Γέγονε την 7η Σεπτεμβρίου


...

Ο γέγονε… Γέγονε |


Γεγονότα

 

413 π.Χ. – Οι Συρακούσιοι, υπό τον Σπαρτιάτη Γύλιππο, καταναυμαχούν τον Αθηναϊκό Στόλο, κοντά στο λιμάνι των Συρακουσών. Την άνοιξη του 413 π.Χ., ο Γύλιππος επέστρεψε στις Συρακούσες με στρατιώτες από τις συμμαχικές πόλεις, δίνοντας νέα πνοή στην πόλη. Με τη στήριξη του Ερμοκράτη, προετοίμασε τους Συρακούσιους για αιφνιδιαστική επίθεση στον αθηναϊκό στόλο.

Οι Συρακούσιοι κινήθηκαν ταυτόχρονα από τον Μεγάλο και τον Μικρό Λιμένα με δύο στόλους 35 και 45 πλοίων, ενώ οι Αθηναίοι αντιτάχθηκαν με 60 πλοία. Η ναυμαχία ξεκίνησε σφοδρή και για αρκετή ώρα παρέμεινε ισόπαλη. Ο Γύλιππος εκμεταλλεύτηκε την απασχόληση της φρουράς του ακρωτηρίου Πλημμύριον και κατέλαβε τα τρία αθηναϊκά οχυρά, οδηγώντας τους Αθηναίους σε πλήγμα: έχασαν προμήθειες και εξαρτήσεις 40 πλοίων, ενώ οι Συρακούσιοι κατέλαβαν τρεις τριήρεις που είχαν μείνει στην ακτή.

Παρά την επιτυχία στο έδαφος, ο στόλος των Συρακουσίων υπέστη απώλειες, χάνοντας 11 πλοία και καταστρέφοντας μόλις 3 αθηναϊκά. Αμέσως μετά, ένα πλοίο στάλθηκε στην Πελοπόννησο για αναφορά, ενώ 11 άλλα επιτέθηκαν σε σκάφη που μετέφεραν ξυλεία για τους Αθηναίους.

Οι Συρακούσιοι συνέχισαν την επιθετική δράση: έφθασαν στους Λοκρούς, ενώθηκαν με Θεσπιείς οπλίτες και αντιμετώπισαν επίθεση 20 αθηναϊκών πλοίων στα Υβλαία, χάνoντας μόνο ένα πλοίο. Στον Μεγάλο Λιμένα, ενίσχυσαν πασσαλοφράγματα για προστασία και απώθησαν τις επιθέσεις των Αθηναίων.

Παράλληλα, πρέσβεις των Συρακουσίων επισκέφθηκαν τις σικελικές πόλεις, ζητώντας ενισχύσεις και μεταδίδοντας πως η ήττα στη θάλασσα οφειλόταν σε αταξία και όχι στην ανωτερότητα των Αθηναίων. Με την αποτυχία αυτή, η προσπάθεια των Αθηναίων να ελέγξουν τη Σικελία κατέληξε σε ολοκληρωτική καταστροφή.

 

 

1833 – Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης και ο Δημήτριος Πλαπούτας συλλαμβάνονται και φυλακίζονται στο Παλαμήδι από τη Βαυαρική Ανιβασιλεία, με την κατηγορία της εσχάτης προδοσίας.

Τα ξημερώματα της 7ης Σεπτεμβρίου 1833 συλλαμβάνονται από το μοίραρχο Κλέωπα οι ήρωες της Ελληνικής Επανάστασης του 1821 Θεόδωρος Κολοκοτρώνης και Δημήτριος Πλαπούτας με την κατηγορία ότι επιβουλεύονταν το Βασιλιά Όθωνα και συνωμοτούσαν για τη διενέργεια επανάστασης κατά του καθεστώτος.

