Χρήστος Καπράλος | Σκαλίζοντας στην ύλη τον κόπο της μνήμης και της ιστορίας


...

| Λευτέρης Τηλιγάδας |

Χρήστος Καπράλος

| Σκαλίζοντας στην ύλη τον κόπο της μνήμης και της ιστορίας |


Η παιδική ηλικία του Χρήστου Καπράλου κύλησε μέσα σε ένα περιβάλλον απώλειας, αφού η οικογένειά του βρέθηκε χωρίς πατέρα σε μια περίοδο που η επιβίωση απαιτούσε καθημερινό αγώνα. Το γεγονός αυτό οδήγησε τη μητέρα να επωμιστεί την ευθύνη τεσσάρων παιδιών με μια σπάνια δύναμη και μια αφοσίωση που διαμόρφωσε καταλυτικά την ψυχοσύνθεση του μικρότερου γιου της. Από νωρίς ο μικρός Χρήστος φανέρωσε μια ιδιαιτερότητα που η ίδια διέκρινε με πολύ διορατικότητα και αποφάσισε να εξασφαλίσει την εκπαίδευσή του ακόμη και αν χρειαζόταν να θυσιάσει κάθε οικογενειακό περιουσιακό στοιχείο. «Όλα θα τα πουλήσουμε για να σε κάνουμε μεγάλο άνθρωπο», του έλεγε συχνά.

Η φοίτησή του στο Σχολαρχείο του Αγρινίου προέκυψε μέσα από αυτή τη μητρική πίστη, η οποία καλλιεργήθηκε σε ένα παιδί που δεν έδειχνε όμως καμία διάθεση να ακολουθήσει τον κόσμο των γραμμάτων. Αυτό που του άρεσε ήταν να παρατηρεί το φυσικό τοπίο και να το αποτυπώνει με τα κάρβουνα που κρατούσε πάντα στην τσέπη του. Πρώτη φορά αυτό το ταλέντο του το αναγνώρισε ο καθηγητής χειροτεχνίας του σχολείου του, Καρζής  σε μια σχολική εκδρομή, όπως περιγράφει ο Βασίλης Δανιάς στη «Διαλεκτκή»[1]. Ο νεαρός μαθητής ζωγράφισε ένα τοπίο της Αβόρανης με τόσο αυθόρμητη δύναμη, που οδήγησε τον καθηγητή του να τον συστήσει στον Ανδρέα Γεωργιάδη[2], ο οποίος διέθετε το κατάλληλο εργαστήριο στην πόλη του Αγρινίου, για να δεχθεί έναν καλλιτέχνη που βρισκόταν ακόμη στο ξεκίνημά του.

Με την υποστήριξη του δημάρχου Ανδρέα Παναγόπουλου, ο οποίος συνειδητοποίησε ότι η πόλη δεν μπορούσε να συγκρατήσει ένα ταλέντο με τόσο έντονη προσωπική ταυτότητα, ο Καπράλος έφτασε στην Αθήνα και μπήκε στη Σχολή Καλών Τεχνών του ΕΜΠ, όπου Γεννήθηκε στο Παναιτώλιο Αιτωλοακαρνανίας ο Χρήστος Καπράλος, γιος αγροτικής οικογένειας. Με τη στήριξη των αδελφών Παπαστράτου σπούδασε ζωγραφική στην Ανώτατη Σχολή Καλών Τεχνών (1930–1934), με δάσκαλο τον Ουμβέρτο Αργυρό (1882–1963). Μέσα στο περιβάλλον της σχολής απόκτησε τα πρώτα γερά θεμέλια της καλλιτεχνικής του εξέλιξης, θεμέλια που ενισχύθηκαν ακόμη περισσότερο με την υποτροφία των Παπαστραταίων, που του επέτρεψε να φοιτήσει στις Ακαδημίες Γκραν Σωμιέρ και Κολαρόσι στο Παρίσι, όπου το ταλέντο του συναντήθηκε με τη ευρωπαϊκή πρωτοπορία. Αυτό τον οδήγησε στη δημιουργία μιας προσωπικής αισθητικής γλώσσας, ενώ η παρασκηνιακή συμπαράσταση της Έλενας Βενιζέλου δημιούργησε τις κατάλληλες συνθήκες για να ολοκληρώσει με άνεση τις σπουδές του.

