...
Ο γέγονε… Γέγονε |
Γεγονότα
1957 – Ιδρύεται η Ολυμπιακή Αεροπορία, από τον Αριστοτέλη Ωνάση, ο οποίος εξαγόρασε την κρατική ΤΑΕ. Tο 1956, ο Αριστοτέλης Ωνάσης αγόρασε από το ελληνικό Δημόσιο το προνόμιο εκμετάλλευσης των Ελληνικών Αεροπορικών Συγκοινωνιών και ίδρυσε την Ολυμπιακή Αεροπορία.
Η εταιρεία ξεκίνησε τη λειτουργία της στις 6 Απριλίου 1957, με προδιαγραφές εξυπηρέτησης επιβατών που σήμερα θεωρούνται αδιανόητες λόγω κόστους. Στις 6 Απριλίου, κάνει το παρθενικό της ταξίδι εκτελώντας πρωϊνό δρομολόγιο στην ιστορία της ελληνικής εναέριας συγκοινωνίας το Αθήνα – Θεσσαλονίκη και μάλιστα με ελικοφόρο DC-3 που πέταξε ο κυβερνήτης Παύλος Ιωαννίδης.
Η νεοσύστατη εταιρεία αποτελείται 15 ελικοφόρα (δεκατέσσερα DC-3 και ένα DC-4) και προσωπικό 835 υπαλλήλων. Πολύ γρήγορα άνοιξε τα φτερά της στις πέντε ηπείρους και αναδείχθηκε σε μία από τις ασφαλέστερες αεροπορικές εταιρείες στον κόσμο. Στα τέλη του 1974 ο Ωνάσης κατήγγειλε τη σύμβαση με το ελληνικό Δημόσιο και στις 4 Αυγούστου 1975, μετά τον θάνατό του, η Ολυμπιακή Αεροπορία μεταβιβάστηκε στο ελληνικό Δημόσιο.
Το Μάρτιο του 2009 το ελληνικό δημόσιο συμφώνησε στη μεταβίβασή τους στον ιδιωτικό όμιλο MIG (Marfin Investment Group). Η νέα εταιρεία ονομάζεται Olympic Air και λειτουργεί από την 1η Οκτωβρίου 2009, οπότε και έπαψε το πτητικό έργο των Ολυμπιακών Αερογραμμών.
1980 – Κυκλοφορεί για πρώτη φορά ένα κομμάτι από αυτοκόλλητο κίτρινο χαρτί, το Post-It. Στις 6 Απριλίου 1980 κυκλοφόρησε επισήμως στην αγορά των ΗΠΑ με την επωνυμία Post-it Notes, η οποία αποτελεί έκτοτε σήμα-κατατεθέν της 3Μ.
Τον επόμενο χρόνο άρχισε η διάθεσή του στον Καναδά και την Ευρώπη. Χρόνο με τον χρόνο καθιερώθηκε στη συνείδηση των χρηστών μέχρι του σημείου η ονομασία Post-it να χαρακτηρίζει μια κατηγορία προϊόντων.
Στη δεκαετία του ’90, όταν έληξε η πατέντα της 3M και άλλες εταιρείες άρχισαν να δραστηριοποιούνται στην αγορά του προϊόντος, όπως η BIC με τα Sticky Notes.
Τα Post-it έχουν χρησιμοποιηθεί ως υλικό από εικαστικούς καλλιτέχνες για τη δημιουργία έργων τέχνης. Το 2000, τα εικοσάχρονα του Post-it, γιορτάστηκαν με τη δημιουργία έργων τέχνης πάνω στα καναρινί αυτοκόλλητα χαρτάκια. Το έργο του αμερικανού ζωγράφου Ρόμπερτ Κίτγε (1932-2007) πουλήθηκε σε φιλανθρωπική δημοπρασία αντί 769 ευρώ, γεγονός που το κατέστησε ως το πιο ακριβό Post-it. Η σύγχρονη τεχνολογία έχει δημιουργήσει τα ψηφιακά Post-it, όπως τα Post-it Brand Software Notes της 3M, τα Stickies της Apple και τα Sticky Notes της Microsoft για τα Windows 7.
