή, ανακλητότητα των αντιπροσώπων, συμμετοχή των εργατικών και αγροτικών οργανώσεων. Ο δήμος Αγρινίου εκείνης της περιόδου ήταν μια πρώτη αυθεντική μετακατοχική αυτοδιοικητική αρχή της χώρας, λειτουργική, οργανωμένη και κοινωνικά και πολιτικά νομιμοποιημένη.

Στις γειτονιές και στο δημαρχείο του Αγρινίου, η λαϊκή κυριαρχία απέκτησε χειροπιαστή μορφή: οι συνελεύσεις αποφάσιζαν για τη διανομή τροφίμων, τη λειτουργία των σχολείων, τη στήριξη των φτωχών, την απονομή δικαιοσύνης από τους ίδιους τους πολίτες. Οι άνθρωποι που επί τρία χρόνια πολεμούσαν στα βουνά και στις πόλεις, τώρα διοικούσαν τον τόπο τους, όχι στο όνομα κάποιου κόμματος ή αρχηγού, αλλά στο όνομα της ίδιας της Αντίστασης.

Αυτή η εμπειρία δεν μπορούσε να χωρέσει στο σχήμα μιας αστικής κυβέρνησης που επέστρεφε από την εξορία, χωρίς λαϊκή ρίζα. Ο Παπανδρέου, παρά τη ρητορική του περί «εθνικής ενότητας», εκλήθη να κυβερνήσει έναν λαό που είχε ήδη αυτοκυβερνηθεί. Και τούτο υπήρξε το πραγματικό πολιτικό υπόστρωμα των Δεκεμβριανών: η σύγκρουση ανάμεσα στην κοινωνική νομιμότητα που είχε δημιουργηθεί μέσα στην Αντίσταση και στην κρατική νομιμότητα που επιχειρούσε να επανέλθει με τα όπλα. Η φράση του ρεπορτάζ: «υποθέσεις εκδικάζονται παρά λαϊκών δικαστών κατά το σύστημα το επικρατήσαν κατά την εποχήν της κατοχής», δεν είναι μόνο μια θεσμική καταγγελία, είναι ταυτόχρονα αναγνώριση μιας άλλης εξουσίας που είχε πια αποκτήσει κοινωνικό βάθος και η προσπάθεια να «αποκατασταθή αμέσως η λειτουργία των Πρωτοδικείων» δεν ήταν μια απλή διοικητική πράξη· ήταν πολιτική αντεπίθεση.

Από εκεί ξεκινά και ο δρόμος προς τον Δεκέμβρη. Γιατί το πραγματικό διακύβευμα δεν ήταν η συμμετοχή του ΕΑΜ στην κυβέρνηση, αλλά ποιος θα απονέμει δικαιοσύνη, ποιος θα διοικεί, ποιος θα ορίζει το νόμο. Και το Αγρίνιο, όπως και δεκάδες άλλες πόλεις της υπαίθρου, είχε ήδη απαντήσει: ο λαός. Όμως αυτή η απάντηση δεν μπορούσε να γίνει αποδεκτή. Όπως η κυβέρνηση επέβαλε την «αποκατάσταση» των Πρωτοδικείων, έτσι και οι Βρετανοί επέβαλαν, λίγες εβδομάδες αργότερα, την αποκατάσταση της κρατικής βίας. Οι Δεκεμβριανές μάχες της Αθήνας δεν ήταν παρά η στρατιωτική συνέπεια μιας πολιτικής ήττας: της αδυναμίας του επίσημου κράτους να συνυπάρξει με τη λαϊκή εξουσία. Κι όμως, πίσω από τα χαλάσματα του Δεκέμβρη, το πείραμα του Αγρινίου έμεινε σαν σπόρος μιας ανεκπλήρωτης δημοκρατίας. Για λίγους μήνες, μια πόλη της Δυτικής Ελλάδας έδειξε πως ο λαός μπορεί να αυτοκυβερνηθεί χωρίς τους παλιούς μηχανισμούς εξάρτησης και χωρίς «κηδεμόνες».

Η σκηνή του τέλους είναι χαρακτηριστική: στο τέλος του Μάρτη του 1945, ένας Άγγλος λοχίας εισέβαλε στο γραφείο του εκλεγμένου δημάρχου Αγρινίου, Θανάση Κακογιάννη και με το όπλο του —ένα τόμσον στραμμένο στο πρόσωπο του δημάρχου— τον διέταξε να εγκαταλείψει αμέσως το γραφείο του. Δεν υπήρχε απόφαση, δεν υπήρχε δικαστικό ένταλμα. Υπήρχε μονάχα η ωμή εξουσία της ξένης επέμβασης που ήρθε να βάλει τέλος σε ένα πείραμα λαϊκής κυριαρχίας. Αυτή η σκηνή, μικρή και αποσιωπημένη στα μεγάλα χρονικά της Ιστορίας, συνοψίζει ολόκληρη την πολιτική ουσία της εποχής: ο ένοπλος εκπρόσωπος της «νομιμότητας» διατάζει τον εκλεγμένο εκπρόσωπο του λαού να φύγει.

Εκεί, μέσα στο γραφείο του δημάρχου του Αγρινίου, τελείωσε όχι μόνο ένα τοπικό πείραμα αυτοδιοίκησης, αλλά και η πιο αυθεντική μορφή δημοκρατίας που είχε γεννήσει η Αντίσταση. Από εκείνη τη στιγμή, η Ελλάδα μπήκε οριστικά στην εποχή του Ψυχρού Πολέμου, με τη δημοκρατία να εξορίζεται —όπως και οι άνθρωποί της— στα βουνά, στις φυλακές και στα νησιά.

Φωτογραφία: Ο Θανάσης Κακογιάννης,
εθνοσύμβουλος στους Κορυσχάδες (τρίτος όρθιος από αριστερά)
——————————————————————————————————-
Η μνήμη είναι μια δυνατότητα για να διευρύνουμε το μέλλον

και όχι για  να το συρρικνώσουμε στο ήδη ξεπερασμένο παρελθόν