Οι δύο συλληφθέντες δεν προέβαλαν καμία αντίσταση και οδηγήθηκαν στις φυλακές του Παλαμηδιού. Στις φυλακές του Παλαμηδιού θα κρατηθούν για έξι μήνες και θα παραπεμφθούν σε δίκη, για συνωμοσία εναντίον του βασιλιά Όθωνα, στις 30 Απριλίου 1834. Πρόεδρος του Δικαστηρίου ήταν ο Πολυζωίδης και δικαστές οι Τερτσέτης, Σούτσος, Βούλγαρης και Φραγκούλης. Εισαγγελέας ήταν ο Σκωτσέζος Μάσσων. Πλήθος κόσμου συγκεντρώθηκε κατά τη διάρκεια της δίκης για να υποστηρίξει τους κατηγορουμένους. Οι δύο αγωνιστές αρνήθηκαν το κατηγορητήριο και στη συνέχεια ακολούθησαν οι μάρτυρες κατηγορίας. Ο εισαγγελέας στην αγόρευσή του ζήτησε την καταδίκη των δύο ηρώων.

Το δικαστήριο μετά από τέσσερις ώρες αποφάσισε με 3 ψήφους υπέρ και 2 κατά (μειοψήφησαν οι Πολυζωίδης και Τερτσέτης) την καταδίκη σε θάνατο του Κολοκοτρώνη και του Πλαπούτα με εκτέλεση στη λαιμητόμο, εντός 24ων ωρών. Στις δύο πλευρές της μαρμάρινης εισόδου του Δικαστικού Μεγάρου Τριπόλεως έχουν τοποθετηθεί τα αγάλματα των δύο ιστορικών δικαστών, του Αναστάσιου Πολυζωίδη (1802-1873) και του Ζακυνθινού Γεώργιου Τερτσέτη (1800-1874) που είχαν αρνηθεί να καταδικάσουν τον Κολοκοτρώνη, τον Πλαπούτα. Στο άκουσμά της ποινής το ακροατήριο έμεινε άναυδο.

Φυσικά μία τέτοια απόφαση προκάλεσε σάλο, ενώ λίγο αργότερα η βαυαρική αντιβασιλεία υποχρεώθηκε να μετατρέψει την ποινή σε κάθειρξη. Το 1835, όταν ο Όθωνας θα αναλάβει και επισήμως την εξουσία, θα υπογράψει την αποφυλάκιση των δύο ηρώων της Επανάστασης του 1821. «Μ’ έβαλαν έξι μήνες μυστική φυλακή, χωρίς να δω άνθρωπο εκτός του δεσμοφύλακα. Δεν ήξερα τι γίνεται για έξι μήνες, ούτε ποιος ζει, ούτε ποιος πέθανε, ούτε ποιόν [άλλον] έχουν στη φυλακή. Για τρεις μέρες δεν ήξερα πως υπάρχω, μου φαινόταν σαν όνειρο. Ρωτούσα τον εαυτό μου αν ήμουν εγώ ο ίδιος ή άλλος κανένας. Δεν ήξερα γιατί μ’ έχουν κλεισμένο. Με τον καιρό μου πέρασε απ’ το νου, πως ίσως η Κυβέρνηση, βλέποντας την υπόληψη που ‘χε ο λαός προς εμένα, με φυλάκισε για να μου κόψει την επιρροή. Ποτέ δεν πίστεψα πως θα φτάσουν σε τέτοιο σημείο να φτιάξουν ψευδομάρτυρες», είχε αναφέρει τότε ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης.

 

1912 – Οι Σάμιοι υπό τον Θεμιστοκλή Σοφούλη κηρύσσουν επανάσταση, επιδιώκοντας την αυτοδιάθεση του νησιού και την ένωσή του με το Βασίλειο της Ελλάδος.

Γιος του έμπορου και μετέπειτα πολιτικού Παναγιώτη Σοφούλη, αναμείχθηκε με την πολιτική για πρώτη φορά το 1900, όταν ως αρχηγός του Κόμματος των Προοδευτικών, μιας παράταξης με νέες εθνικές και προοδευτικές ιδέες, εκλέχθηκε «πληρεξούσιος» (δηλ. βουλευτής) της πρωτεύουσας της Σάμου στην Εθνοσυνέλευση των Σαμίων. Η Σάμος εκείνη την εποχή ανήκε μεν στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, αλλά τελούσε υπό ημιαυτόνομο καθεστώς με ορθόδοξο ηγεμόνα, τον οποίο διόριζε η Υψηλή Πύλη. Το άλλο σαμιώτικο κόμμα, οι «Χατζηγιαννικοί» (ονομάζονταν έτσι επειδή είχαν για ηγέτη τους τον Ιωάννη Χατζηγιάννη, πολιτευτή από το Καρλόβασι), ήταν αντίθετο στην ένωση της Σάμου με την Ελλάδα. Έτσι, όταν ο Σοφούλης εκλέχθηκε πρόεδρος της Εθνοσυνέλευσης (δηλ. πρωθυπουργός) των Σαμίων το 1902, οι Χατζηγιαννικοί κατηγόρησαν τους Προοδευτικούς του Σοφούλη ότι «από του έτους 1902 εκπροσωπούσιν εν Σάμω την ενωτικήν ιδέαν και προς τελεσφόρησιν του σκοπού τούτου εργάζονται πάντες εν κοινή μετά της Κυβερνήσεως της Ελλάδος συνεννοήσει».