Γεννήσεις
1914 – Δομνίτσα Λανίτου – Καβουνίδου, κύπρια αθλήτρια του στίβου. Γεννήθηκε στην Λεμεσό και ήταν κόρη του Κύπριου αγωνιστή Νικολάου Λανίτη και της Σαπφούς Κολακίδη. Από πολύ νεαρή ηλικία ασχολήθηκε με τον αθλητισμό. Σε ηλικία 14 ετών νίκησε στο αγώνισμα των 60 μ., όπως επίσης και στο μήκος και το ύψος κατά τους Παγκύπριους Αγώνες. To 1931 εγκαταστάθηκε στην Αθήνα και γράφτηκε στο Αμερικανικό Κολλέγιο Ελλάδος που τότε βρισκόταν στο Ελληνικό. Μετά το κολλέγιο φοίτησε στην Πάντειο Πολιτικές Επιστήμες. και ολοκλήρωσε τις σπουδές της το 1939. Το 1941 παντρεύτηκε τον Κώστα Καβουνίδη και απέκτησε έναν γιο, τον Σπύρο.
Γυμναζόταν στο Αμερικανικό Κολλέγιο και στον Αθλητικό Όμιλο Παλαιού Φαλήρου. Επί πολλά έτη ήταν πρωταθλήτρια Ελλάδας στα 60μ., 100μ., 80μ. με εμπόδια, στο μήκος και στο ύψος με φορά και άνευ φοράς, κατέχοντας μάλιστα 7 πανελλήνια ρεκόρ, τα οποία επανειλημμένα βελτίωσε με νέα -κάθε φορά- πανελλήνια ρεκόρ. Το 1932 ισοφάρισε το παγκόσμιο ρεκόρ στο μήκος χωρίς φόρα. Αίσθηση και σχόλια προκαλούσε εκείνη την εποχή η παρουσία της με σορτ. Το 1931, αφού νίκησε στους Πανελλήνιους Αγώνες στα 100 μ., ο Σπύρος Μελάς έγραψε: «Ο λαός χειροκροτούσε εις το Παναθηναϊκόν Στάδιον την δίδα Λανίτου όχι ως νικήτρια των 100 μέτρων, αλλά ως θυγατέρα του επαναστάτη βουλευτού Κύπρου, τον οποίον έχουν συλλάβει οι Άγγλοι. Η παρουσία της δίδος Λανίτου, ηλέκτριζε τα πλήθη, όπως άλλοτε μια κρητική βράκα στην οδό Σταδίου προκαλούσε διαδηλώσεις.»
Το 1935 μπήκε στην εθνική ομάδα όπου είχε προπονητή τον Ότο Σίμιτσεκ. Τα τελευταία της ρεκόρ καταρρίφθηκαν τη δεκαετία του ΄60. Έκανε αίσθηση στους φιλάθλους της εποχής το γεγονός ότι αγωνιζόταν με κοντό παντελονάκι.
Ο ΣΕΓΑΣ δεν είχε επισημοποιήσει την συμμετοχή για αθλήτρια στο Βερολίνο το 1936 και είχε γράψει ότι “ίσως” έστελνε κάποια, παρότι η Δομνίτσα είχε διεθνείς επιτυχίες. Τελικά, η Λανίτου εκπροσώπησε τα ελληνικά χρώματα στους Ολυμπιακούς Αγώνες της χρονιάς αυτής και έγινε η πρώτη Ελληνίδα αθλήτρια που πήρε μέρος στο στίβο σε Ολυμπιακούς Αγώνες. Αγωνίστηκε στα 80 μ. με εμπόδια και κατάφερε να φθάσει ως τον ημιτελικό (προκρίθηκε στον ημιτελικό με χρόνο 12.6 και ήταν 6η στον ημιτελικό). Στο Βερολίνο αγωνίστηκε επίσης στα 100 μ. Στο δρόμο της επιστροφής από το Βερολίνο αγωνίστηκε στη Βουδαπέστη και στο Βόλο, όπου η Δομνίτσα συμμετείχε στην σκυταλοδρομία 4Χ100 των ανδρών καθώς δεν υπήρχε τέταρτος άνδρας για το αγώνισμα.