Η επιστροφή του στην Ελλάδα συνέπεσε με την έκρηξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου και την κατοχική περίοδο, κάτι που τον ανάγκασε να εγκατασταθεί ξανά στο Παναιτώλιο. Εκεί δημιούργησε μόνος του μια καλύβα που λειτούργησε ως αυτοσχέδιο εργαστήριο, ενώ η στάση του να αναζητά μορφές στους ανθρώπους του κάμπου και να πλάθει τα πρώτα γλυπτά του με τη λάσπη των χωραφιών του χωριού του, προκάλεσε αμηχανία στους συγχωριανούς του, οι οποίοι τον θεώρησαν παράξενο. Περνούσε ώρες ολόκληρες παρατηρώντας το σώμα των αγροτών που επέστρεφαν από τις δουλειές τους, την κούραση που αποτυπωνόταν πάνω τους και τις κινήσεις που μαρτυρούσαν τον κόπο της καθημερινής τους προσπάθειας και μέσα απ’ αυτές αναζητούσε τη δική του καλλιτεχνική έκφραση. Η μητέρα του, που αποτελούσε την πιο ισχυρή ύπαρξη της ζωής του, μετατράπηκε στο μόνιμο μοντέλο του, συμβάλλοντας έμμεσα στη διαμόρφωση μιας σειράς έργων που ενσωμάτωσαν τη μνήμη και το συναίσθημα με τρόπο που καθόρισε τον χαρακτήρα της ώριμης δημιουργίας του. Μέσα σε αυτή την περίοδο, η οποία συνδέθηκε με έντονη προσωπική αναζήτηση, δημιουργήθηκαν και τα πρώτα «Ανάγλυφα» με θέματα από τον πόλεμο και την Κατοχή, έργα που θα λειτουργούσαν ως προπλάσματα για όσα επρόκειτο να ακολουθήσουν στην Αίγινα.

 

 

Η μετακίνησή του στην Αθήνα το 1951 τον έφερε το καλοκαίρι της ίδιας χρονιάς στην Αίγινα, όπου η γλυπτική του εκφράστηκε με τρόπο τόσο ελεύθερο, φωτεινό και ανοικτό, όσο και ο ορίζοντας του Σαρωνικού. Εκεί ξεκίνησε από το 1952 μια κοπιαστική περίοδο εργασίας πάνω στον πωρόλιθο, μέσα από την οποία προέκυψαν τα μεγάλα «Ανάγλυφα» της περιόδου 1940–45, τα οποία ενώθηκαν στη μνημειακή σύνθεση «Η μάχη της Πίνδου», έργο που αποκτήθηκε το 2001 από τη Βουλή των Ελλήνων, ώστε να εκτεθεί στο περιστύλιο του Κοινοβουλίου, ως αναγνώριση μιας δημιουργίας που συνέδεσε την ιστορική μνήμη με τη σύγχρονη τέχνη. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου ο Καπράλος ασχολήθηκε επίσης με κεραμικά και θαλασσινές πέτρες, ενώ δημιούργησε το 1957 μια έκθεση στην Ηλεκτρική Εταιρεία Αθηνών–Πειραιώς, η οποία ανέδειξε το εύρος του έργου του, πριν συμμετάσχει το 1962 στην Μπιενάλε της Βενετίας με χάλκινα έργα που απέδωσε με την τεχνική του «χαμένου κεριού»[3], μια διαδικασία που απαιτούσε ακρίβεια και βαθιά γνώση του υλικού.

Η δεκαετία που ακολούθησε χαρακτηρίστηκε από διεθνείς δραστηριότητες, αφού ο Καπράλος πραγματοποίησε ατομικές εκθέσεις σε γκαλερί των ΗΠΑ και του Καναδά, συμμετείχε σε ομαδικές εκθέσεις στη Γερμανία και στην Ιταλία και επεξεργάστηκε ξύλινα έργα που βασίζονταν στους τύπους των αετωμάτων της Ολυμπίας, πριν δημιουργήσει το μνημειακό σύμπλεγμα Σταύρωση την περίοδο 1973–74, έργο που ανέδειξε τη στροφή του προς μια βαθύτερη εξερεύνηση του ιερού και του ανθρώπινου πόνου. Η συμμετοχή του στη Μπιενάλε του Σάο Πάολο το 1975 υπογράμμισε την ολοκλήρωση της ωριμότητάς του.

Το 1991  δημιούργησε μαζί με τη σύζυγό του το «Ίδρυμα Χρήστου και Σούλης Καπράλου» μέσω του οποίου μετέτρεψε το εργαστήριο του στην Αίγινα σε μουσείο, όπου τοποθέτησε έναν σημαντικό αριθμό έργων όλων των περιόδων της καλλιτεχνικής του δημιουργίας από το 1963 έως το το τέλος της ζωής του.

Στις 20 Ιανουαρίου 1993, ο Χρήστος Καπράλος, ο οποίος είχε αφιερώσει κάθε πτυχή της ύπαρξής του στη μορφή, στη γραμμή και στη σμίλευση της ανθρώπινης παρουσίας απεβίωσε.