Η σύγκρουση Χατζηγιαννικών–Προοδευτικών πήρε μεγάλες διαστάσεις τον Μάιο του 1908, όταν ο ηγεμόνας Ανδρέας Κοπάσης έφερε οθωμανικό στρατό στη Σάμο, παραβιάζοντας τα προνόμια του νησιού. Ακολούθησαν συμπλοκές με νεκρούς στην περιοχή της πρωτεύουσας, για τις οποίες ο Σοφούλης και οι στενοί συνεργάτες του κρίθηκαν ένοχοι και καταδικάσθηκαν ερήμην σε θάνατο από το Κακουργοδικείο της Σάμου. Για να αποφύγει τη σύλληψη, ο Σοφούλης κατέφυγε στην Αθήνα, όπου άρχισε να οργανώνει επαναστατικό σώμα για την εκδίωξη των Τούρκων από το νησί του.

Ο ναός του Αγίου Σπυρίδωνος κατά την άφιξη του Σοφούλη στη Σάμο το 1912, μετά την αναχώρηση του Τουρκικού Στρατού.

Ο Κοπάσης δολοφονήθηκε το Μάρτιο του 1912 από τον Σταύρο Μπαρέτη, και στις 20 Σεπτεμβρίου του ίδιου έτους ο Σοφούλης, με οπλαρχηγούς και οπαδούς του, αποβιβάσθηκε στη Σάμο για να κηρύξει την επανάσταση κατά του ηγεμονικού καθεστώτος. Ο τουρκικός στρατός που βρισκόταν στο νησί συνθηκολόγησε και αποχώρησε, ενώ η τοπική εξουσία πέρασε στην Εθνοσυνέλευση των Σαμίων. Στις 11 Νοεμβρίου 1912 η Σάμος κήρυξε επισήμως την ένωσή της με την Ελλάδα και τη διακυβέρνηση του νησιού ανέλαβε προσωρινή κυβέρνηση υπό τον Θεμιστοκλή Σοφούλη.

 

1960 – Ο διάδοχος του ελληνικού θρόνου Κωνσταντίνος κερδίζει το χρυσό μετάλλιο στην ιστιοπλοΐα, με σκάφος τύπου Dragon, κατά τη διάρκεια των Ολυμπιακών Αγώνων της Ρώμης.

Ο Κωνσταντίνος ήταν πηδαλιούχος και στο πλήρωμα υπήρχε ο Οδυσσέας Εσκιτζόγλου και ο Γιώργος Ζαΐμης, οι οποίοι έγραψαν ιστορία. Αυτό ήταν το πρώτο Χρυσό Ολυμπιακό Μετάλλιο μετά το 1912. Τότε, η Ελλάδα είχε κατακτήσει με τον Κώστα Τσικλητήρα στη Στοκχόλμη δύο μετάλλια. Ενα «χρυσό» (στο άλμα εις μήκος άνευ φοράς) και ένα «χάλκινο» (στο άλμα εις ύψος άνευ φοράς).

Σημειώνεται ότι η αδελφή του Κωνσταντίνου, η πριγκίπισσα Σοφία και μετέπειτα Βασίλισσα της Ισπανίας, αποτελούσε αναπληρωματικό μέλος του πληρώματος.
Το εβδομαδιαίο περιοδικό «Εικόνες» είχε τον νεαρό διάδοχο Κωνσταντίνο στο εξώφυλλό του σημειώνοντας στον τίτλο «ο θριαμβευτής».