Δεν σταμάτησε να αθλείται και στην κατοχή. Μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, όπου είχε υπηρετήσει ως εθελόντρια νοσοκόμα, η Λανίτου έγινε μέλος του ΔΣ του ΣΕΓΑΣ. Έλαβε μέρος ξανά στους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1948, καταλαμβάνοντας την 5η θέση στον πρώτο γύρο. Και σε αυτούς τους αγώνες ήταν η μοναδική Ελληνίδα αθλήτρια που είχε λάβει μέρος.
Το 1950 η καριέρα της τερματίστηκε και αγωνίστηκε για τελευταία φορά στα 200 μ. Τα επόμενα χρόνια η Λανίτου ασχολήθηκε με την δημοσιογραφία. Ήταν μέλος του Συνδέσμου για τα Δικαιώματα της Γυναίκας και του Συλλόγου Ελληνίδων Επιστημόνων, υπηρέτησε ως αντιπρόεδρος της Ένωσης Κυπρίων Ελλάδας και μέλος της Εταιρείας Αυτοδιάθεσης Κύπρου. Επίσης, κατήλθε στον πολιτικό στίβο, θέτοντας υποψηφιότητα με το Κόμμα των Φιλελευθέρων για μία έδρα στην Α΄ Αθηνών το 1958. Απεβίωσε σε ηλικία 97 ετών, το 2011[4]. Για τη Δομνίτσα έγραψαν πολλοί διανοούμενοι της εποχής, όπως: ο Παλαμάς, ο Σικελιανός, ο Καββαδίας, ο Α. Κύρου, η Μυρτιώτισσα, ο Π.Παλαιολόγος κ.ά.
1928 – Τζέιμς Γουότσον (James Watson, 6 Απριλίου 1928) είναι Αμερικανός μοριακός βιολόγος, γενετιστής και ζωολόγος, περισσότερο γνωστός για την ανακάλυψη της δομής του DNA σε συνεργασία με τον Φράνσις Κρικ το 1953. Οι Γουάτσον, Κρικ και Μώρις Γουίλκινς βραβεύθηκαν το 1962 με το Βραβείο Νόμπελ Ιατρικής «για τις ανακαλύψεις του σχετικά με τη μοριακή δομή των νουκλεϊκών οξέων και της σημασίας τους για τη μεταβίβαση των πληροφοριών σε έμβιο υλικό».
Γεννήθηκε στο Σικάγο το 1928 και σπούδασε ζωολογία στο Πανεπιστήμιο του Σικάγου (πτυχίο το 1947) και στο Πανεπιστήμιο του Ιλλινόις (πήρε το διδακτορικό του το 1950), και πραγματοποιήσε μεταδιδακτορικό στη χημεία με τον Χέρμαν Κάλκαρ στην Κοπεγχάγη. Στη συνέχεια εργάστηκε στο εργαστήριο Καβέντις στο Πανεπιστήμιο του Κέιμπριτζ, όπου και γνώρισε τον μελλοντικό συνεργάτη του, τον Φράνσις Κρικ.
Από το 1956 μέχρι το 1976, ο Γουάτσον ήταν διδακτικό προσωπικό στο τμήμα βιολογίας του Πανεπιστημίου Χάρβαρντ, κάνοντας έρευνα στη μοριακή βιολογία. Από το 1968, ο Γουάτσον ήταν διευθυντής στο Cold Spring Harbor Laboratory (CSHL) στο Λονγκ Άιλαντ. Στο CSHL, άλλαξε το επίκεντρο της έρευνάς του στη μελέτη του καρκίνου, ενώ παράλληλα το έκανε παγκόσμιο ηγετικό κέντρο στη μοριακή βιολογία. Το 1994 έγινε πρόεδρος, θέση στην οποία παρέμεινε για 10 χρόνια.