Τρία χρόνια μετά το θάνατό του δίπλα στο Δημοτικό Πάρκο του Αγρινίου σε ένα σύγχρονο κτίριο μοντέρνας αρχιτεκτονικής που αποτελεί δωρεά της οικογένειας Παπαστράτου, εγκαινιάστηκε μία αίθουσα με εξήντα δημιουργίες μικρού και μεγάλου μεγέθους της περιόδου 1930–1956, που δίνει την ευκαιρία στους κατοίκους και στους επισκέπτες της πόλης να έρχονται σε επαφή με την καλλιτεχνική δημιουργία ενός από τους σημαντικότερους Έλληνες γλύπτες. Η «Γλυπτοθήκη Καπράλου», όπως είναι το όνομά της, λειτουργεί όλη τη διάρκεια του έτους, καθημερινά από Τρίτη έως Παρασκευή (08:30–13:00 και 16:30–19:30) και το Σάββατο (09:00–13:00), γεγονός που εξασφαλίζει τη δυνατότητα συνεχούς επισκεψιμότητας σε όσους επιθυμούν να ανακαλύψουν τη δυναμική και την ποιότητα των έργων του Καπράλου.

 

——————————————————————————————————————————————————————–
Παραπομπές: 1. Διαλεκτική – Μηνιαίο περιοδικό της Δυτικής Ελλάδας, το πρώτο τεύχος του οποίου έκανε την εμφάνισή του στο Αγρίνιο, το Μάιο του 1965. Τα γραφεία του περιοδικού ήταν στην Ηλία Ηλιού 12 και τη διεύθυνση της έκδοσής του είχε συντακτική ομάδα την οποία αποτελούσαν οι: Γιάννης Βλασόπουλος, Βασίλης Δανιάς, Γεώργιος Μέντζος, Φώτης Στεργίου, Δημοσθένης Γεωργοβασίλης, Κώστας Πανόπουλος και Χρήστος Τζούλης. Στη διάρκεια του επόμενου χρόνου η εκδοτική ομάδα περιορίστηκε στο Χρήστο Τζούλη και το Φώτη Στεργίου, οι οποίοι εξέδωσαν κάποια τεύχη ακόμα πριν διακόψουν οριστικά την έκδοσή του. Παρά το βραχύ του βίου του το περιοδικό κατέχει σημαντική θέση στην έντυπη ιστορία της πόλης κυρίως για την υψηλή ποιότητα της αρθρογραφίας του και τις δημοσιευμένες συνεργασίες του Πέτρου Δήμα, του Νικηφόρου Βρεττάκου, της Τασίας Βότση, του Κ.Σ. Κώνστα, του Δ. Πιστικού και άλλων. Το απόσπασμα του Βασίλη Δανιά, που παραθέτουμε εντός εισαγωγικών, δημοσιεύτηκε στο πρώτο τεύχος της «Διαλεκτικής» (σελίδα 10) με τον τίτλο «Χρήστος Καπράλος (Βιογραφία)». | 2. Ανδρέας Γεωργιάδης: Γεννήθηκε στο Αγρίνιο το 1891, όπου και πέθανε το 1951. Από 13 χρόνων άρχισε να φιλοτεχνεί πορτρέτα και αγιογραφίες. Ασχολήθηκε επίσης με τη γλυπτική. Έχει αγιογραφήσει στο Αγρίνιο το ναό του Αγίου Χριστοφόρου, της Αγίας Σωτήρος στο πάρκο και του Αγίου Γεωργίου, καθώς επίσης και το ναό της Σκουτεσιάδας. Υπήρξε πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου τού «Φιλαρμονικού Σωματείου» Αγρινίου και μέλος του «Αμφικτιονικού Αδελφάτου». | 3. Η τεχνική του χαμένου κεριού (cire perdue) είναι μία μέθοδος χύτευσης σε καλούπι, κατά την οποία η επιθυμητή μορφή σκαλίζεται σε κηρόμαζα, καλύπτεται με πηλό και ψήνεται σε φούρνο. Το κερί διαφεύγει από ειδικά διαμορφωμένες οπές και τη θέση του παίρνει λιωμένο μέταλλο, συνήθως ορείχαλκος. Μετά την ψύξη του μετάλλου ο πηλός θραύεται και αποκαλύπτει το χυμένο μέταλλο, κάτι που σημαίνει ότι το συγκεκριμένο καλούπι στη συγκεκριμένη χύτευση μπορεί να χρησιμοποιηθεί μόνο μία φορά.
Φωτογραφία: Ο Χρήστος Καπράλος στο εργαστήριο του
——————————————————————————————————-
Η μνήμη είναι μια δυνατότητα για να διευρύνουμε το μέλλον

και όχι για  να το συρρικνώσουμε στο ήδη ξεπερασμένο παρελθόν