Τότε, στην Ελλάδα, δεν υπήρχε ούτε τηλεόραση και το κρατικό ραδιόφωνο (Εθνικό Ίδρυμα Ραδιοφωνίας, ΕΙΡ) σπανίως διέκοπτε το πρόγραμμά του για να μεταδώσει κάποια αθλητική είδηση. Όμως, το χρυσό μετάλλιο της Ελλάδας στην ιστιοπλοΐα ήταν θέμα για να διακοπεί η ροή του προγράμματος για να ανακοινωθεί πως ο διάδοχος Κωνσταντίνος και σημαιοφόρος της Ελληνικής αποστολής κέρδισε το Χρυσό Μετάλλιο στους Ολυμπιακούς Αγώνες της Ρώμης.

 

Γεννήσεις

 

1930 – Σόνι Ρόλινς. Ο Σόνι Ρόλινς είναι ένας ζωντανός θρύλος. Ενας μοναδικός σύνδεσμοςμε τα μυθιστορηματικά χρόνια που η τζαζ σαγήνευε τον πλανήτη. Λίγο προτού έρθει στην Ελλάδα για μία μοναδική συναυλία, δέχθηκε να μας μιλήσει. Ο αυτοσχεδιασμός, οι ηχογραφήσεις με τον Μάιλς Ντέιβις, τα ναρκωτικά στην τζαζ, ο Ομπάμα,ο Κόλπος του Μεξικού και η 11η Σεπτεμβρίου ήταν μόνο μερικά από τα σημεία της συζήτησής μας.

Γέννημα θρέμμα των πάλαι ποτέ κακόφημων δρόμων του Χάρλεμ, παραγιός του φεγγαριασμένου πιανίστα Θελόνιους Μονκ, πρωτοπαλίκαρο του τσίφτη τρομπετίστα Μάιλς Ντέιβις, περιζήτητος μπαλαντέρ στα κόλπα που έκαναν με τα πλήκτρα, τα έμβολα και τις μπαγκέτες τους οι παπατζήδες Μπαντ Πάουελ, Κλίφορντ Μπράουν και Μαξ Ρόουτς, μα κυρίως συνεχιστής των μεταρρυθμίσεων που έφεραν στο τζαζ σκηνικό με τα χάλκινα μπουριά τους οι Κόλμαν «Χοκ» Χόκινς και Λέστερ «Πρεζ» Γιανγκ, διάσημος και ως «Νουκ», σύμφωνα με την ονοματοδοσία του χώρου, εξαιτίας της ομοιότητάς του με τον θρυλικό παίκτη του μπέιζμπολ Ντον Νιούκαμ, ο Σόνι Ρόλινς ανακηρύχθηκε από τους ίδιους τους σύγχρονούς του συνοδοιπόρους ως ο κορυφαίος όλων των εποχών στο τενόρο σαξόφωνο, λόγω της απαστράπτουσας εφευρετικότητας με την οποία διαχειρίστηκε τόσο το εμπνευσμένο πρωτότυπο όσο και το ευφάνταστα επιλεγμένο δανεικό υλικό του. (Εννοείται, φυσικά, για τις «εποχές» εκείνες, των οποίων το τέλος σηματοδότησε η επιφοίτηση του Τζον Κολτρέιν από κάποιο, αγνώστου ταυτότητος, άγιο πνεύμα.)

Τραχύς και τρυφερός, ανάλογα με την περίσταση, εκκεντρικός και αμετροεπής στυλίστας του αυτοσχεδιασμού, δεν δίστασε να πάρει ακόμη και το μεγαλύτερο αρμονικό ρίσκο σνομπάροντας επιδεικτικά την πρέπουσα μουσική συμπεριφορά. Ο πελώριος, πολύτροπος, βαθύς και αμφίθυμος ήχος του, με την ανορθόδοξη ρυθμική άποψη και την προχωρημένη αίσθηση του χιούμορ, οδήγησε κορυφαίους γραφιάδες όπως οι Νατ Χέντοφ, Ραλφ Γκλίζον και Λέοναρντ Φέθερ να καταθέσουν ότι «οι ιδέες του ξεπετάγονται από το πνευστό με ταχύτητα πολυβόλου», «ο τόνος του είναι τόσο λυσσασμένος, που ακούγεται σαν δυνατό άγριο ουρλιαχτό» και «οι φιοριτούρες είναι τοποθετημένες σύμφωνα με μια εντελώς προσωπική λογική», ενώ ο Στιβ Λέισι, ένα από τα πλέον ελευθερόφρονα σοπράνο, δεν δίστασε να ομολογήσει «κανείς δεν είναι τόσο ερωτευμένος με το σαξόφωνό του όσο αυτός!».