Στις 14 Απριλίου 2011 σε ομιλία του στην Πάτρα, του επιτέθηκαν τη στιγμή που βρισκόταν στο βήμα του συνεδρίου άγνωστοι προσκείμενοι στον αντιεξουσιαστικό χώρο, φωνάζοντας συνθήματα κατά της Γενετικής επιστήμης. Αποτράπηκαν από καθηγητές και υπαλλήλους που βρισκόταν στην εκδήλωση.
Οι θέσεις του Watson για κοινωνικά θέματα είναι πολλές φορές προκλητικές. Το 1997 σε μια συνέντευξή του στην ιταλική εφημερίδα Corriere della Sera ισχυρίστηκε ότι είναι δικαίωμα των γυναικών να κάνουν άμβλωση εάν προκύπτει από μια γενετική ανάλυση του εμβρύου ότι το παιδί έχει προδιάθεση ομοφυλοφιλίας. Ισχυρίστηκε επίσης ότι οι μαύροι έχουν μια πιο έντονη λίμπιντο από τους λευκούς και ότι είναι λιγότερο ευφυείς σε σχέση με τους λευκούς. Για αυτό ο Watson κατηγορείται συχνά για ρατσισμό, σεξισμό και ομοφοβία.
Θάνατοι
1520 – Ραφαήλ, ιταλός ζωγράφος και αρχιτέκτονας. Ο Ραφαέλο Σάντσιο ντα Ουρμπίνο (ιταλ.: Raffaello Sanzio da Urbino[α], 28 Μαρτίου ή 6 Απριλίου 1483 – 6 Απριλίου 1520), γνωστός ως Ραφαήλ, ήταν Ιταλός ζωγράφος και αρχιτέκτονας της πρώιμης Αναγέννησης. Το έργο του θαυμάζεται για τη σαφήνεια των μορφών, την ευκολία της σύνθεσης και την οπτική επίτευξη του νεοπλατωνικού ιδεώδους του ανθρώπινου μεγαλείου.
Υπήρξε ένας από τους επιφανέστερους καλλιτέχνες της εποχής του, του οποίου η φήμη και η αξία υπήρξαν ανάλογες με εκείνες του Μιχαήλ Άγγελου και του Λεονάρντο ντα Βίντσι.
Ο Ραφαήλ ήταν εξαιρετικά παραγωγικός. Διηύθυνε ένα ασυνήθιστα μεγάλο εργαστήριο και, παρά τον πρόωρο θάνατό του σε ηλικία 37 ετών, άφησε ένα τεράστιο έργο. Πολλά από τα έργα του βρίσκονται στο Παλάτι του Βατικανού, οι τοιχογραφίες στις λεγόμενες «Αίθουσες του Ραφαήλ» του οποίου ήταν το κεντρικό και μεγαλύτερο έργο της καριέρας του. Το πιο γνωστό έργο του είναι η «Σχολή των Αθηνών» στην «Αίθουσα της Υπογραφής». Μετά τα πρώτα του χρόνια στη Ρώμη, μεγάλο μέρος του έργου του εκτελέστηκε από το εργαστήριό του με βάση σχέδιά του, με σημαντική απώλεια ποιότητας. Άσκησε μεγάλη επιρροή όσο ζούσε, αν και εκτός Ρώμης το έργο του ήταν κυρίως γνωστό από αντίγραφα.