Μπροστάρης λοιπόν, αλλά και αρωγός ενίοτε, των περισσότερων τάσεων που αναπτύχθηκαν στο εσωτερικό της τζαζ στις δεκαετίες των 50s και των 60s, ο Ρόλινς φρόντισε να επεξηγήσει επακριβώς το τι και το πώς το εννοούσε σε δίσκους υπεράνω πάσης υποψίας όπως οι «Tenor Madness» (’56), «Saxophone Colossus» (’56), «WayOutWest» (’57), «Newk’s Time» (’57), «A Night at the Village Vanguard» (’57), «Freedom Suite» (’58), «Brass & Trio» (’58), «The Bridge» (’62), «On Impulse» (’65) καθώς και το σάουντρακ της ταινίας «Alfie» (’66), ώστε, τόσες δεκαετίες αργότερα, να διατηρείται ακόμη στην περίοπτη θέση που κατέχει στην τζαζ επετηρίδα. Πολύ λογικά, η κουβέντα μας αρχίζει με μια αναφορά στο τραγούδι «How Are Things In Glocca Morra?», από το μιούζικαλ «Finian’s Rainbow», το οποίο διασκεύασε στο πρώτο άλμπουμ που ηχογράφησε το ’56 για λογαριασμό της εταιρείας Blue Note, με τίτλο «Sonny Rollins Volume 1».

 

1950 – Η Κρίστιν Έλεν Χάιντ γεννήθηκε στις 7 Σεπτεμβρίου 1951 στο Έικρον του Οχάιο, την «πρωτεύουσα των ελαστικών». Κόρη ενός υπαλλήλου τηλεφωνικού καταλόγου και μιας part-time γραμματέως, μεγάλωσε σε ένα περιβάλλον που η ίδια περιγράφει ως «πολύ άχρωμο, μικροαστικό, μέτριο, τίποτα». Το σχολείο δεν την ενδιέφερε· ποτέ δεν πήγε σε χορό, δεν είχε ραντεβού, ούτε σχέσεις με συνομήλικους. Η χαρά της ήταν οι συναυλίες· ταξίδευε στο Κλήβελαντ για να δει μπάντες και ερωτευόταν κυρίως με μουσικούς που δεν γνώριζε. Το πρώτο της φιλί ήρθε με τον Τζάκι Γουίλσον σε μια συναυλία, όταν την επέλεξε από το πλήθος και την φίλησε στη σκηνή – μια εμπειρία που χαρακτήρισε «πολύ cool».

Αντί να παραμείνει απλώς θαυμάστρια, η Κρίσι ήθελε να γίνει μουσικός. Πήρε την πρώτη της κιθάρα στα 14 και στα 26 της, το 1978, δημιούργησε τους Pretenders μαζί με τον Πιτ Φάρντον, τον Τζέιμς Χάνιμαν-Σκοτ και τον Μάρτιν Τσέιμπερς. Το πρώτο τους σινγκλ, «Stop Your Sobbing/The Wait», κυκλοφόρησε τον Ιανουάριο του 1979 και σύντομα μπήκε στο top 30 των βρετανικών charts. Οι Pretenders σημείωσαν διεθνείς επιτυχίες με τραγούδια όπως τα «Brass in Pocket» και «Message of Love». Η Κρίσι, όμως, δεν απέφυγε τις ακραίες στιγμές· σε περιοδεία στο Μέμφις, συνελήφθη για μέθη και ανάρμοστη συμπεριφορά.

Η προσωπική ζωή της ήταν επίσης ταραχώδης. Το 1982, ενώ ήταν έγκυος, ο Χάνιμαν-Σκοτ πέθανε από κατάχρηση κοκαΐνης και ο Φάρντον απολύθηκε λόγω εθισμού. Παρά τις δυσκολίες, μαζί με τον Τσέιμπερς συνέχισαν το συγκρότημα, κυκλοφορώντας το διάσημο «Back on the Chain Gang». Σήμερα, σχεδόν 60 ετών, η Χάιντ παραμένει αντικομφορμίστρια και ακτιβίστρια για τα δικαιώματα των ζώων. Συλλαμβάνεται συχνά για διαμαρτυρίες, αλλά δηλώνει ότι η μουσική είναι «μια πλατφόρμα για να αγωνιστώ», με το ίδιο πείσμα που την οδήγησε στην κορυφή της ροκ σκηνής να καθορίζει κάθε της κίνηση.

 

Θάνατοι

 

1827 – Παύλος Μαρία Βοναπάρτης, ανιψιός του Ναπολέοντα. Ο Παύλος Βοναπάρτης ήταν το τρίτο παιδί του Λυσιέν Βοναπάρτη και της συζύγου του Αλεξανδρίνας ντε Μπλεσάμπ-Βοναπάρτη. Σπούδασε στο Πανεπιστήμιο της Μπολόνια.

Τον Μάρτιο του 1827, σε ηλικία 18 ετών, έφυγε από την πόλη κρυφά από τους γονείς του, και πήγε στην Ανκόνα από εκεί με ξένο όνομα ταξίδεψε στην Ελλάδα για να λάβει μέρος στον πόλεμο για την ανεξαρτησία των Ελλήνων. Ο Παύλος Βοναπάρτης έφτασε πρώτα στα Ιόνια Νησιά, αργότερα βρέθηκε με τον Βρετανό Ναύαρχο Κόχραν, ο οποίος την εποχή εκείνη ήταν επιφορτισμένος με τον ελληνικό στόλο. Ο Παύλος υπηρέτησε στη ναυαρχίδα Ελλάς. Μετά από μια σειρά αποτυχημένων ενεργειών, ο στολίσκος του Κόχραν αγκυροβόλησε στο στενό έξω από τις Σπέτσες.

Ο Παύλος Βοναπάρτης πέθανε στο Ναύπλιο στις 7 Σεπτεμβρίου (Π.Η. 26 Αυγούστου) του 1827, όταν μία ημέρα πριν βρέθηκε στη φρεγάτα Ελλάς βαριά πληγωμένος από απρόσεκτο χειρισμό όπλου, καθώς καθάριζε το πιστόλι του. Το 1832, μετά το τέλος του Πολέμου στην Ελλάδα, το ταριχευμένο σώμα του Παύλου Βοναπάρτη θάφτηκε σε μαυσωλείο στο νησί της Σφακτηρίας, μαζί με τους Γάλλους ναύτες που έπεσαν στη Ναυμαχία του Ναυαρίνου.

 

2015 – Βούλα Ζουμπουλάκη. Ήταν Ελληνίδα ηθοποιός, σύζυγος του Δημήτρη Μυράτ (νυμφ. 1951). Σπούδασε στη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου, στη Σχολή Μονωδίας του Εθνικού Ωδείου, στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Εμφανίστηκε στην Εθνική Λυρική Σκηνή το 1952 και δύο χρόνια αργότερα στην πρόζα. Πρωταγωνίστησε : «Το σπίτι της Μπερνάρντα Άλμπα» (Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα), «Απόψε αυτοσχεδιάζουμε» (Λουίτζι Πιραντέλλο), «Ρέκβιεμ για μια μοναχή» (Γουίλιαμ Φώκνερ), «Λυσσασμένη γάτα» (Τένεσι Ουίλιαμς) κ.ά.

To 1955, μετά από πρόταση της φίλης της Μελίνας Μερκούρη, εμφανίστηκε στην ταινία Στέλλα παίζοντας το ρόλο της «Αννέτας» και τραγουδώντας το τραγούδι «Εφτά τραγούδια θα σου πω». Είχε λάβει μέρος στο Διεθνές Φεστιβάλ Θεάτρου στη Λισαβόνα το 1964 και στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης το 1966.

Τιμήθηκε με το Α΄ Βραβείο Φεστιβάλ Λισαβόνας (1964), Α΄ Έπαθλο Μαρίκας Κοτοπούλη (καλύτερης ηθοποιού) το 1961, Β΄ Έπαθλο Μαρίκας Κοτοπούλη το 1965, Α΄ Βραβείο ηθοποιίας στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης το 1966 και την ίδια χρονιά της απενεμήθη ο Χρυσός Σταυρός Ευποιίας. Απεβίωσε από εγκεφαλικό επεισόδιο.

 

————————————————————————
Πηγές: sansimera.gr, el.wikipedia