Μετά τον θάνατό του, η επιρροή του μεγάλου αντιπάλου του, Μιχαήλ Άγγελου, ήταν πιο διαδεδομένη μέχρι τον 18ο και 19ο αιώνα, οπότε οι πιο γαλήνιες και αρμονικές αναλογίες του Ραφαήλ θεωρήθηκαν και πάλι ως υψηλότερα πρότυπα. Η τεχνοτροπία του διακρίνεται σε τρεις φάσεις και τρία στυλ, που αναλύθηκε για πρώτη φορά από τον Τζόρτζο Βαζάρι: τα πρώτα του χρόνια στην Ούμπρια, στη συνέχεια μια περίοδος περίπου τεσσάρων ετών (1504-1508) κατά την οποία απορρόφησε τις καλλιτεχνικές παραδόσεις της Φλωρεντίας, ακολουθούμενες από τα τελευταία έντονα και θριαμβευτικά του δώδεκα χρόνια στη Ρώμη, δουλεύοντας για δύο Πάπες και τους στενούς συνεργάτες τους.
1827 – Νικολής Αποστόλης. Γεννήθηκε στα Ψαρά το 1770, το πραγματικό του επώνυμο ήταν “Καλημέρης” αλλά ο ίδιος χρησιμοποιούσε το όνομα του παππού του Απόστόλη. Απέκτησε πολλά χρήματα ως αρχιπλοίαρχος και εκπρόσωπος της ναυτιλιακής εταιρίας του οίκου Ράλλη από τη Χίο.
Πήρε μέρος στο κίνημα του Λάμπρου Κατσώνη και κατά τη διάρκεια της επανάστασης το 1821, για τους σκοπούς της οποίας διέθεσε έξι πλοία και πολλά χρήματα, συμμετείχε σε πολλές ναυτικές επιχειρήσεις, ως επικεφαλής του ψαριανού στόλου, κατά του τουρκικού στόλου, προκειμένου να εμποδιστεί ο ανεφοδιασμός του τελευταίου με τρόφιμα και πολεμοφόδια. Στα μέσα του Απριλίου του 1821 κατάφερε να βυθίσει ένα τουρκικό πλοίο και να αιχμαλωτίσει άλλα τέσσερα κοντά στη Σμύρνη τα οποία τα μετέφερε στα Ψαρά μαζί με 450 Τούρκους αιχμαλώτους.
Μετά τη σφαγή στα Ψαρά το 1824 βρήκε καταφύγιο, μαζί με άλλους Ψαριανούς, στις Σπέτσες ενώ αργότερα, όπως προκύπτει από τα δημοτολόγια του δήμου Ερμούπολης, η οικογένειά του εγκαταστάθηκε, μαζί με άλλες ψαριανές οικογένειες, στη Σύρο. Με την έκρηξη της επανάστασης, αυτός διεύθυνε τον πρώτο στολίσκο των Ψαριανών από επτά καράβια και τα οδήγησε στα παράλια της Ιωνίας, όπου ήταν μαζεμένα τα εχθρικά στρατεύματα έτοιμα να ορμήσουν και να υποτάξουν την Πελοπόννησο.
Στο Λιμάνι της Σμύρνης επιτέθηκε εναντίον επτά χιλιάδων εχθρών στα πλοία έτοιμοι να αποπλεύσουν. Ο Αποστόλης βύθισε ένα από τα πλοία και αιχμαλώτισε τέσσερα άλλα γεμάτα τρόφιμα και και πολεμοφόδια. Αιχμαλώτισε και 450 στρατιώτες, και με όλα τα λάφυρα μαζί επέστρεψε στα Ψαρά. Η πράξη του αυτή τρόμαξε τον εχθρό και ο στρατός του διασκορπίστηκε.
Έλαβε μέρος και σε πολλές άλλες ναυμαχίες, στην Κώ και στα στενά της Αλικαρνασσού και διακρίθηκε για την πολεμική του ανδρεία και την αντοχή. Πολέμησε στον Γέροντα, στη Μυτιλήνη, στην Κρήτη, και αλλού. Ταλαιπωρημένος από τις κακουχίες πέθανε τελικά στην Αίγινα στις 6 Απριλίου 1827. Τα οστά του μεταφέρθηκαν στο μοναστήρι της Κοιμήσεως της Θεοτόκου στον Πόρο. Ο Νικόλαος Αποστόλης είχε ιδρύσει το 1810 Ναυτικό Επιμελητήριο στα Ψαρά.

